Supreme Court dismisses appeal for failure to prove document possession and relevance under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision. The appellant sought to compel the respondent to produce a settlement agreement to prove the scope of a debt limitation, but the lower court rejected this request as vague and unsupported. The Supreme Court upheld this rejection, ruling that the appellant failed to demonstrate the respondent's possession of the document or its relevance to a new claim, thereby violating procedural requirements for evidence production.
Legislator headnote
AI generatedArticles 450(2) and 451(1) of the Code of Civil Procedure; A party must clearly identify a document, prove the opponent's possession, and establish its relevance to a specific claim; failure to meet these requirements renders the request for document production inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1473/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", (πρώην ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και πρώην ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.), που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παυλή.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7428/2001 μη οριστική και 4584/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 482/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α’ ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αφενός μεν από τον αρ. 10 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη, αφετέρου δε από τον αρ. 8 περ. β’ του ίδιου άρθρου, γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανάλογη αιτίαση από τον αρ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και στο πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα αφενός μεν ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ανοίχθηκε ανέκκλητη πίστωση υπέρ της αναιρεσίβλητης από την αγοράστρια του εμπορεύματος, για την αποζημίωση του οποίου έχει ασκηθεί η ένδικη αγωγή, χωρίς για το γεγονός αυτό να προσκομισθεί καμιά απόδειξη, και μάλιστα αντίγραφο της ανέκκλητης πίστωσης, που φέρεται ότι ανοίχθηκε σε Τράπεζα της Κίνας, αφετέρου δε ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη με τις μετ’ απόδειξη προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις οποίες επανέλαβε και ενώπιον του Εφετείου, ισχυρίσθηκε ότι δεν υπήρξε ανέκκλητη πίστωση και ότι όλα τα φορτωτικά έγγραφα βρίσκονταν στο κατάστημα της κινεζικής τράπεζας, χωρίς να τα ζητήσει κάποιος, παρόλα αυτά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς και δέχθηκε ότι είχε ανοιχθεί υπέρ της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) ανέκκλητη πίστωση από την αγοράστρια εταιρεία και κατά συνέπεια ενόψει της παραδοχής αυτής το τίμημα του εμπορεύματος ήταν εξασφαλισμένο και δεν ανέκυπτε οποιαδήποτε ευθύνη αυτής.
Το ζήτημα, ωστόσο, αν ανοίχθηκε ή όχι υπέρ της αναιρεσίβλητης ανέκκλητη πίστωση από την αγοράστρια του εμπορεύματος, που είχε αναλάβει η αναιρεσείουσα να μεταφέρει αεροπορικώς από την Αθήνα στην Κίνα, δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η μη καταβολή του τιμήματος από την αγοράστρια εταιρεία οφειλόταν αποκλειστικά στην πλημμελή εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναφορικά με την έκδοση των φορτωτικών εγγράφων που κάλυπταν την ένδικη αεροπορική μεταφορά, και για το λόγο αυτό έκρινε ότι υποχρεούται αυτή να αποζημιώσει την αναιρεσίβλητη, κατ’ άρθρο 714 ΑΚ, και κατά συνέπεια τα όσα δέχθηκε για το άνοιγμα ανέκκλητης πίστωσης υπέρ της αναιρεσίβλητης από την αγοράστρια του εμπορεύματος, πλεοναστικώς περιλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να συνάπτονταν με το αντικείμενο της δίκης, και γι’ αυτό, ως μη έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ και δεν ιδρύουν τους αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως.
Συνακόλουθα τούτων ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα μέρη του, καθώς επίσης και ο πέμπτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του. Σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος, ως προς το πρώτο μέρος του, γιατί α) από την 7428/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει, ότι διατάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, μεταξύ άλλων, περί του ότι η αγοράστρια εταιρεία της μαρμάρινης κολώνας θα κατέβαλε το τίμημα ποσού 55.800 δολ.
ΗΠΑ μέσω ανέκκλητης και βεβαιωμένης τραπεζικής πίστωσης, που θα ανοιγόταν από την κινεζική τράπεζα ... BANK και το υποκατάστημα αυτής στην πόλη ..., και β) από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο σαφές πόρισμά του για την ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι (ήτοι μάρτυρες και έγγραφα), τα οποία ανελέγκτως θεώρησε αρκετά για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο μέρος του και ο πέμπτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμοι, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτή επικαλέσθηκε αφενός μεν την κατάθεση της μάρτυρα Ε. Κ., στην οποία περιέχεται η φράση "δεν υπήρχε πίστωση", αφετέρου δε την κατάθεση του μάρτυρα Σ. - Ν.
Λ., στην οποία περιέχεται η φράση "τα φορτωτικά έγγραφα δεν τα είχε ζητήσει κανείς και βρισκόντουσαν εκεί στο κατάστημα της κινεζικής τράπεζας" όχι ως αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά ως αποδεικτικά στοιχεία για την πλημμελή εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας σε σχέση με την αεροπορική μεταφορά του εμπορεύματος.
Συναφώς προς τα ανωτέρω, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΑΚ και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Αφενός μεν εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι ήταν αρκούντως ορισμένη η εντολή της αναιρεσίβλητης για την αναγραφή στην αεροπορική φορτωτική αυτής μεν ως φορτώτριας και της κινεζικής τράπεζας ως παραλήπτριας, χωρίς ενημέρωση της αναιρεσείουσας για το άνοιγμα ανέκκλητης ενέγγυας πίστωσης, αφετέρου δε το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι είχε ανοιχθεί υπέρ της αναιρεσίβλητης ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση, πράγμα που σήμαινε ότι το τίμημα πωλήσεως του εμπορεύματος ήταν απόλυτα εξασφαλισμένο, ωστόσο ουδόλως δέχθηκε ότι είχε ενημερώσει την αναιρεσείουσα για το γεγονός αυτό και τους όρους λειτουργίας αυτής της πίστωσης, ούτε καν ότι η ως άνω κινεζική τράπεζα είχε δεχθεί να μεσολαβήσει για την είσπραξη του τιμήματος του εμπορεύματος, ούτε, τέλος, περιέλαβε αιτιολογίες για ποιο λόγο αρνήθηκε η τράπεζα να συμμορφωθεί με τους όρους της ανέκκλητης πίστωσης.
Οι λόγοι αυτοί στο σύνολό τους είναι αβάσιμοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, το αν ανοίχθηκε ή όχι υπέρ της αναιρεσίβλητης ανέκκλητη πίστωση από την αγοράστρια εταιρεία δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η μη καταβολή του τιμήματος από την αγοράστρια εταιρεία οφειλόταν αποκλειστικά στην πλημμελή εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναφορικά με την έκδοση των φορτωτικών εγγράφων που κάλυπταν την ένδικη αεροπορική μεταφορά, και κατά συνέπεια τα όσα δέχθηκε για το άνοιγμα ανέκκλητης πίστωσης υπέρ της αναιρεσίβλητης από την αγοράστρια της μαρμάρινης κολώνας, πλεοναστικώς περιλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να συνάπτονταν με το αντικείμενο της δίκης, και συνακόλουθα ήταν αρκούντως ορισμένη η εντολή της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα ως προς τα στοιχεία της φορτωτικής και δεν ήταν απαραίτητο το Εφετείο να περιλάβει παραδοχές, κατά πόσον η αναιρεσίβλητη είχε ενημερώσει την αναιρεσείουσα αναφορικά με το άνοιγμα ανέκκλητης πίστωσης, ούτε αν η κινεζική τράπεζα συμμορφώθηκε ή όχι με τους αντίστοιχους όρους.
Συναφώς επίσης προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι, οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι στερείται αιτιολογιών, άλλως περιέχει αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι είχε ανοιχθεί υπέρ της αναιρεσίβλητης ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση, πράγμα που σήμαινε ότι το τίμημα πωλήσεως του εμπορεύματος είχε ήδη κατατεθεί στην κινεζική τράπεζα και άρα ήταν απόλυτα εξασφαλισμένο, στη συνέχεια, για να θεμελιώσει την ευθύνη της προς αποζημίωση, αντιφατικώς προς τα προηγούμενα, δέχθηκε ότι η κινεζική τράπεζα θα εισέπραττε το τίμημα από την αγοράστρια και θα μεταβίβαζε σ’ αυτήν τη φορτωτική, προκειμένου να παραλάβει αυτή το εμπόρευμα, περαιτέρω ότι δεν περιέλαβε αιτιολογίες, ποια η τύχη της εν λόγω ανέκκλητης πίστωσης, και συγκεκριμένα για ποιο λόγο η αναιρεσίβλητη δεν εισέπραξε το σχετικό ποσό, ούτε, τέλος, περιέλαβε αιτιολογίες, κατά πόσον η αναιρεσίβλητη απέστειλε προς την κινεζική τράπεζα τα απαραίτητα φορτωτικά έγγραφα, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η ανέκκλητη πίστωση.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι στο σύνολό τους αβάσιμες, γιατί, όπως εκτέθηκε και κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, το αν ανοίχθηκε ή όχι υπέρ της αναιρεσίβλητης ανέκκλητη πίστωση από την αγοράστρια εταιρεία στην κινεζική τράπεζα δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η μη καταβολή του τιμήματος από την αγοράστρια εταιρεία οφειλόταν αποκλειστικά στην πλημμελή εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναφορικά με την έκδοση των φορτωτικών εγγράφων που κάλυπταν την ένδικη αεροπορική μεταφορά, και κατά συνέπεια τα όσα δέχθηκε για το άνοιγμα ανέκκλητης πίστωσης υπέρ της αναιρεσίβλητης από την αγοράστρια, πλεοναστικώς περιλήφθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να συνάπτονται με το αντικείμενο της δίκης, και συνακόλουθα δεν ήταν απαραίτητο να περιλάβει το Εφετείο αιτιολογίες για την τύχη της ανέκκλητης πιστώσεως, ούτε συνιστά αντίφαση για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η παραδοχή ότι ανοίχθηκε ανέκκλητη πίστωση, εφόσον το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην πλημμελή εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι στερείται αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, κατά πόσον στην εντολή της αναιρεσίβλητης για την αεροπορική μεταφορά του εμπορεύματος και την παράδοσή του στον παραλήπτη περιλαμβανόταν και εντολή για την είσπραξη του τιμήματος, και περαιτέρω, κατά πόσον υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη αναγραφής στην κύρια φορτωτική ως παραλήπτριας της κινεζικής τράπεζας και της μη πληρωμής του τιμήματος από την αγοράστρια εταιρεία.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 26-11-1996, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εξέδωσε για την πώληση της ... κολώνας το ... τιμολόγιο πώλησης. Κατά την ίδια δε ημερομηνία κατήρτισε με την πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία ασκεί επιχείρηση διεθνών μεταφορών, προφορική σύμβαση παραγγελίας αεροπορικής μεταφοράς, δυνάμει της οποίας της ανέθεσε την εξεύρεση για λογαριασμό της αερομεταφορέα, προκειμένου να μεταφερθεί η ...
κολώνα από την Αθήνα στο Χονγκ - Κογκ, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 26-11-1996 "φαξ". Στο ανωτέρω "φαξ" περιέχονται σαφείς και ρητές οδηγίες της ενάγουσας προς την πρώτη εναγομένη, αναφορικά με τα στοιχεία, που έπρεπε να περιέχει η φορτωτική, που θα εξέδιδε η τελευταία για τη μεταφορά του εμπορεύματος.
Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, στο έγγραφο της αεροπορικής φορτωτικής έπρεπε να αναγραφεί ως φορτωτής η ενάγουσα και ως παραλήπτης η ανωτέρω κινεζική τράπεζα (ενν. ... BANK), στην οποία ... είχε ανοιχθεί υπέρ της ενάγουσας ανέκκλητη πίστωση από την αγοράστρια εταιρεία. Έτσι, με βάση όσα είχαν συμφωνηθεί, στην ως άνω Τράπεζα, η οποία θα αναφερόταν ως παραλήπτρια, η αεροπορική εταιρεία, η οποία θα μετέφερε το εμπόρευμα, θα παρέδιδε τη φορτωτική.
Στη συνέχεια η Τράπεζα θα εισέπραττε από την αγοράστρια το τίμημα, που είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα - πωλήτρια και παραγγελέα της επίδικης μεταφοράς και θα μεταβίβαζε σ’ αυτήν (αγοράστρια) τη φορτωτική, προκειμένου να παραλάβει το μεταφερθέν στην Κίνα εμπόρευμα. Τέλος, η κινεζική τράπεζα θα έστελνε το ποσό που θα εισέπραττε στην ενάγουσα, στην Ελλάδα, μέσω της συνεργαζόμενης με την τελευταία Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Μόνο αν αναφερόταν η ανωτέρω κινεζική τράπεζα ως παραλήπτρια θα ήταν δυνατό να εξασφαλισθεί η πληρωμή του τιμήματος προς την ενάγουσα, μέσω αυτής (τράπεζας), πριν την παραλαβή του εμπορεύματος εκ μέρους της αγοράστριας. Η τελευταία, σύμφωνα με τις οδηγίες της ενάγουσας, όπως αναγράφονται στο από 26-11-1996 "φαξ", θα έπρεπε απλώς να ειδοποιηθεί για την άφιξη του εμπορεύματος στο αεροδρόμιο προορισμού, έτσι ώστε να καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα στην κινεζική τράπεζα, να παραλάβει τα φορτωτικά έγγραφα και, με βάση αυτά, το εμπόρευμα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ανέθεσε την εκτέλεση της αεροπορικής μεταφοράς της ... κολώνας στην αεροπορική εταιρεία "...", ενώ συμφωνήθηκε ότι την αμοιβή της και τον αεροπορικό ναύλο θα κατέβαλε η αγοράστρια, μέσω της εδρεύουσας στο Χονγκ - Κογκ αντιπροσώπου της, δεύτερης εναγομένης ... με την επωνυμία "...) LTD", η οποία θα ανελάμβανε τη μεταφορά του εμπορεύματος στην πόλη ..., και με την οποία η πρώτη εναγομένη είχε συνεννοηθεί προφορικώς και εγγράφως στα πλαίσια οργάνωσης της μεταφοράς. ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης μεταφοράς εκδόθηκε με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης η υπ’ αριθμ. ...27-11-1996 αεροπορική φορτωτική (master) με πραγματικό μεταφορέα την αεροπορική εταιρεία "...", στην οποία (φορτωτική), κατά παράβαση των ανωτέρω συμφωνηθέντων, ανεγράφη ως φορτώτρια - αποστολέας του εμπορεύματος όχι η ενάγουσα, αλλά η πρώτη εναγομένη και ως παραλήπτρια του εμπορεύματος όχι η κινεζική τράπεζα, αλλά η δεύτερη εναγομένη.
Παράλληλα, εκδόθηκε με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης και η υπ’ αριθμ. .../27-11-1996 αεροπορική φορτωτική (house), στην οποία, σύμφωνα με τις δοθείσες οδηγίες, ανεγράφη ως φορτώτρια - αποστολέας του εμπορεύματος η ενάγουσα και ως παραλήπτρια η κινεζική τράπεζα. Όμως αποδείχθηκε ότι η δεύτερη αυτή (house) φορτωτική, την οποία και μόνο γνωστοποίησε η πρώτη εναγομένη στην ενάγουσα προς απόδειξη της πλήρους συμμόρφωσής της στις οδηγίες της τελευταίας και με την οποία θα εξασφαλιζόταν η είσπραξη του τιμήματος με τη μεσολάβηση της κινεζικής τράπεζας πριν την παράδοση του εμπορεύματος στην αγοράστρια, δεν είναι η επίσημη φορτωτική, με βάση την οποία ταξίδεψε το εμπόρευμα.
Μόνη δε επίσημη φορτωτική ήταν η προαναφερόμενη master φορτωτική, στην οποία, όμως, ... δεν αναγραφόταν ως παραλήπτρια του εμπορεύματος η κινεζική τράπεζα, αλλά η δεύτερη εναγομένη. Αποτέλεσμα της, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αμελούς αυτής συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης ήταν να παραδοθεί η master φορτωτική στη δεύτερη εναγομένη, η οποία ως αναγραφόμενη σ’ αυτήν παραλήπτρια του εμπορεύματος, το παρέλαβε και το παρέδωσε στην αγοράστρια αυτού, χωρίς τη μεσολάβηση της κινεζικής τράπεζας, αφού αυτή θα μεσολαβούσε μόνο αν αναφερόταν η ίδια στην εν λόγω επίσημη φορτωτική ως παραλήπτρια του εμπορεύματος, και χωρίς την προηγούμενη καταβολή εκ μέρους της αγοράστριας του οφειλόμενου τιμήματος, το οποίο η τελευταία ουδέποτε κατέβαλε στην ενάγουσα. ...
Ενόψει των ανωτέρω, η, κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής της υποχρέωσης, παράλειψη της πρώτης εναγομένης, ως εντολοδόχου, να ακολουθήσει τις ανωτέρω ρητές οδηγίες της ενάγουσας ως προς τη συμπλήρωση της φορτωτικής και η παράλειψή της να την ενημερώσει για την έκδοση δύο φορτωτικών, με αναφερόμενο διαφορετικό αποστολέα και παραλήπτη, και ειδικότερα, για την έκδοση της επίσημης master φορτωτικής, στην οποία αναφερόταν άλλος αποστολέας και άλλος παραλήπτης από εκείνον, για τον οποίο της είχε δώσει τη σχετική εντολή, συνιστούν πταίσμα της πρώτης εναγομένης, ...
αφού δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, με συνέπεια να υφίσταται ευθύνη της για την αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, η οποία είναι ίση με την αξία του εμπορεύματος, που δεν της καταβλήθηκε ποτέ από την αγοράστρια εταιρεία, δηλαδή ίση με το ποσό των 55.800 δολαρίων ΗΠΑ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα αφενός μεν της πλημμελούς εκτελέσεως της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναφορικά με την έκδοση των φορτωτικών εγγράφων που κάλυπταν την ένδικη αεροπορική μεταφορά, αφετέρου δε την αιτιώδη συνάφεια αυτής με τη ζημία της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 713, 714, 297, 330 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η επίσημη φορτωτική, με βάση την οποία μεταφέρθηκε το ένδικο φορτίο στον τόπο προορισμού, δεν ανέγραφε ως παραλήπτη αυτόν που είχε υποδείξει η αναιρεσίβλητη, όπως όφειλε να πράξει η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις εντολές της, αφού μόνο με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν η πωλήτρια του φορτίου για την καταβολή του συμφωνημένου τιμήματος.
Εξάλλου, η εκ μέρους της αναιρεσείουσας έκδοση και άλλης φορτωτικής, την οποία και μόνο παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη και στην οποία είχε αναγράψει τα στοιχεία του φορτωτή και παραλήπτη σύμφωνα με τις οδηγίες της τελευταίας, χωρίς ωστόσο να την ενημερώσει για την έκδοση της επίσημης φορτωτικής, στην οποία αναγραφόταν άλλος παραλήπτης, από εκείνον για τον οποίο της είχε δώσει τη σχετική εντολή, δεν συνιστά την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και γεννά την υποχρέωση του εντολοδόχου να αποζημιώσει τον εντολέα για τη ζημία που υπέστη από την πλημμελή εκτέλεση της εντολής.
Συνακόλουθα τούτων, οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, η μεν πρώτη ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη, δεδομένου ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την πλημμελή εκτέλεση της εντολής της αναιρεσίβλητης, και κατ’ επέκταση την ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωσή της, στην κατά παράβαση των εντολών της συμπλήρωση των στοιχείων της φορτωτικής που κάλυπταν την αεροπορική μεταφορά του εμπορεύματος, και ειδικότερα τον παραλήπτη, η δε δεύτερη, γιατί η κρίση του Εφετείου, ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση, η πλημμελής εκτέλεση της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος για την αναιρεσίβλητη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία της ένδικης συμβάσεως αεροπορικής μεταφοράς. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, εφόσον η εντολή της αναιρεσίβλητης αφορούσε στην αεροπορική μεταφορά της μαρμάρινης κολώνας από την Αθήνα στην πόλη ...
και το πλησιέστερο προς την εν λόγω πόλη αεροδρόμιο ήταν αυτό του Χονγκ - Κογκ, κατέστη αναγκαία, κατά τα συναλλακτικά ήθη, η έκδοση δύο φορτωτικών, της master για την αεροπορική μεταφορά του εμπορεύματος, οπότε ως παραλήπτης αναγράφηκε η εταιρεία "...) LTD", η οποία και ανέλαβε την οδική μεταφορά τούτου από το Χονγκ - Κογκ μέχρι την πόλη ..., και της house φορτωτικής, που ανέγραφε ως παραλήπτη, σύμφωνα με τις οδηγίες της αναιρεσίβλητης, την κινεζική τράπεζα ...
BANK, η οποία με τη σειρά της οπισθογράφησε τη house φορτωτική στην αγοράστρια, που παρέλαβε τελικά το εμπόρευμα, και ότι κατά συνέπεια το Εφετείο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τα ως άνω συναλλακτικά ήθη, έκρινε ότι υπήρξε παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων με την έκδοση δύο φορτωτικών. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, δεδομένου ότι, ανεξάρτητα αν η έκδοση δύο φορτωτικών περιλαμβάνεται στα συναλλακτικά ήθη των αεροπορικών μεταφορών, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, μεταξύ άλλων, και στην παράλειψή της να ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για την έκδοση δύο φορτωτικών, με αναφερόμενο διαφορετικό αποστολέα και παραλήπτη, και ειδικότερα, για την έκδοση της επίσημης master φορτωτικής, με την οποία και έγινε η αεροπορική μεταφορά, και στην οποία αναφερόταν άλλος αποστολέας και άλλος παραλήπτης από εκείνον, για τον οποίο της είχε δώσει τη σχετική εντολή.
Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων με βάση τα οποία εκτελωνίσθηκε το εμπόρευμα. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι από τα έγγραφα που παραδεκτά προσκόμισε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, και ειδικότερα, την από 3-12-1996 τελωνειακή διασάφηση, β) το από 10-12-1996 ειδοποιητήριο για την πληρωμή εισαγωγής και γ) την υπ’ αριθ. .../27-11-1996 house φορτωτική, προαποδεικνυόταν ότι η αγοράστρια παρέλαβε την μαρμάρινη κολώνα με τη μεσολάβηση της ως άνω κινεζικής τράπεζας δυνάμει της house φορτωτικής, η δε κινεζική τράπεζα, ως μη συνδεόμενη με οποιαδήποτε σχέση με την αναιρεσίβλητη, παρέδωσε στην αγοράστρια τη house φορτωτική νομίμως οπισθογραφημένη, πλην όμως το Εφετείο, κατά παραμόρφωση τούτων, δέχθηκε ότι δεν αναγράφονται στα ως άνω έγγραφα τέτοια στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι αφορούν στην ένδικη σύμβαση μεταφοράς.
Από τα έγγραφα αυτά, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα και ενώπιον του Αρείου Πάγου, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι αφορούν αυτά στην ένδικη σύμβαση μεταφοράς. Συγκεκριμένα, η τελωνειακή διασάφηση εισαγωγής αναγράφει ως παραλήπτη την τράπεζα ... BANK και όχι την ... BANK, και περαιτέρω, πλην της ομοιότητας του προϊόντος (μάρμαρα) και της χώρας προέλευσης (Ελλάδα), δεν υπάρχει ταύτιση και των λοιπών στοιχείων, όπως ποσότητα, βάρος, αριθμός ξύλινων κιβωτίων.
Περαιτέρω, το ειδοποιητήριο για την πληρωμή από την ... BANK και η αποδοχή της πληρωμής από την αγοράστρια εταιρεία, έστω και αν αφορούν στο εμπόρευμα της ένδικης μεταφοράς, δεν αναιρούν χωρίς άλλο την ευθύνη της αναιρεσείουσας για πλημμελή εκτέλεση της εντολής που είχε λάβει από την αναιρεσίβλητη αναφορικά με την αεροπορική μεταφορά του εμπορεύματος.
Τέλος, η παρατήρηση που περιλαμβάνεται στην ... house φορτωτική, που εξέδωσε η αναιρεσείουσα, ότι "στις ... Δεκεμβρίου 1996 παραλάβαμε 20 κιβώτια μάρμαρο από την εταιρεία μεταφορών ... (Κίνα), από τα οποία το 12ο κιβώτιο βρέθηκε κατεστραμμένο" με δυσανάγνωστη την υπογραφή του παραλήπτη, αφενός μεν δεν παρέχει βεβαιότητα για το πρόσωπο του παραλήπτη, αφετέρου δε εμφανίζει ως μεταφορέα και άλλη εταιρεία, που δεν αναγράφεται ούτε στη master ούτε στη house φορτωτική.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, αποφαινόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι επί των εν λόγω εγγράφων δεν αναγράφονται στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι αφορούν στην ένδικη σύμβαση μεταφοράς, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα οποία ορθά ανέγνωσε, αλλά συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, και γι’ αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήρια της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολομ. ΑΠ 15/2000 - ΑΠ 139/2001, 539/2003).
Με τον ένατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και κρίνοντας ορισμένη την αγωγή αποζημιώσεως, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη με την από 28-3-2005 παραίτηση από δικόγραφο και δικαίωμα αγωγής έναντι της δεύτερης εναγομένης και τη δήλωσή της ότι ως προς το υπόλοιπο της απαιτήσεώς της, μετά την αφαίρεση κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 423 ΑΚ τρόπο του ποσού των 28.000 δολ.
ΗΠΑ, που εισέπραξε από τη δεύτερη εναγομένη, συνεχίζει τη δίκη εναντίον της πρώτης εναγομένης, δεν προσδιόρισε περαιτέρω το ποσό του περιορισμού για κάθε ένα από τα περισσότερα κονδύλια της αγωγής, με περαιτέρω συνέπεια η αγωγή να έχει καταστεί αόριστη στο σύνολό της. Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε στο Εφετείο και τον άνω ισχυρισμό ως στοιχείο της αοριστίας της αγωγής.
Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου με τον όγδοο λόγο εφέσεως επικαλέσθηκε ως στοιχείο της αοριστίας της αγωγής μόνο το γεγονός ότι αναφέρονται στο δικόγραφο τα περιστατικά εκείνα που θεμελιώνουν την ευθύνη της καθεμιάς εναγομένης χωριστά, όχι όμως και εκείνα που αφορούν στην ύπαρξη δεσμού μεταξύ των συνεναγομένων προσώπων, που να δικαιολογεί την από κοινού εναγωγή τους.
Το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τον λόγο αυτό, έκρινε ότι, μετά την απόρριψη ως μη νόμιμης της αδικοπρακτικής βάσεως της αγωγής, δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας ως προς την ερευνώμενη βάση της αγωγής, που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη μόνο της πρώτης εναγομένης, και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 483 ΑΚ, και δεν μείωσε την επιδικασθείσα απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά το ποσό των 28.000 δολ. ΗΠΑ, ενώ με βάση τη δικαστική ομολογία αυτής, ότι έλαβε από τη δεύτερη εναγομένη το ποσόν αυτό, θα έπρεπε να προβεί σε ισόποση μείωση της αποζημιώσεως, δεδομένου ότι η καταβολή που έγινε από έναν συνοφειλέτη ενεργεί αντικειμενικά και ωφελεί και τους λοιπούς.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η ενάγουσα, την 28-3-2005, δήλωσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, ... ότι κατόπιν εξώδικης συμβιβαστικής επίλυσης με τη δεύτερη εναγομένη της μεταξύ τους διαφοράς, η τελευταία της κατέβαλε το ποσό των 28.000 δολ.
ΗΠΑ έναντι της προβληθείσας με την ένδικη αγωγή συνολικής απαίτησης, ανερχομένης στα ποσά των 61.628 δολαρίων και των 10.324.000 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης. Με τις έγγραφες δε προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δήλωσε η ενάγουσα ότι το ως άνω ποσό των 28.000 δολαρίων θα συμψηφισθεί έναντι της ένδικης αξίωσής της, κατά τον οριζόμενο από το άρθρο 423 ΑΚ τρόπο.
Η ως άνω καταβολή εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, την οποία δεν επικαλέσθηκε η πρώτη εναγομένη, υπό τη μορφή ισχυρισμού αρνητικού της ζημίας της ενάγουσας και του ύψους αυτής, κατά την επακολουθήσασα της δήλωσης μετ’ απόδειξη συζήτηση της αγωγής, μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δεν οδηγεί σε αντίστοιχη μείωση του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, καθόσον, κατά το σαφές περιεχόμενο της δήλωσης, η καταβολή έγινε έναντι της συνολικής απαίτησης της ενάγουσας, δηλαδή τόσο της απορριφθείσας, όσο και της επιδικασθείσας, μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, ώστε να μη δύναται να διακριβωθεί, αν κα μέχρι ποιου ποσού επέφερε την απόσβεση του επιδικασθέντος με την εκκαλουμένη απόφαση κεφαλαίου, στο οποίο η καταβολή, σύμφωνα με το άρθρο 423 ΑΚ, καταλογίζεται τελευταία", και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 483 ΑΚ. Ειδικότερα, η συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και της αναιρεσίβλητης με την εκ μέρους της καταβολή του ποσού των 28.000 δολ. ΗΠΑ έγινε έναντι της προβληθείσας με την ένδικη αγωγή συνολικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ανερχομένης στα ποσά των 61.628 δολαρίων και των 10.324.000 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, και σε καμιά περίπτωση έναντι του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση σε βάρος της αναιρεσείουσας πολύ μικρότερου ποσού.
Εξάλλου, είναι χωρίς έννομη επιρροή το γεγονός ότι κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της αγωγής η συρρέουσα βάση της αγωγής από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και αντίστοιχο μέρος των αγωγικών κονδυλίων κρίθηκαν μη νόμιμα και απορρίφθηκαν, εφόσον, κατ’ άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις φιλονικία τους ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, με αβέβαιη δε σχέση εξομοιώνεται η επισφαλής απαίτηση, και τέτοια ήταν στην προκειμένη περίπτωση η αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά της δεύτερης εναγομένης.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Για το παραδεκτό και το σύννομο της αιτήσεως απαιτείται να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο εφέσεως ζήτησε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη - ενάγουσα να επιδείξει το έγγραφο που υπεγράφη μεταξύ αυτής και της εταιρείας "...) LTD", με το οποίο συμφωνήθηκε η εξώδικη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και η κατάργηση της δίκης διά της εκ μέρους της δεύτερης καταβολής 28.000 δολαρίων ΗΠΑ έναντι της συνολικής κατ’ αμφοτέρων των αρχικώς εναγομένων απαίτησης, προκειμένου να αποδειχθεί η έκταση του περιορισμού της απαίτησης της εφεσίβλητης - ενάγουσας.
Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της εφέσεως προεχόντως ως αόριστο, καθόσον η εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσείουσα) δεν επικαλείτο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του αιτήματός της στοιχεία, και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) κατέχει το εν λόγω έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη, καθώς και ότι το έγγραφο αυτό είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της, τον οποία μάλιστα δεν πρόβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, εφόσον το γεγονός και μόνο ότι η αναιρεσίβλητη ήταν συμβαλλόμενη στο έγγραφο αυτό, δεν σημαίνει χωρίς άλλο ότι και κατέχει τούτο, ενώ το μη πρόσφορο του εγγράφου αυτού για την απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας προέκυπτε από την προηγούμενη απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού της για μείωση του ποσού της αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης.
Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Απριλίου 2016 αίτηση της "... Α.Ε." για αναίρεση της 482/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που τα ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ