1473/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/11/2004 και 25/10/2004 αντίθετες αιτήσεις των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated1473/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν ο προσδιορισμός της οριστικής αποζημιώσεως γίνει μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την κατάληψη του ακινήτου η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ της προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης παραγράφεται μετά από δεκαετία από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική αποζημίωση (παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1473 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1473/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Β. Λ., το γένος Γ. Ι., 2) Ε. συζύγου Ε. Κ., το γένος Γ. Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Καπετανέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/11/2004 και 25/10/2004 αντίθετες αιτήσεις των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 2638/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίαςζητεί το αναιρεσείον με την από 14/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 29/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14-2-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2638/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά το άρθρο 10 του ν.δ 797/71, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κήρυξης της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2882/2001, μετά την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε προσωρινά και οριστικά, παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε.
Εάν ο προσδιορισμός της οριστικής αποζημιώσεως γίνει μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την κατάληψη του ακινήτου η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ της προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης παραγράφεται μετά από δεκαετία από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική αποζημίωση (παρ. 1).
Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης (παρ. 2). Το δικαίωμα για το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου (παρ. 3).
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερομένου για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης υπόκειται στη γενική παραγραφή, η οποία μετά την εισαγωγή του Α.Κ. είναι εικοσαετής, κατ' άρθρο 249 αυτού σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 18 του Εισ Ν.Α.Κ.
Στην ίδια παραγραφή που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, υπόκειται και η διεκδικητική αγωγή του ακινήτου, μετά δε τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, δεν μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο (ΑΠ 1114/2009, 1247/2007,ΑΠ 628/2005).
Η παραγραφή αυτή διακόπτεται, εκτός των άλλων προβλεπομένων από γενικές και ειδικές διατάξεις περιπτώσεων και σε εκείνες που προβλέπονται από την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.δ. 797/1971, έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά και για την περίπτωση της παραγραφής του δικαιώματος καθορισμού της αποζημίωσης, δεδομένου ότι αφορούν ρυθμίσεις για δικαιώματα και αξιώσεις από την ίδια έννομη σχέση.
Η εν λόγω διάταξη δε, ως ειδική, υπερισχύει των αντιστοίχων διατάξεων, που προβλέπουν την διακοπή της παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διάταξη αυτή, η παραγραφή του δικαιώματος για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διακόπτεται και με την υποβολή από τον δικαιούχο της αποζημίωσης αίτησης για τη διοικητική αναγνώριση του, ως τοιούτου, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 28 του ανωτέρω ν.δ. 797/1971.
Η με τον τρόπο αυτό διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία σχετική με την εν λόγω αίτηση πράξη του αιτούντος ή του αρμοδίου για την εν λόγω αναγνώριση διοικητικού οργάνου, κατ'ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 269 εδ. α'και 270 του ΑΚ, τα οποία έχουν εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων (ΑΠ562/2010).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση του αιτούντος-νυν αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου), περί παραγραφής του ενδίκου δικαιώματος (αξίωσης) των αιτουσών-νυν αναιρεσιβλήτων, περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, δεχόμενο την προβληθείσα από τις τελευταίες αντένσταση, περί διακοπής της παραγραφής, δια της υποβολής αίτησης, προς διοικητική αναγνώριση του δικαιώματός τους, υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, δια της μη εφαρμογής, παρότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ήταν εφαρμοστέες, των διατάξεων των αρθ. 95 του Ν.Δ/τος 321/1969 "Κώδιξ Δημοσίου Λογιστικού"και 93 Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", οι οποίες (διατάξεις) αναφέρουν, κατά τρόπο περιοριστικό, τις περιπτώσεις διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, ενώ εφήρμοσε τη διάταξη του αρθ. 260 ΑΚ, η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεν ήταν εφαρμοστέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής:Στις 18-5-1981, οι αιτούσες (νυν αναιρεσίβλητες), ως φερόμενες ιδιοκτήτριες ακινήτου έκτασης 440,41 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που θεωρείται ως αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα, με την υπ' αριθμ. 6175/1980 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, που επικύρωσε την έκθεση της Επιτροπής περί καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας στη θέση "..."Χαλκιδικής (ΦΕΚ 675/26-11-1980,τεύχος Δ'),και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.
Δ 146/31/12-1-1982 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 250/31-5-1982, τεύχ. Δ'),υπέβαλαν αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών, με την οποία ανήγγειλαν τις αξιώσεις του στο επίδικο τμήμα των 441,40 τ.μ., που κατέλαβε ο αιγιαλός, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, και ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης.
Με τον τρόπο αυτό διέκοψαν την εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., όπως βάσιμα οι αιτούσες ισχυρίζονται. Σε απάντηση της ανωτέρω αναγγελίας, η Νομαρχία Χαλκιδικής, με βάση το υπ' αριθμ. πρωτ. 2816/22-5-81 έγγραφό της προς το Υπουργείο Οικονομικών, ζήτησε σχετικές οδηγίες για τις υποβληθείσες αναγγελίες. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. 70486/22-2-84 έγγραφο της Νομαρχίας Χαλκιδικής, τμήματος Πολεοδομίας, ορίστηκε ως ημέρα αυτοψίας του επιδίκου η 20-3-84 και με το υπ' αρ. 57663/24-5-1984 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας προς την Οικονομική Εφορία Πολύγυρου, ζητήθηκε η σύγκληση της επιτροπής προεκτίμησης για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης του ως άνω ακινήτου.
Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι οι αιτούσες ανήγγειλαν τις αξιώσεις νομότυπα και εντός της προθεσμίας των έξι μηνών από τη δημοσίευσης της 6175/8-2-80 αποφάσεως του Νομάρχη Χαλκιδικής "περί καθορισμού χειμερίου κύματος εις θέσιν ...", σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του α.ν. 2344/1940. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε κάποια ενεργέια προς αποζημ ίωση των αιτουσών, αναγνώρίσε όμως την εν λόγω αξ ίωση τους, έστω και έμμεσα, με το από 24-5-1984 έγγραφο, με το οποίο η αρμόδια Υπηρεσία έδωσε εντολή για σύγκληση της Επιτροπής προεκτίμησης, οπότε η παραγραφή διακόπηκε εκ νέου, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι αιτούσες, σύμφωνα με το άρθρο 260 Α.Κ.
Περαιτέρω, οι αιτούσες, μαζί με άλλους ιδιοκτήτες άσκησαν την υπ' αρ. πρωτ . 191/24-1-2001 αίτηση προς την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Χαλκιδικής με αίτημα τη σύγκληση της Επιτροπής προεκτίμησης. Επίσης, άσκησαν την υπ' αφ. εκθ. Καταθ. 29Μ/5-2-2003 αίτηση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αφ. 41/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Επομένως, το δικαίωμα τους για δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και ο σχετικός ισχυρισμός του καθού είναι αβάσιμος.
Με βάση τα ανωτέρω, απέρριψε την περί εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος των αιτουσών, για καθορισμό της αποζημιώσεως ένσταση του αναιρεσείοντος, αφού δέχτηκε την περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής, αντέσταση των αναιρεσιβλήτων, που επήλθε με την αναφερόμενη ενέργειά τους, για την αναγνώριση τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης διοικητικά και την έμμεση αναγνώριση του δικαιώματός τους για την αποζημίωση από το αναιρεσείον, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ.
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε ως υποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, η παραγραφή του ενδίκου δικαιώματος για τον καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, όπως και το αναιρεσείον δέχθηκε, διακόπηκε στις 18.5.1981, με την υποβολή από τις αναιρεσιβλήτους της αίτησης για τη διοικητική αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης,άρχισε δε εκ νέου μετά την πράξη αυτή, αλλά διακόπηκε και πάλι με την έκδοση από την αρμόδια για την εν λόγω αναγνώριση Νομαρχία Χαλκιδικής, σε απάντηση της προηγούμενης αίτησης των αναιρεσιβλήτων, του υπ' αριθ. 7048/22.2.1984 εγγράφου, με το οποίο όρισε ημέρα διενέργειας αυτοψίας του απαλλοτριωθέντος και με το υπ' αριθμ. 57663/24-5-1984 έγγραφο της, προς την Οικονομική Εφορία Πολυγύρου ζήτησε τη σύγκληση της Επιτροπής προεκτίμησης, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 περ.
α' του ν.δ. 797/1971 και των άρθρων 261 και 269 του ΑΚ. Από την πράξη δε αυτή και μέχρι την άσκηση της αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα την 5.2.2003, και η οποία, όπως και το αναιρεσείον δέχεται, διέκοψε και πάλι την παραγραφή, δεν συμπληρώθηκε 20ετία κι επομένως το ένδικο δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης δεν έχει παραγραφεί.
Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον είναι αντίθετες με την ως άνω διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971, η οποία, ως ειδική, υπερισχύει αυτών, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα το Εφετείο, με την παραδοχή της αντεστάσεως των αναιρεσιβλήτων, περί διακοπής της παραγραφής και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος περί παραγραφής, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα νομική σκέψη ουσιαστικές διατάξεις ούτε και εκείνες των άρθρων 95 του ν.δ. 321/1969 και 93 του ν. 2361/1995, που επιπλέον επικαλείται το αναιρεσείον, και οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
II. Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1979 ορίζεται ότι "Κανένας δε στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, Λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους οπό τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν.2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) που ισχύει από 5.5.2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του όρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (αρθρ. 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ.
γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18.4.2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (βλ. ΑΠ 1552/2005, 1395/1999). Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά τα χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται οπό τις διατάξεις, που ισχύαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (Ολ.
ΑΠ 1332/1985 και 18/1988). Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω, διάταξη του εδαφ.
γ' της παραγρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος /2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18.4.2001 και όχι οπό, την κατά τα άνω, προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1,1.2002- Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που ορίζει ότι "Απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εξαιρούνται, τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος", δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του όρθρου 17 του Συντάγματος/ 2001.
Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν, των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, κηρυχθείσης μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμόδιου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του όρθρου 17 του Συντάγματος /2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία του ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εδ.
β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν, 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή και πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος /2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (αρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών της διεθνούς δικαίου όρους....".Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό. Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ.
γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος/2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος/2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό (ΑΠ 402/2007, ΑΠ 1552/2005).
Από την, παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: με την υπ' αριθμ. 41/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατόπιν της από 5-2-2003 αίτησης των νυν αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίσθηκαν αιτούσες ως δικαιούχοι (κατά ποσοστό 50%) και καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, για το ευρισκόμενο στη θέση "..." Χαλκιδικής ακίνητό τους, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, ως εμπίπτον εντός της διοικητικώς ορισθείσας γραμμής αιγιαλού, με την υπ' αριθμ. 6175/1980 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής (ΦΕΚ 675/26-11-1980, τ.Δ).
Στη συνέχεια, μετά την άσκηση της από 27-10-2004 αίτησης των νυν αναιρεσιβλήτων αφενός και της από 23-11-2004 αίτησης του νυν αναιρεσείοντος (Δημοσίου) αφετέρου, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο αυτό, συνεκδικάζοντας τις δύο ως άνω αιτήσεις, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, αφού έλαβε υπόψη την αξία της απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης, κατά το χρόνο της, ενώπιον αυτού (Εφετείου) συζήτησης των αιτήσεων, καθόρισε την οριστική αποζημίωση, στο αναφερόμενο στην απόφασή του ποσό.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του Συντάγματος του 2001 και του Ν. 2882/2001, οι οποίες είναι εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η συζήτηση ενώπιόν του έγινε την 6-2-2006, δηλαδή μετά την παρέλευση έτους από την γενομένη, την 10-12-2003, συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι σχετικές αιτήσεις ασκήθηκαν μετά την 1-1-2002.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το αρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με το να λάβει υπόψη του, ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, την ημερομηνία της ενώπιόν του συζήτησης και όχι εκείνη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διά της παραβίασης του αρθ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975, το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος είναι εφαρμοστέο, λόγω του χρόνου κήρυξης της απαλλοτρίωσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2638/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ