Legislator Case Law & Legislation
1473/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal; notarized certificates exceeding statutory limit lack evidentiary value.

Case Number 1473/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by X1 and PS7 against the First Instance Court's judgment. The appellants argued that the Court of Appeal erred in admitting notarized certificates that exceeded the statutory limit of three per party, while the Court of Appeal correctly excluded those exceeding the limit. The Court held that certificates obtained without proper summons or exceeding the numerical cap are void and cannot serve as evidence, thus upholding the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 270(2) of the Code of Civil Procedure; Art. 12 of Law 2915/2001: Notarized certificates obtained without summons or exceeding the limit of three per party lack evidentiary value and are deemed non-existent.

Keywords

AI generated
notarized certificates evidentiary value statutory limit summons requirement Code of Civil Procedure admissibility of evidence void documents

Cited Legislation

AI generated
Art. 270(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 12 of Law 2915/2001
Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1473 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1473/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος:Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Ψ1 ,2)Ψ2 3)Ψ3 4)Ψ4 5)Ψ5 6)Ψ6 και 7)Ψ7 .Οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Σιγάλα, οι 3η,4η,5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Κύβελο και η 7η παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της ΄Αγγελο Μορφόπουλο και Ιωάννη Τασόπουλο.

Β)Της αναιρεσείουσας:Ψ7 , που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της ΄Αγγελο Μορφόπουλο και Ιωάννη Τασόπουλο

Των αναιρεσιβλήτων:1)Ψ1,2)Ψ2 3)Ψ3,4)Ψ4 5)Ψ5, 6)Ψ6 και 7) Χ1. Οι 1ος και 2η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Σιγάλα, οι 3η,4η,5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Κύβελο και ο 7ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2001 αγωγή των 1ου και 2ης αναιρεσιβλήτων, με την από 20-2-2002 αγωγή της Ψ7 (7ης αναιρεσίβλητης της υπό στοιχείο Α) αίτησης αναίρεσης και αναιρεσείουσας υπό στοιχείο Β) αίτησης αναίρεσης και με την από 11-11-2001 πρόσθετη παρέμβαση των 3ης 4ης 5ου και 6ης αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 883/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 29-3-2003 έφεση από την Ψ7 (7η αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα) και η από 1-7-2003 κυρία παρέμβαση από τον Χ1 (αναιρεσείοντα), εξεδόθη η 1233/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν:α) ο μεν πρώτος αναιρεσείων (Χ1) με την από 21-5-2004 αίτησή του και τους από 29-7-2005 προσθέτους λόγους και β)η δε δεύτερη αναιρεσείουσα (Ψ7) με την από 10-5-2004 αίτησή της και τους από 19-7-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 19-9-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτω λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Οι δύο, από 10-5-2004 (αριθ.κατάθ. 589/11-5-2004) και από 21-5-2004 (αριθ.κατάθ. 644/24-5-2004) αιτήσεις των Ψ7 και Χ1, αντιστοίχως, για αναίρεση της 1233/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν αφενός η έφεση της πρώτης κατά της 883/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η κατ' αυτής, από 24-4-2001, αγωγή των δύο πρώτων εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων (Ψ1 και Ψ2) για διανομή του επίδικου ακινήτου, και απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ίδιας (από 20-2-2002, με αριθ. καταθέσεως 1538/22-2-2002), και αφετέρου η ενώπιον του Εφετείου κύρια παρέμβαση του δευτέρου (Χ1), με τους από 19-7-2005 (αριθ. καταθ. 137/3-8-2005) και από 29-7-2005 (αριθ. καταθ. 138/3-8-2005) προσθέτους λόγους αναίρεσης, αντιστοίχως, πρέπει να συνεκδικασθούν για τη διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης και την επέλευση μείωσης της δαπάνης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η υπόθεση διήλθε κατ' ουσία και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεσης υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόβαθμη (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως κατά τους σ' αυτές λόγους και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως, κατά το μέρος, που απευθύνονται κατά της 883/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας και η κυρία παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσείοντος απορρίφθηκαν κατ' ουσία με την προσβαλλόμενη 1233/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

ΙΙΙ.- Επειδή, «ζητήματα», επί των οποίων η έλλειψη αιτιολογίας στην απόφαση ή η ύπαρξη αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών παρέχει τον αναιρετικό λόγο του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή (ή την ένσταση κλπ) όχι δε και εκείνοι, που ανάγονται στην εκτίμηση κάποιου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 861/1994).

Εξάλλου ο από το εδαφ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προταθέντων πραγμάτων, δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατ' ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε, τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο είναι αγρός, εκτάσεως 5.683, 30 μ2 και αποτελείται από δύο αυτοτελή τμήματα, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους από την οδό παραλίας ............-........ (ήδη λεωφόρο ...........) και έχουν εμβαδόν το ένα 2.753.30 μ2, με πρόσοψη, στην παραλία και το άλλο 2935 μ2, με πρόσοψη στην ανωτέρω οδό. Τον όλο επίδικο αγρό κατείχε ο κύριός του ............, κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ο οποίος καλλιεργούσε το αμπέλι, που κάλυπτε την έκταση πάνω από το δρόμο και μέρος της κάτω από αυτόν, προς την θάλασσα.

Την υπόλοιπη έκταση, προς την παραλία, την έσπερνε με δημητριακά, με τον, ενεργούντα ως εκπρόσωπό του, Χ, σύζυγο της εγγονής του Ζ (μητέρας της εναγομένης και ενάγουσας, Ψ7). Ο ανωτέρω αρχικός κύριος ......... απεβίωσε το έτος 1958 και με την υπ' αριθ............ δημοσία διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Βασιλείου Αλιφέρη, που δημοσιεύθηκε με το 6338/1958) πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε, ως συγκληρονόμους του, στον επίδικο αγρό, τους εγγονούς του, ήτοι τον Ζ1, ο οποίος, όμως, προαπεβίωσε του διαθέτη, τον Ζ2, την προαναφερόμενη Ζ και την Ζ3.Ετσι, μετά τον θάνατο του διαθέτη, η νομή του επιδίκου περιήλθε στους τρεις τελευταίους εγγονούς του, κατά ποσοστό ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου στον καθένα, η δε κυριότητα του ίδιου ακινήτου περιήλθε στους Ζ2 και Ζ3(ως δικαιοπαρόχων του με την αγωγή διανομής ενάγοντος μέρους) κατά το ίδιο ιδανικό ποσοστό στον καθένα κατόπιν νόμιμων μεταγραφών των οικείων συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής, της αντίστοιχης κληρονομίας, οι οποίοι έχουν συνομολογήσει την κατά το ίδιο ιδανικό ποσοστό κυριότητα της Ζ επί του αυτού ακινήτου (ως δικαιοπαρόχου του με την αγωγή διανομής εναγόμενου μέρους).

Στη συνέχεια αυτοί «τρεις κληρονόμοι (εγγονοί) επελήφθησαν της συννομής του επιδίκου, κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επιβλέποντας αυτό. Επέτρεψαν, όμως, στον προαναφερόμενο Χ (σύζυγο της συγκυρίας του επιδίκου Ζ) να καλλιεργεί, όπως και πριν, το αμπέλι (να το θειαφίζει, ραντίζει και γενικώς να το περιποιείται), ενώ το υπόλοιπο τμήμα, προς την παραλία, στο οποίο δεν υπήρχε αμπέλι, το καλλιεργούσαν με δημητριακά τόσο αυτός (Χ) όσο και ο εκ των συγκυρίων Ζ2, χωρίς ποτέ ο Χ1, και η σύζυγός του Ζ να αμφισβητήσουν την επί του επιδίκου συγκυριότητα όλων των συγκληρονόμων του .......................

Ο ίδιος δε, ως άνω, Χ κατείχε και καλλιεργούσε το αμπέλι, το έπραττε, όμως, αυτό ως κάτοχος και για λογαριασμό των συγκυρίων και όχι με διάνοια αποκλειστικού κυρίου του επιδίκου. Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε ότι τα αναιρεσείοντα τέκνα του Χ εναγομένη (και ενάγουσα) Ψ7 και Χ1 δεν έγιναν συγκύριοι των δύο τρίτων (2/3) εξ αδιαιρέτου των δύο, προς τη θάλασσα και προς το δρόμο, τμημάτων του επιδίκου, τα οποία φέρονται μεταβιβασθέντα από εκείνον (Χ) κατά κυριότητα σ' αυτά (τέκνα Χ), αντιστοίχως, με τα νομίμως μεταγεγραμμένα με αριθ. ..........

και ........... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Αναγνωστοπούλου, διότι ο φερόμενος δικαιοπάροχος πατέρας τους δεν είχε αποκτήσει την κυριότητα επ' αυτών με έκτακτη χρησικτησία. Συνακόλουθα το Εφετείο έκρινε απορριπτέες, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες την από 20-2-2002 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και την από 1-7-2003 κυρία παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσείοντος, περί αναγνωρίσεως του καθενός από αυτούς ως αποκλειστικού κυρίου ανά ενός τμήματος του επιδίκου.

Αντιθέτως δε, έκρινε ως και ουσιαστικώς βάσιμη την από 24-4-2001 αγωγή διανομής του επιδίκου ακινήτου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (Ψ1 και Ψ2), ως αγοραστών των δύο τρίτων (2/3) εξ αδιαιρέτου αυτού από τους λοιπούς συγκυρίους και προσθέτως παρεμβάντες υπέρ αυτών (Ψ3,Ψ4,Ψ5 και Ψ6)από τους οποίους η μεν πρώτη είναι, όπως προαναφέρθηκε, συγκληρονόμος, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, του αρχικού κυρίου ....................., οι δε υπόλοιποι συγκύριοι του άλλου ενός τρίτου (1/3) εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, ως διάδοχοι από κληρονομία του μεταποβιώσαντος αρχικού συγκληρονόμου Ζ2.

Με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του τις παραπάνω σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής του επιδίκου και δεν ήταν αναγκαίος, για την επάρκεια και πληρότητά τους, ο προσδιορισμός του πληρώνοντος τα έξοδα καλλιεργείας του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1959-2000) και ο τρόπος επιβλέψεώς τους από τους συγκληρονόμους του αρχικού κυρίου, ο προσδιορισμός της εννοίας και των συνθηκών, υπό τις οποίες έγινε η παραχώρηση του επιδίκου στον πατέρα των αναιρεσειόντων και δη αν πρόκειται περί χρησιδανείου, δωρεάς μίσθωσης κλπ, ζητήματα μη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, ενόψει και του σαφούς αποδεικτικού πορίστματος, ούτε ανακύπτει αντίφαση από την παραδοχή ότι εκείνος (αρχικός κύριος) καλλιεργούσε το αμπέλι και στην υπόλοιπη έκταση έσπερνε δημητριακά, μέσω του αντιπροσώπου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ενώ στη συνέχεια έγινε δεκτό ότι οι ως άνω συγκληρονόμοι επέστρεψαν στον τελευταίο να καλλιεργεί το αμπέλι, όπως και πριν, αφού μάλιστα παρακάτω διευκρινίζεται ότι ο ίδιος κατείχε αυτό για λογαριασμό των συγκυρίων και όχι με διάνοια μόνου κυρίου και ότι ποτέ ο Χ και η σύζυγός του Ζ δεν αμφισβήτησαν την συγκυριότητα όλων των κληρονόμων του ..........

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την συγκεκριμένη πιο πάνω «αντίφαση» (σχετικώς με την καλλιεργητή του αμπελιού πριν τον θάνατο του ..................) δεν είναι και ουσιώδης, ενόψει των προεκτεθέντων, αλλά και του ότι οι διάδικοι ερίζουν για την κυριότητα του μεγαλυτέρου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το αμπέλι.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτών, από το εδαφ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, κατά το σχετικό μέρος τους, ως αβάσιμοι. Με τον ίδιο λόγο των αναιρέσεων (δεύτερο), κατά το υπόλοιπο μέρος, προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμη βάσεως ως προς το ίδιο ζήτημα της νομής του επιδίκου διότι:

α) δέχθηκε τα ανωτέρω, ενώ έπρεπε να δεχθεί τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι κύριος του επιδίκου έγινε ο πατέρας και δικαιοπάροχός τους Χ, μετά από άτυπη δωρεά του επιδίκου προς αυτόν από τον αρχικό κύριο κατά το έτος 1952 και έκτοτε νομή αυτού μέχρι την προς αυτούς μεταβίβασή του, β) δέχθηκε εσφαλμένως ότι μεταξύ των διαδίκων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο ............, περιλαμβανόταν και η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), γ) δεν δικαιολογεί τις πράξεις, που, κατά τους αναιρεσείοντες, ενήργησαν οι γονείς τους επί του επιδίκου και δ) δεν αιτιολογείται το ενδιαφέρον των γονέων των αναιρεσειόντων, που ήταν κάτοικοι ............., ενώ οι συγγενείς της μητέρας τους, που ήταν κάτοικοι της περιοχής του επιδίκου, ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν γι' αυτό.

Κατά το ανωτέρω μέρος του ο λόγος αυτός των αναιρέσεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί δεν αποτελούν «ζητήματα», με την προαναφερομένη έννοια, αλλά αναφέρονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ το από αυτές τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

Για την ίδια αιτία είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και ο τρίτος λόγος των αναιρέσεων, κατά το από το ανωτέρω εδάφιο 19, μέρος του, με τον οποίο ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας της αποδιδομένης αναξιοπιστίας στις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες. Ο δε πρώτος λόγος των αναιρέσεων, από το εδάφ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, τον νομίμως προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι κύριοι του επιδίκου έγιναν οι γονείς τους μετά από άτυπη δωρεά αυτού από τον αρχικό κύριο, κατά το έτος 1952 και έκτοτε νομή του επιδίκου διανοία κυρίων είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

IV.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του επί των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικών ισχυρισμών, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, όπως είναι και τα δικαστικά τεκμήρια, η παράβαση δε της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδαφίου 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το από το ανωτέρω εδάφιο, μέρος, λόγο αμφοτέρων των αναιρέσεων και τον δεύτερο λόγο των δικογράφων των προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτόν έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν νομίμως οι αναιρεσείοντες προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αναφορικώς με τη νομή του επιδίκου αγρού από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους αποκλειστικώς για λογαριασμό δικό του και της συζύγου του.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι από την, υπάρχουσα, στην προσβαλλομένη απόφαση, βεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη «και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως οι διάδικοι», σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και όλα τα αναφερόμενα, στους κρινόμενους λόγους, έγγραφα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, από 2-10-1984, γνωμοδότηση του τοπογράφου μηχανικού .................... (Ολ.ΑΠ111/1981), δεν ήταν δε αναγκαία ειδική μνεία στην απόφαση καθενός από αυτά, ούτε διάκριση της χρησιμότητάς τους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη.

V. - Επειδή, από τα διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν.2915/2001, που ορίζει ότι «ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση», προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε καθ' υπέρβαση του, ως άνω, περιοριστικώς προβλεπομένου αριθμού των τριών, στερείται κύρους και θεωρείται ανύπαρκτη, μη δυναμένη να εκτιμηθεί ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ.509/2003 ένορκη βεβαίωση, που προσκομίσθηκε από την αναιρεσείουσα και δόθηκε καθ' υπέρβαση του ανωτάτου ορίου των τριών (ενόρκων βεβαιώσεων) για κάθε διάδικο μέρος, κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως και συνεπώς στερείται αποδεικτικής ισχύος, μη δυναμένη να χρησιμεύσει ούτε για έμμεση απόδειξη, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος (στοιχ.Γ) της αναιρέσεως της Ψ7,κατά το από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ ΚΠολΔ μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τα αναφερόμενα στο λόγο αυτόν των αναιρέσεων και στον δεύτερο των δικογράφων των προσθέτων λόγων ότι αφενός «δεν λήφθηκαν υπόψη οι νομίμως προσκομισθείσες και επικληθείσες 295, 296, 297 και 1722 της 29-10-2001 ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν δοθεί στα πλαίσια άλλης δίκης» και αφετέρου «ότι λήφθηκαν υπόψη οι 22819 και 22823 έτους 1983 ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες δόθηκαν χωρίς κλήτευση των αντιδίκων εξ αφορμής άλλης δίκης….» είναι επίσης απορριπτέας ως αβάσιμα τα μεν στηριζόμενα στον αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ενόψει της προαναφερόμενης βεβαιώσεις του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα, τα δε στηριζόμενα στον αριθ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι 22819 και 22823 του 1983 ένορκες βεβαιώσεις είχαν δοθεί στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων όπου δεν είναι κατά νόμο αναγκαία η σχετική κλήτευση.

Συνεπώς, ορθώς το Εφετείο συνεκτίμησε και τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξαρτήτως αν είχε προηγηθεί σχετική κλήτευση των αντιδίκων. Τέλος, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της Ψ7, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 785 επόμ. 1000, 1033 και 1045 ΑΚ διότι δέχθηκε ότι το ένα τμήμα του επιδίκου (το προς τη θάλασσα) έχει μικρότερες από τις αναφερόμενες στην αγωγή της αναιρεσείουσας πρόσοψη και επιφάνεια, πλήττει την από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που θεσπίζεται στο άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και είναι για αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

ΑΥΤΟΥΣΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 10-5-2004 και από 21-5-2004 αιτήσεις των Ψ7 και Χ1, αντίστοιχα, για αναίρεση της 1233/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 883/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ