Supreme Court partially allows appeal on insurance subrogation rights and damages calculation in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident claim. The appellant argued that the lower court incorrectly applied civil code articles concerning insurance subrogation and failed to account for the appellant's own fault in the accident. The court agreed that the lower court erred in its legal application and calculation of damages, ordering a partial retrial on the disputed amount while dismissing other appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 460 and 930 of the Civil Code; The court must apply the correct provisions of Law 2496/1997 regarding insurance subrogation and cannot base a third party's claim on the victim's receipt of insurance benefits, requiring a recalculation of damages based on comparative negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1473/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ο. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Κλάππα, αφού ανακάλεσε την δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αιρεσιβλήτων:1. Χ. Λ. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-3-2003 και 28-1-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3949/2005 μη οριστική και 5077/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1320/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 9-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή μόνο του έβδομου λόγου και την απόρριψη των λοιπών της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αρ. .../4.3.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 15.12.2012 αίτησης αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1320/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με κλήση για εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (17. 5. 2013) νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον πρώτο αναιρεσίβλητο (Λ.
Χ. του Α.). Ο τελευταίος όμως όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο και έγινε η συζήτηση αυτής. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν κατέθεσε έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) για μη παράστασή του κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω αναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεσης της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Ακόμα η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 1-8-2002 και περί ώρα 12.30' ο πρώτος εναγόμενος Λ. Χ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία της στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη δικονομική θέση αυτής υπεισήλθε ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", εκινείτο επί της Λεωφόρου Κηφισίας, στην περιοχή Αμπελοκήπων, με κατεύθυνση προς Κηφισιά.
Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 36, όπου συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η ως άνω οδός είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα πλάτους 1,80 μ. και διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, δοθέντος ότι πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής, ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, όπως όλα τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και την έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα.
Την ίδια χρονική στιγμή ο ενάγων, που βρισκόταν πεζός επί του δεξιού, ως προς την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, πεζοδρομίου της ως άνω Λεωφόρου, κατήλθε στο οδόστρωμα, προτιθέμενος να το διασχίσει κάθετα από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας και σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, με αποτέλεσμα, ενώ είχε διασχίσει τις δύο πρώτες, ως προς την πορεία του, λωρίδες κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου και βάδιζε στην τρίτη λωρίδα αυτής, να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας μόλις διέλθει από τη διασταύρωση της Λεωφόρου Κηφισίας με την οδό Κορινθίας, όπου οι εκεί φωτεινοί σηματοδότες είχαν πράσινη ένδειξη για τα οχήματα, να παρασυρθεί από τη μοτοσικλέτα, να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί.
Υπό τα αποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται στην προαναφερθείσα οδική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου οδηγού, η οποία συνιστά αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός.
Συνίσταται δε, ειδικότερα, η αμέλεια αυτή στο ότι ο ανωτέρω οδηγός δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, ώστε να μπορεί με ασφάλεια να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, προβλεπτό στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση του ενάγοντος που επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, ώστε να τροχοπεδήσει και να διενεργήσει αποφευκτικό της παράσυρσης ελιγμό, με τη συμπεριφορά του δε αυτή παραβίασε τις από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, υφισταμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ανωτέρω παραβάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος.
Συνυπαίτιος, όμως, του ατυχήματος και δη κατά ποσοστό 60% είναι και ο παθών ενάγων, ο οποίος από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός πεζός, κατήλθε στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει κάθετα σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών και χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κίνηση των κινουμένων επ1 αυτού οχημάτων, ούτε να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία τους, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να παρασυρθεί από αυτή, η συμπεριφορά του δε αυτή, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προκαλέσει ατύχημα, προκάλεσε τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, βρισκόμενη σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε αλλιώς και δέχτηκε ότι ο μεν πρώτος εναγόμενος, οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, βαρύνεται με υπαιτιότητα σε ποσοστό 50%, ο δε ενάγων με συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 50% στην πρόκληση του ατυχήματος, έσφαλε στην κρίση του αυτή και ειδικότερα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που είχαν προσκομισθεί...Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ ΕΕΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου αριστερά, το οποίο αντιμετωπίστηκε χειρουργικός με εσωτερική οστεοσύνθεση, δυο θλαστικά τραύματα κεφαλής και ένα βαθύ θλαστικό τραύμα στο εξωτερικό της αριστερής κνήμης, των οποίων έγινε συρραφή και παρέμεινε νοσηλευόμενος στο ως άνω Νοσοκομείο μέχρι τις 8-8-2002.
Η σημερινή κατάσταση της υγείας του ενάγοντος έχει ως εξής: παρουσιάζει ελάχιστη μείωση του εύρους κάμψης του αριστερού γόνατος κατά 15° (130° αντί 145°), μικρή ατροφία αριστερού τετρακέφαλου (1,5 cm), ήπια χονδροπάθεια και οστεοαρθροπάθεια αριστερού γόνατος, ευαισθησία στην πίεση του επιγονατιδικού συνδέσμου και του έξω διαστήματος, δυσχέρεια στην παρατεινόμενη βάδιση και στην άνοδο και κάθοδο σκάλας, ενώ το κάταγμα έχει πωρωθεί, δεν εμφανίζει ανισοσκελία και από συνδεσμικής απόψεως το αριστερό γόνατο είναι σταθερό.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ο ενάγων είχε ανάγκη από τις φροντίδες και περιποιήσεις ενός προσώπου, πέραν από αυτές του τακτικού νοσηλευτικού προσωπικού. Τις ως άνω υπηρεσίες πρόσφεραν σ' αυτόν κατά την πρωινή βάρδια η αποκλειστική νοσοκόμα Σ. Δ. και κατά την νυκτερινή η αποκλειστική νοσοκόμα Ε.
Λ., στις οποίες κατέβαλε το συνολικό ποσό των 756,04 ευρώ. Κατά την απογευματινή βάρδια τις ως άνω υπηρεσίες πρόσφεραν στον ενάγοντα η σύζυγος του Α. και ο αδελφός του Μ. Ο. χωρίς αντάλλαγμα, αλλά με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους. Εξάλλου, το γεγονός ότι τις πιο πάνω υπηρεσίες κάλυψαν οι ανωτέρω οικείοι του δεν μπορεί να αναγάγει σε ωφέλεια των υπόχρεων εναγομένων και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης του ενάγοντος (άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ), η οποία αποτιμάται με βάση την πλασματική αμοιβή που καταβάλλεται για αντίστοιχες υπηρεσίες, ενόψει δε του ότι οι υπηρεσίες που του πρόσφεραν οι ως άνω οικείοι του δεν ήταν οι εξειδικευμένες τοιαύτες μιας αποκλειστικής νοσοκόμου η αμοιβή αυτή ανέρχεται στο ποσό των 30 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 210 ευρώ (30 ευρώ Χ 7 ημέρες).
Μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο και την επιστροφή στο σπίτι του, μη δυνάμενος λόγω της καταστάσεως της υγείας του να αυτοεξυπηρετηθεί, είχε ανάγκη των υπηρεσιών οικιακής βοηθού προς εξυπηρέτηση των ατομικών του αναγκών, προσέλαβε δε προς τούτο την Ε. Σ. αντί μηνιαίου μισθού 500 ευρώ, η οποία του παρείχε τις υπηρεσίες της για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μηνών για το οποίο της κατέβαλε το ποσό των 2.000 ευρώ (4 μην.
Χ 500 ευρώ). Επίσης, μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο και για χρονικό διάστημα τριών μηνών ο ενάγων είχε ανάγκη και λάμβανε βελτιωμένη, εν σχέσει με τη συνήθη, διατροφή, καταβάλλοντος επί πλέον το ποσό των τριών (3) ευρώ ημερησίως και συνολικά το ποσό των 270 ευρώ (3 μην. Χ 30 ημ. Χ 3 ευρώ). Εξάλλου, για την αποκατάσταση της λειτουργικότητας και κινητικότητας του αριστερού κάτω άκρου του ο ενάγων υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες και δαπάνησε συνολικά το ποσό των 1.760 ευρώ.
Επίσης, για αγορά φαρμάκων ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 55,73 ευρώ. Κατά την ένδικη σύγκρουση και λόγω της πτώσης του ενάγοντος στο οδόστρωμα καταστράφηκε το κινητό του τηλέφωνο, μάρκας Panasonic GD95A, αξίας, ως μεταχειρισμένου, 100 ευρώ.
Συνεπώς, η ζημία του ενάγοντος από τις ως άνω αιτίες ανήλθε στο συνολικό ποσό των 5.151,77 (756,04 + 210 + 2.000 + 270 + 1.760 + 55,73 + 100) ευρώ, το οποίο επιδικάζεται μειωμένο κατά το προαναφερθέν ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος (60%) και έτσι θα επιδικασθεί το ποσό των 2.060.70 ευρώ (5.151,77 ευρώ - 60%). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του επιδίκασε στον ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες το μεγαλύτερο ποσό των 14.583,88 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων πριν από το ένδικο ατύχημα απασχολείτο ως υπεύθυνος της γραμματείας σύνταξης και πωλήσεων του νομικού περιοδικού "Σύγχρονος Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου".
Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 880 ευρώ, ενώ ελάμβανε μηνιαίως και ποσοστά επί των εισπράξεων ύψους, κατά μέσο όρο, 600 ευρώ και έτσι οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.480 ευρώ. Εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία από το χρόνο του ατυχήματος (1-8-2002) μέχρι τις 31-1-2003, χρονικό διάστημα κατά το οποίο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να εργάζεται, αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, και θα αποκέρδαινε το ποσό των 8.880 (1.480 ευρώ Χ6 μήνες) ευρώ, το οποίο επιδικάζεται μειωμένο κατά το προαναφερθέν ποσοστό συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος και έτσι θα επιδικασθεί το ποσό των 3.552 ευρώ (8.880 ευρώ-60%).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του επιδίκασε στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το μεγαλύτερο ποσό των 6.000 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Ο εναγών υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα (αδικοπραξία) ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται κατά νόμον (άρθρα 299, 932 ΑΚ) εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Η ικανοποίηση αυτή ανέρχεται, ενόψει ιδίως των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα, του βαθμού πταίσματος του εναγόμενου οδηγού, του είδους και της έκτασης της σωματικής βλάβης που υπέστη, του χρόνου αποθεραπείας του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων και των δεδομένων της ανθρωπινής εμπειρίας, στο ποσό των 20.000 ευρώ" Γι' αυτό έκρινε ότι εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδικάζοντας για την αιτία αυτήν στον ενάγοντα το ποσό των 30.000ευρώ.
Στη συνέχεια το Εφετείο μετά τις παραπάνω παραδοχές του κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην κατ' ουσίαν απόρριψη της από 24.7.2008 έφεσης του ενάγοντος και στην κατ' ουσίαν παραδοχή της από 7.3.2008 έφεση των εναγομένων, την εξαφάνιση των πρωτοβάθμιων αποφάσεων (υπ' αρ 5077/2007 και 3949/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ) και δικάζοντας κατ' ουσίαν τις δύο ένδικες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε εν μέρει αυτές , επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα συνολικά το ποσό των 29.023,90ευρώ (μικρότερο εκείνου που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο).Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς όλα τα λοιπά, πλην της απόρριψης του αιτήματος επιδίκασης στον ενάγοντα του ποσού των 1222,64 ευρώ που καταβλήθηκε σ' αυτόν από τη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN", με βάση τη μεταξύ τους υφιστάμενη ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενείας, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (του αστικού κώδικα του ν.
ΓΠΝ/1911, του ν. 2696/1999 και του ν. 489/1976), λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) ως προς την ευθύνη ή συνευθύνη του πεζού για τον τραυματισμό του που διασχίζει καθέτως το οδόστρωμα εκτός διαβάσεως και χωρίς έλεγχο του φωτός των φωτεινών σηματοδοτών που βρίσκονται πλησίον του τόπου, όπου ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα και ρυθμίζουν την κίνηση των οχημάτων και πεζών.
Εξάλλου το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παραδοχή ή απόρριψη όλων των αγωγικών αιτημάτων (για επιδίκαση αποζημίωσης στον ενάγοντα λόγω των θετικών και αποθετικών ζημιών του, μη επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ. και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης κατ' άρθρο 932ΑΚ) σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου τους οποίους εφάρμοσε και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκή αιτιολογία ως προς τη υπαιτιότητα καθενός των εμπλακέντων στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα προσώπων (πεζού και οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας), η κρίση δε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός των δύο ως άνω προσώπων είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη, καθόσον αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες για παραβίαση από το δικαστήριο που την εξέδωσε κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ 8ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο ότι δεν ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εξέτασε σχετικό ισχυρισμό του διαδίκου που συγκροτεί την ιστορική βάση κάποιου αιτήματος της αγωγής του, τον οποίο όμως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον όγδοο-τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης , ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το ως άνω άρθρο πλημμέλεια λόγω μη εξέτασης του αιτήματός του περί επιδίκασης σ' αυτόν ως παθόντος στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931ΑΚ.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα και στη συνέχεια στην απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του ως άνω αγωγιού αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην αιτιολογία του τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, το κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου αριστερά που υπέστη ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα έχει πλήρως πωρωθεί και από συνδεσμικής απόψεως το αριστερό του γόνατο είναι σταθερό, ενώ δεν εμφανίζει καμιά ανισοσκελία.
Η ελάχιστη μείωση του εύρους κάμψης του αριστερού γόνατος, η μικρή ατροφία του αριστερού τετρακέφαλου και η ήπια χονδροπάθεια και οστεοαρθροπάθεια που παρουσιάζει ο ενάγων στο αριστερό του γόνατο δεν επηρεάζει την εργασιακή του ικανότητα, αφού η εργασία του είναι καθιστική και δεν απαιτεί συνεχή κινητικότητα.
Συνεπώς, η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν επιδρά στο οικονομικό του μέλλον και ως εκ τούτου το αγωγικό κονδύλιο που αφορά στην ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα με το σχετικό λόγο της έφεσης του είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".
Επομένως το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό του ενάγοντος σχετικά με την επιδίκαση σ' αυτόν ιδιαίτερης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931ΑΚ. απορρίπτοντας τον ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρ. 559 αρ 8 ΚΠολΔ προβαλλόμενος όγδοος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8ΚΠολΔ είναι και οι λόγοι έφεσης οι οποίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης και των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ 1ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης (ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ534/2002 και 1682/1991), Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται αντιφατικά ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τον έβδομο λόγο της από 24.7.2008 έφεσης του κατά της υπ' αρ 5077/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό αίτημα του για επιδίκαση σ' αυτόν διαφυγόντων κερδών του ως εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα για το χρονικό διάστημα από 1.4.2003 έως 31.12.2003, ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το Εφετείο απέρριψε το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημά του ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν βάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών μόνο για το χρονικό διάστημα από την 1.8.2002 ( ημερ του αιτήμαατος)έως την 31.1.2003 και όχι πέραν του χρονικού διαστήματος, απορρίπτοντας έτσι σιωπηρά και έμμεσα, το αίτημα αυτό για το επιπλέον χρονικό διάστημα, επικυρώνοντας έτσι τη ρητή απόρριψη του από τα πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως ο τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το άρθρο 31 του Ν. 2496/1997, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ανωτέρω νόμου που αφορά την ασφάλιση ατυχημάτων και ασθενειών, στην παράγραφο 1 αυτού ορίζει, ότι "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας", ενώ στην παράγραφο 3 αυτού ορίζει ότι "μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στο τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.
Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου" Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2496/1997 "εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή! στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος, υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή.
Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεται ευθύνη των υπόχρεων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή". Με τις διατάξεις αυτές στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας, καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού.
Έτσι, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 31 Ν 2496/1997, αν με την ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενειών συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 14 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου, λειτουργεί δηλαδή ο μηχανισμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή κατά του υπόχρεου τρίτου και περιέρχεται σ' αυτόν η αξίωση, στην έκταση του ποσού που κατέβαλε για τις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες.
Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης. Στην εκχώρηση από το νόμο εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη συμβατική εκχώρηση, εφόσον προσαρμόζονται στη φύση και στο σκοπό της και δεν προβλέπεται απόκλιση και επομένως, αφού δεν προβλέπεται διαφορετικά, είναι αναγκαία η αναγγελία για να γίνουν γνωστά τα περιστατικά της ασφαλιστικής υποκατάστασης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (βλ.
ΑΠ1669/2011,1368/2010 και /586/2010). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων, συμφωνά με τον οποίο μη νόμιμα επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα, εκτός των λοιπών, το ποσό των 1122.64 ευρώ ως επίδομα ασθενείας, μειωμένο κατά το λόγο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, παρότι.
είχαν καταβληθεί σ' αυτόν από την ασφαλιστική εταιρία; με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN", με την οποία είχε αυτός συνάψει σύμβαση ασφάλισης ατυχήματος και ασθενείας και επομένως αυτή νομιμοποιείτο στην αξίωση αυτών. Ο ισχυρισμός, εφόσον από τις παραδοχές της προβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι δεν γίνεται επίκληση αναγγελίας της τυχόν επελθούσας υποκατάστασης από την ασφαλιστική εταιρία, με την οποία είχε συνάψει ο παθών σύμβαση ατυχήματος και ασθενείας, εκτός του ότι είναι δυνατόν να είχε συμφωνηθεί η σωρευτική αποζημίωση, δεν θεμελιώνει αυθύπαρκτο δικαίωμα (γνήσια ένσταση ) του τρίτου ζημιώσαντος και εντεύθεν της ασφαλιστικής του εταιρίας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο μηχανισμός της ασφαλιστικής υποκατάστασης επιδιώκει εκτός από τον αποκλεισμό του πλουτισμού του παθόντος και την πραγμάτωση της ευθύνης του τρίτου και ως εκ τούτου δεν αίρεται η νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος παθόντος για επιδίκαση του ποσού που έλαβε από την ασφαλιστική εταιρία με βάση της μεταξύ τους υφισταμένης σύμβασης ατυχήματος-ασθενείας.
Το Εφετείο συνεπώς δεχόμενο τον προαναφερόμενο λόγο της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 460 και 930 παρ. 3 του ΑΚ με εσφαλμένη μάλιστα παραπομπή σε μη ισχύοντα άρθρα του εμπορικού νόμου, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τα προαναφερόμενα άρθρα του ν. 2496/1997. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο έβδομος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως βάσιμος, παρέλκει δε η εξέταση των συναφών τέταρτου , πέμπτου και έκτου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω μη επιδίκασης στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα του ως άνω χρηματικού ποσού των 1222,64ευρώ που έλαβε και από την ασφαλιστική εταιρία "NATIONALE NEDERLANDEN", με βάση τη μεταξύ τους υφιστάμενη ασφαλιστική τους σύμβαση ατυχήματος-ασθενείας.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε πρέπει να κρατήσει το Δικαστήριο αυτό την υπόθεση δικάζοντας κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού δεν χρειάζεται κάποια διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3ΚΠολΔ), δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 28.1.2004 αγωγή του αναιρεσείοντος και υποχρεώσει τους δύο εναγόμενους αυτής να καταβάλλουν στον ενάγοντα, πλέον του ποσού που επιδικάσθηκε σ' αυτόν με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ποσό των 1122,64 ευρώ μειωμένο λόγω της συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 60% του ενάγοντος στην πρόκληση του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (1122,64ε-60%=449,06ευρώ), ήτοι 449,06ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττημένοι 178 παρ 1 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 κατά ένα μέρος και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1320/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της Δέχεται εν μέρει την από 28.1.2004 αγωγή του αναιρεσείοντος. Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν, εξ ολοκλήρου ο καθένας στον ενάγοντα πλέον του ποσού που έχει επιδικασθεί σ' αυτόν με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών το ποσό των τετρακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και έξι λεπτών (449,06)με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ως άνω αγωγής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 15.12.2012 αίτηση για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ