1473/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1473/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 558 εδάφιο α' ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήσαν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, κατά δε το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου επί αναγκαστικής ομοδοκίας η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αντιδίκων.
Full text
Απόφαση 1473 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1473/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δ. Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ά. Τ. του Λ. και 2. Π. Τ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαϊωάννου.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Νικέζης και δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 14-6-2009 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Χ. χα Ν. Τ. και τα τέκνα του Γ. Τ. του Ν. και Σ. Τ. του Ν., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω (Δ. Νικέζη) πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1994 αγωγή των αναιρεσειόντων και της αρχικής διαδίκου Α. χας Λ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 399/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/1997 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 207/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 668/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2009 αίτησή τους και με τους από 24-11-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε τις από 30-12-2010 και 31-1-2012 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 558 εδάφιο α' ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήσαν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, κατά δε το εδάφιο β' του ιδίου άρθρου επί αναγκαστικής ομοδοκίας η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αντιδίκων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 566 ιδίου Κώδικος, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, το ονοματεπώνυμο του αναιρεσιβλήτου. Εξ' άλλου, η, σύμφωνα με το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανότητα κάποιου φυσικού προσώπου να είναι διάδικος, παύει δια του θανάτου αυτού, απόφαση δε εκδοθείσα επί δίκης με ανύπαρκτο φυσικό πρόσωπο, όπως και εκείνο που απεβίωσε, θεωρείται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 313 & 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ, ανύπαρκτη.
Εκ των ανωτέρω, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 73, 286 και 573 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, εάν εκείνος που πρόκειται να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως έχει ήδη αποβιώσει, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται κατά των κληρονόμων αυτού, το οποίο είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 159 ΚΠολΔ, εάν απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος.
Τα προαναφερόμενα, όμως, ισχύουν, εφ' όσον ο αναιρεσείων, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως ,εγνώριζε τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου. Εάν όμως ο αναιρεσείων δεν εγνώριζε τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου, η αναίρεση είναι παραδεκτή και μπορεί να συζητηθεί με τον κληρονόμο του αντιδίκου, που καλείται ή εμφανίζεται στην συζήτηση με την ιδιότητά του αυτή στην δικονομική θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλει υπεράσπιση για την ουσία της υποθέσεως (ΟΛ ΑΠ 28/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ. 561 & 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι ο αρχικώς ενάγων και διάδικος στην κατ' έφεση δίκη Ν. Τ., κατά του οποίου απευθύνεται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απεβίωσε την 14/6/2009, ήτοι προ της ασκήσεώς της, την 20/7/2009. Οι αναιρεσείοντες, όμως, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, δεν εγνώριζαν τον θάνατο του άνω αντιδίκου τους, αφού αυτός δεν τους γνωστοποιήθηκε, ούτε η γνώση τους προκύπτει από κάποιο άλλο στοιχείο, την οποία άλλωστε και οι καθολικοί διάδοχοι του άνω αποβιώσαντος, οι οποίοι παρέστησαν κατά την συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου, προβάλλοντες την υπεράσπισή τους για την ουσία της υποθέσεως, δεν επικαλούνται. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση , επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, επί δε διεκδικητικής αγωγής από τότε που ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητα τού υπό του εναγομένου κατεχομένου πράγματος (ΟλΑΠ 17/95, ΟλΑΠ 62/90.
Ολ.ΑΠ 8/01). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. (ΑΠ 321/02). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Περαιτέρω, η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητος επί ακινήτου, το οποίο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικος, αγροτικού κλήρου. Η κυριότητα δε επί τοιούτου κληροτεμαχίου αποκτάται όχι από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητού για την κύρωση του πίνακος της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικος , αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και διά της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμοδία αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου).
Πριν από την απόκτηση της κυριότητος επί του κληροτεμαχίου με τον τρόπο αυτό ο δικαιούχος (κληρούχος) αδυνατεί να ασκήσει έναντι του τρίτου το δικαίωμα κυριότητος ή συγκυριότητος. Σύμφωνα όμως με την γενική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικος ο κληρούχος από την εγκατάστασή του στον κλήρο θεωρείται ως καλής πίστεως νομέας (πλασματικός) και προστατεύεται με τα περί νομής παραγγέλματα, υπό την ισχύ δε του ΑΚ με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις βάσει των άρθρων 984, 987 και 989 αυτού.
Επομένως, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από την εγκατάσταση του δικαιούχου στον κλήρο και μέχρι την μεταγραφή του τίτλου), ο κληρούχος που έχει την προσδοκία αποκτήσεως της κυριότητος ή συγκυριότητος επί του κληροτεμαχίου, δεν παραμένει χωρίς έννομη προστασία είτε με τακτική αγωγή είτε με αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων έναντι του τρίτου ή των τρίτων, οι οποίοι παρανόμως τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.
Εντεύθεν δε η μακροχρόνια αδράνεια του κληρούχου να ασκήσει κατά του τρίτου τις προαναφερόμενες προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζομένη με ειδικές περιστάσεις και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί προεκτεθέντες όροι εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής κατά του τρίτου, μετά την μεταγραφή του παραχωρητηρίου και την συνακόλουθη έκτοτε από τον κληρούχο απόκτηση δικαιώματος κυριότητος. (ΟλΑΠ 8/2001).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, εδέχθη, ανελέγκτως, μετ εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α. Με τον υπ' αριθμ. .../12-7-1975 τίτλο κυριότητος της Διεύθυνσης Γεωργίας Νομαρχίας Πέλλας που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθε στην κυριότητα της Μ.
χήρας Ν. Τ. και των τριών τέκνων της Γ. Τ. του Ν., Λ. Τ. του Ν. και Φ. Τ. του Ν. το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο Α' κατηγορίας, εμβαδόν 10.262 τ.μ. που βρίσκεται στην εποισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Γιαννιτσών και συνορεύει βόρεια με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, νότια με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, ανατολικά με το υπ' αριθμ. ...
κληροτεμάχιο και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Το παραπάνω κληροτεμάχιο προήλθε από την οριστική διανομή του αγροκτήματος Γιαννιτσών το έτος 1929 και είχε παραχωρηθεί αρχικά στο σύζυγο και πατέρα των παραπάνω κληρούχων Ν. Τ., ο οποίος όμως απεβίωσε το έτος 1931 (δηλαδή πριν από την έκδοση του οριστικού τίτλου) οπότε, με την υπ' αριθμ. 87/1934 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Γιαννιτσών ο κλήρος του παραχωρήθηκε στους προαναφερόμενους κληρονόμους του (βλ.
υπ' αριθμ. 15381/1974 βεβαίωση του Υπουργείου Γεωργίας), επ' ονόματι των οποίων και εκδόθηκε αργότερα ο παραπάνω υπ' αριθμ. .../1975 οριστικός τίτλος κυριότητος. Ωστόσο, ο αρχικώς εγκατασταθείς ως κληρούχος Ν. Τ., με την υπ' αριθμ. .../1930 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Δημ.
Κοντού και δημοσιεύθηκε νόμιμα, άφησε επίμαχο αυτό κληροτεμάχιο στον υιό του Γ. Τ., δηλαδή το δικαιοπάροχο του εναγομένου. Ο τελευταίος αναμίχθηκε στην κληρονομιά του πατέρα του παραλαμβάνοντας στη νομή του το επίδικο κληροτεμάχιο, το οποίο κατείχε και ενέμετο από το έτος 1931 μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1965, εν γνώσει της μητέρας και των αδελφών του, οι οποίοι, σεβόμενοι την επιθυμία του συζύγου και πατέρα τους δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ, όσο βρίσκονταν στη ζωή, ούτε ήγειραν οποιαδήποτε αξίωση επί του επίδικου κληροτεμαχίου.
Μετά το θάνατο του Γ. Τ. την επί του επιδίκου νομή του συνέχισαν οι κληρονόμοι του, δηλαδή η σύζυγος του Σ. και τα έξι τέκνα του μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος, οι οποίοι εν γνώσει πάντοτε των λοιπών συναποκατασταθέντων συγγενών τους, προέβησαν σε σημαντικές δαπάνες για την αξιοποίηση του. Ειδικότερα:
Το έτος 1966 οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Γ. Τ. κατασκεύασαν επί του επίδικου κληροτεμαχίου κτίσμα διαστάσεων 10 Χ 14 μ. για το οποίο δαπάνησαν το ποσό των 100.000 δραχμών περίπου και το οποίο χρησιμοποιούν ως πτηνοτροφείο, και συγχρόνως διάνοιξαν γεώτρηση, δαπανώντας 60.000 δραχμές περίπου. Το έτος 1973 ανήγειραν δεύτερο μεγάλο κτίσμα στο επίδικο, εμβαδόν 600 τ.μ. (βουστάσιο και σταυλαποθήκες), και άνοιξαν και δεύτερη γεώτρηση, δαπανώντας συνολικά περί τα 2.000.000 δρχ.
Το έτος 1986, μόνος ο εναγόμενος, με τη σύμφωνη γνώμη των συγκληρονόμων του (μητέρας και αδελφών του), ανήγειρε στην ανατολική πλευρά του επιδίκου υπερυψωμένη ισόγεια οικία εμβαδού 100 τ.μ., δαπανώντας το ποσό των 1.500.000 δραχμών περίπου. Προηγουμένως, περί το έτος 1980 περιέφραξαν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο και αργότερα, περί το έτος 1989 δενδροφύτευσαν με μηλιές ένα μεγάλο τμήμα του επιδίκου, Όλες οι προαναφερόμενες κατασκευές και βελτιώσεις που επέφερε ο εναγόμενος και η οικογένεια του στο επίδικο, των οποίων η αξία είναι σήμερα πολλαπλάσια των αρχικών δαπανών στις οποίες υπεβλήθησαν οι τελευταίοι, εγένοντο εν γνώσει και υπό τα όμματα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Λ.
Τ. και των ίδιων των εναγόντων, που όμως δεν διαμαρτυρήθηκαν ποτέ, με εξαίρεση την άσκηση της από 20-5-1983 αγωγής (αποζημίωσης χρήσεως) που αφορά και τον νυν επίδικο ακίνητο, την οποία, ωστόσο αγωγή, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 123/1985 προδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας που διέταξε αποδείξεις, εγκατέλειψαν και ουδέποτε επιμελήθηκαν της μετ' απόδειξιν συζήτησης της, έτσι ώστε δημιουργήθηκε στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο, στο μέλλον να ασκήσουν το δικαίωμα συγκυριότητος τους.
Υπό το πρίσμα των παραπάνω υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, εν όψει ιδίως του γεγονότος ότι επί μακρό χρονικό διάστημα το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην αποκλειστική νομή του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και στη συνέχεια του ίδιου του εναγομένου και των συγκληρονόμων του, σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα έργα βελτίωσης και αξιοποίησης του που πραγματοποίησε επί σειρά ετών η πλευρά του εναγομένου εν γνώσει των εναγόντων, η άσκηση της ένδικης αγωγής με την οποία επιχειρείται η ανατροπή της ανωτέρω ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο πραγματικής καταστάσεως που διαμορφώθηκε κάτω από τις προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες και διήρκεσε επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και η οποία ανατροπή συνεπάγεται επαχθέστατες συνέπειες για τον εναγόμενο, υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προφανώς τα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών εναγόμενος με το σχετικό λόγο της έφεσης του, με τον οποίο επαναφέρει την εκ του άρθρου 281 ένσταση που έχει προβάλει πρωτοδίκως.
Β. Το δεύτερο, διεκδικούμενο με την αγωγή ακίνητο είναι το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο (αγρός) εκτάσεως 14.713 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Χαμηλή Σχοινά" της κτηματικής περιοχής ΣΑΑΚ Γιαννιτσών και συνορεύει βόρεια και νότια με ζώνη έργων, ανατολικά με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας κληρονόμων Γ. Δ.
και δυτικά με το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας Γ. Τ.. Το εν λόγω κληροτεμάχιο, που προέρχεται από αναδασμό, κυρωθέντα με την υπ' αριθμ. 8155/1981 απόφαση του Νομάρχη Πέλλας, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-1- 1982 τίτλου κυριότητος της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. Πέλλας που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στους παραπάνω κληρούχους, κατά τα αναφερόμενα στον τίτλο αυτό ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ήτοι: 1) Τον Φ.
Τ. του Ν. κατά τα 8/32, 2) Λ. Τ. του Ν. (δικαιοπάροχο των εναγόντων) κατά τα 8/32, 3) Σ. Τ., χήρα Γ. Τ. (μητέρα του εναγομένου) κατά τα 2/32, 4) Ν. Τ. του Γ. (εναγόμενο) κατά τα 1/32, 5) Δ., 6) Χ., 7) Α., 8) Π. Τ. του Γ. (αδελφοί του εναγομένου) κατά το 1/32 στον καθένα και 9) Μ. Τ., το γένος Γ. Τ. (αδελφή του εναγομένου) κατά τα 9/32 εξ αδιαιρέτου. Στις 17-8-1974 απεβίωσε χωρίς διαθήκη ο Λ.
Τ. και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες, μόνους εξ αδιαιρέτου κληρονόμους του, ήτοι την πρώτη ενάγουσα (αρχικώς) σύζυγο του κατά ποσοστό 2/32 ή 10/160 εξ αδιαιρέτου, και τους υιούς του, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, κατά ποσοστό 3/32 ή 15/160 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Οι τελευταίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους με την υπ' αριθμ. .../1980 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Γεωργίου Καπλάνη που μεταγράφηκε νόμιμα και κατέστησαν έτσι παραγώγως συγκύριοι του ακινήτου κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Στις 9-4-1979 απεβίωσε επίσης ο εκ των συγκυρίων Φ. Τ., άγαμος και χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων (ως τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του κληρονομούμενου) οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του (4/160 εξ αδιαιρέτου ο καθένας) με την υπ' αριθμ. .../1980 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα.
Έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν παραγώγως συγκύριοι του ακινήτου αυτού, η μεν πρώτη ενάγουσα κατά ποσοστό 10/160 εξ αδιαιρέτου οι δε δεύτερος και τρίτος των εναγόντων κατά ποσοστό 19/160 (15/160 + 4/160) εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Ο εναγόμενος είχε προβάλει πρωτοδίκως και ως προς το ακίνητο αυτό την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, χωρίς ωστόσο να επικαλεστεί τα αναγκαία για τη θεμελίωση της περιστατικά (δηλαδή δεν επικαλέστηκε περιστατικά ανάλογα με εκείνα που αφορούσαν το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο - ακριβώς διότι δεν συνέτρεχαν τέτοια περιστατικά, δεδομένου ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο η πλευρά του εναγομένου προέβη μόνο σε δενδροφύτευση, σε χρόνο πρόσφατο εν σχέσει με το χρόνο ασκήσεως της αγωγής) και επομένως ορθά η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση, ως προς το δεύτερο αυτό ακίνητο. Σημειώνεται εξάλλου, ότι τόσο με την έφεση, όσο και με την αίτηση αναιρέσεως, ο εναγόμενος - εκκαλών εστιάζει την προσοχή και το ενδιαφέρον του στο υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο και όχι στο υπόψη ... τεμάχιο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση δεχόμενη καθ' ολοκληρίαν την αγωγή (και για τα δύο ακίνητα) ενώ έπρεπε να την κάνει εν μέρει δεκτή μόνον ως προς το δεύτερο υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, ως προς το οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. Πρέπει, επομένως να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακρατηθεί στο Δικαστήριο αυτό η υπόθεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπ' αριθμ. 866.169/1994 αγωγή - ως προς υπ' αριθμ. ...
ακίνητο και να απορριφθεί ως το υπ' αριθμ. ... (ως καταχρηστική). Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο, κρίνοντας εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αρχικώς εναγομένου κατά της εκκληθείσης πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 399/866.169.26/7/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και κατόπιν εξαφανίσεώς της, εδέχθη ως κατ' ουσίαν βάσιμη την εναντίον του αγωγή των αναιρεσειόντων μόνον ως προς το ένα εκ των δύο επιδίκων ακινήτων, το υπ' αριθμ....
κληροτεμάχιο, και την απέρριψε ως προς το άλλο, ήτοι ως προς το υπ' αριθμ. ..., κατά παραδοχή, ως προς το τελευταίο, της υπό του εναγομένου προταθείσης ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω, δήθεν, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, όλα τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσης στην ένδικη διαφορά άνω ουσιαστικής διατάξεως, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της, την οποία δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, α. τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών συμπεριφορά των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, προηγηθείσα της ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος, β.
η οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες του εναγομένου, αιτιωδώς συνδεόμενες με την προηγηθείσα άνω συμπεριφορά, της οποίας η ανατροπή διώκεται διά της ασκήσεως του δικαιώματος, γ. η αδράνεια των δικαιούχων επί ικανό χρονικό διάστημα προς άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, εκ της οποίας διεμορφώθη στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση περί της μη ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος δ.
οι ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο, συναρτώμενες με την ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως. Η δε προβαλλομένη αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του περί της καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, έλαβε υπόψη και το γεγονός της υπό του εναγομένου ανεγέρσεως οικίας στο ανατολικό τμήμα του επιδίκου κληροτεμαχίου το έτος 1986, ήτοι μετά την άσκηση της υπό των εναγόντων κατά του εναγομένου από 20/5/1983 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης περί καταβολής αποζημιώσεως για την αποκλειστική υπ' αυτού (του εναγομένου) χρήση και εκμετάλλευση του επιδίκου, και επομένως, κατά την αιτίαση αυτή, εξέλιπε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προηγηθείσης συμπεριφοράς των εναγόντων και της τελευταίας αυτής ενεργείας του εναγομένου, αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί όλες οι λοιπές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συναρτώμενες με τις ενέργειες του εναγομένου επί του επιδίκου για μακρό χρονικό διάστημα και αιτιωδώς συνδεόμενες με την προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους (κατασκευή κτισμάτων προ του έτους 1973, χρησιμοποιουμένων ως πτηνοτροφείο, βουστάσιο και σταυλαποθήκη), επαρκώς στηρίζουν την καταχρηστική άσκηση του επιδίκου δικαιώματος.
Περαιτέρω, καμμία ασάφεια ή αντιφατικότητα δεν ενεφιλοχώρησε στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς την επιδειχθείσα από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες αδράνεια να ασκήσουν επί μεγάλο χρονικό διάστημα πριν την άσκηση της αγωγής των το επίδικο δικαίωμα, δεδομένου ότι αυτοί επροστατεύοντο με τις περί νομής αγωγές και πριν την μεταγραφή του οριστικού παραχωρητηρίου, το δε Εφετείο εδέχθη, ότι στην νομή του επιδίκου κληροτεμαχίου ευρίσκετο ο δικαιοπάροχος του εναγομένου και μετά από αυτόν ο ίδιος, πολύ πριν την μεταγραφή του, οπότε είχαν την ένδικη προστασία της νομής, χωρίς όμως να ασκήσουν τα σχετικά ένδικα βοηθήματα, κατά τις σχετικές παραδοχές, δίδοντας έτσι την εύλογη πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το επίδικο δικαίωμά τους, όσον αφορά στο επίδικο υπ' αριθμ. ...
κληροτεμάχιο. Εξ' άλλου, πληρότητα αιτιολογίας υφίσταται και ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προηγηθείσης συμπεριφοράς των εναγόντων και της διαμορφωθείσης εξ αυτής καταστάσεως, η ανατροπή της οποίας διώκεται με την άσκηση της αγωγής, με όλες τις εκ της ανατροπής αυτής επαχθείς για τον εναγόμενο περιουσιακές συνέπειες.
Η δε παραδοχή του Εφετείου ότι οι ενάγοντες άσκησαν την από 20/5/1983 περί ωφελημάτων αγωγή κατά του εναγομένου, δεν επάγεται αντιφατικότητα της αποφάσεως ως προς το στοιχείο της αιτιώδους συναφείας, κατά την προαναφερομένη έννοια, ούτε και ως προς το στοιχείο της αδρανείας περί την άσκηση του δικαιώματος με δεδομένη την παραδοχή, ότι οι ενάγοντες "εγκατάλειψαν" την αγωγή αυτή, αλλά και ότι ο εναγόμενος και ο δικαιοπάροχος αυτού ευρίσκοντο στην νομή και εκμετάλλευση του επιδίκου με την ανέγερση επ' αυτού κτισμάτων και την καταβολή των σχετικών δαπανών πλέον της δεκαετίας, προ της ασκήσεως της αγωγής αυτής. 'Ετσι, το στοιχείο της αδρανείας, ως θεμελιωτικό της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, δεν αίρεται εκ της ασκήσεως της άνω αγωγής μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και την διαμόρφωση πραγματικής καταστάσεως επί του επιδίκου με δαπάνες του εναγομένου, της οποίας η ανατροπή διώκεται με την άσκηση της ενδίκου αγωγής.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, και από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου πρώτος, κατά το τρίτο μέρος, του κυρίου δικογράφου, και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η στον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, περιεχομένη αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πράγματι όμως, όπως εκτιμάται, από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, γιατί το Εφετείο δεν συνεξετίμησε και τις δυσμενείς επιπτώσεις που ενδεχομένως να συνεπάγεται για τους αναιρεσείοντες η άσκηση του δικαιώματος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπάρχουν παραδοχές συναρτώμενες με κάποιες δυσμενείς συνέπειες που θα έχει για τους ενάγοντες η ικανοποίση του επιδίκου δικαιώματος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, έως 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟΛ.
ΑΠ 11 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Πάντως, η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν αποκλείει την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 11γ του ΚΠολΔ για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως προϋποτίθεται ότι έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσίωδη έγγραφα που οι αναιρεσείοντες νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις των στο Εφετείο μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η λήψη των οποίων θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως υπέρ των απόψεών των και ειδικότερα:
α) την με αριθμό 96/1974 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών, β) τα από 12/11/1970, 6/5/1973, 20/12/1973 και 29/6/1974 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, γ) την από 1.12.1981 απόδειξη καταβολής του ποσού των 26.000 δραχμών, δ) την υπ' αριθμ. 6524/1979β βεβαίωση της Δ/σεως Γεωργίας Γιαννιτσών, ε) τις υπ' αριθμ.... και .../1980 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας του Συμ/φου Γιαννιτσών Γεωργίου Καπλάνη και στ) την υπ' αριθμ. .../2004 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Συμ/φου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Κωστούλη.
Όπως, όμως, προκύπτει από την στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουσα διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος, όσον αφορά στο υπ' αριθμ. ...
κληροτεμάχιο, για το οποίο και μόνον έκρινε καταφατικώς περί της βασιμότητος της εν λόγω ενστάσεως, έλαβε υπόψη και τα προμνημονευθέντα έγγραφα, καίτοι μη ειδικώς μνημονευόμενα και αξιολογούμενα σ' αυτήν. Επομένως, ο άνω (δεύτερος) λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος .
ΙV. Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, εάν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως (άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπαρκείας ή της αντιφατικότητος των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά. Εάν από την διαφορετική αυτή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών θεμελιώνονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως, δεν θεμελιώνει τον λόγο αυτό αναιρέσεως (άρθρ. 559 αριθμ. 18), γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην περίπτωση αυτή λειτουργεί αυτόνομα.
Όταν όμως η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται αναίρεση κατά της αποφάσεώς του για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 1 λόγο. Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, μετά την παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.
Επομένως, όταν αναιρείται η απόφαση που δέχεται την αγωγή μετά από απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβασίμου, της καταλυτικής ενστάσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητος της ασκήσεως του δικαιώματος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει εξουσία να εξετάσει μόνον την ένσταση αυτή και να αποφανθεί αναλόγως γιά την τύχη της αγωγής, χωρίς να δύναται να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν ερευνήθηκε από το προηγούμενο δικαστήριο κατόπιν παραπόνου του ηττηθέντος ενάγοντος υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 207/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε, για έλλειψη νομίμου βάσεως, η 1487/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης , με την οποία απερρίφθη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η κατά της ενδίκου διεκδικητικής ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων κατά του ήδη αποβιώσαντος Ν. Τ. προταθείσα ένσταση του τελευταίου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, με την σκέψη ότι τα στην αναιρεθείσα αυτή απόφαση διαλαμβανόμενα περιστατικά δεν εκάλυπτον όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται, βάσει της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως και ειδικότερα γιατί δεν αναφερόταν 1.
από πότε μπορούσε ο ενάγων να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του, εάν οι πράξεις νομείς του εναγομένου, όπως αυτές αναφερόταν στην αναιρεθείσα απόφαση, ελάμβαναν χώρα εν γνώσει των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου των, χωρίς να διαμαρτυρηθούν και 3. εάν οι υλικές αυτές πράξεις νομής του εναγομένου και των συγκληρονόμων του και της καταστάσεως των πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτών, τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων.
Το Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εκτιμώντας κυριαρχικά τις αποδείξεις, έκρινε ότι τόσο η συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου των εναγόντων όσο και των ιδίων, με την εκτίμηση διαφορετικών περιστατικών, καθιστά ως καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, όσον αφορά στο υπ' αριθμ. ...
επίδικο κληροτεμάχιο ως προς το οποίο, ακολούθως, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/7/2009 αίτηση των Ά. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της 668//2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 24/11/2010 προσθέτους αυτής λόγους. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ