Supreme Court allows appeal against traffic accident compensation for disproportionate mental damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by heirs against a lower court's traffic accident compensation ruling. The heirs argued that the awarded sums for mental distress were disproportionately high compared to similar cases and violated the principle of proportionality. The court agreed, finding the lower court exceeded its discretionary limits, and remanded the case for retrial while ordering the insurance company to pay the appeal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25(1)(d) of the Constitution; Articles 2, 9(2) and 10(2) of the ECHR; Article 932 of the Civil Code: When a court awards excessive compensation for mental distress in traffic accidents, violating the principle of proportionality, the judgment is annulled and the case is remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1472 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1472/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) …. και 7) Θ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 2η, 3η, 5η, 6η και 7ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο Ε. Τ. του Γ. (1ος) απεβίωσε στις 17-10-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη και μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του Ζ. Π. του Μ. (2η), εκπροσωπούμενη από την ίδια, β) ο Μ. Π. του Μ. (4ος) απεβίωσε στις 25-5-2022 αφήνοντας μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του την Β. Τ. του Ε. (3η), η οποία εκπροσωπείται από την ίδια και παραιτείται από το δικόγραφο της από 13-6-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1251/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το δικαίωμα αυτού και γ) οι ως άνω: Α. Α. του Γ., το γένος Τ. (5η), Α. Σ. του Γ., το γένος Τ. (6η) και Θωμάς Τ.ς του Γεωργίου (7ος) παραιτούνται από το δικόγραφο της από 13-6-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1251/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρόνη Χατζημιχαήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2013 αγωγή των 2ης και 3ης των ήδη αναιρεσειόντων και των ήδη αποβιωσάντων Ε. Τ. του Γ., Μ. Π. του Μ. και Σ. Τ. του Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1251/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 2ης και 3ης αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωση του κληρονόμου του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως, είτε και αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σε αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και πρέπει να επιδοθεί στον κληρονόμο του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Ολ.
Α.Π. 22/2000, Α.Π. 1201/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 910/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τη δεύτερη αναιρεσείουσα έγγραφα: 1) Το από 20-4-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου ..., 2) Το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημοσιεύσεως της από 22-5-2016 ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, 3) Τα υπ' αριθμ. ...
και 47/11-1-2024 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας και 4) Το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Ε. Τ. απεβίωσε στις 17-10-2017, δηλαδή μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο προαναφερόμενος αναιρεσείων κληρονομήθηκε από την μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο - σύζυγό του, δεύτερη αναιρεσείουσα, Ζ.
Π.. Η τελευταία, υπό την ως άνω ιδιότητά της, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσε ότι συνεχίζει εκουσίως στο όνομά της την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρ. 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία ουδόλως αμφισβητείται. Περαιτέρω, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από την τρίτη αναιρεσείουσα έγγραφα: 1) Το από 4-1-2024 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου ..., 2) Το υπ' αριθμ. ...
πρακτικό δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, 3) Το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας και 4) Το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... προκύπτει ότι ο τέταρτος αναιρεσείων Μ. Π. απεβίωσε στις 25-5-2022, δηλαδή μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο προαναφερόμενος αναιρεσείων κληρονομήθηκε από την μοναδική εκ διαθήκης πλησιέστερη συγγενή του, τρίτη αναιρεσείουσα, Β. Τ.., εγγονή του. Η τελευταία, υπό την ως άνω ιδιότητά της, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσε ότι συνεχίζει εκουσίως στο όνομά της την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρ. 286 περ.
α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία ουδόλως αμφισβητείται.
Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί και με την υπεισέλευση στη θέση των αρχικώς πρώτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων των προαναφερθεισών κληρονόμων τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου διαδίκου (Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 2/2017, Α.Π. 219/2012), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της εκτάσεώς της) κατάργηση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 4/2012, Ολ. Α.Π. 20/1999, Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 861/2022, Α.Π. 1358/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 1014/2019). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το Δικαστήριο και το οποίο έγγραφο, κατ' άρθρο 118 του Κ.Πολ.Δ., είτε υποβάλλεται στο Δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο.
Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 του Κ.Πολ.Δ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 744/1982, Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1358/2021, Α.Π. 439/2017). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως, που να κηρύσσει την κατάργησή της. Δεν αποκλείεται, όμως και η έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου, που να αναγνωρίζει το κύρος της παραιτήσεως και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη (Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1915/2017, Α.Π. 308/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι τρίτη, ως προς τον τέταρτο αναιρεσείοντα του οποίου κατέστη μόνη αποκλειστική κληρονόμος, πέμπτη, έκτη και έβδομος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με τον δεσμό της απλής ομοδικίας, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αριστέας - Φανουρίας Σωτηροπούλου, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και έγινε πριν χωρήσει προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση, από 13-6-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 116/19-6-2017), αιτήσεως αυτών για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1251/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά την παραπάνω παραίτηση, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε πριν χωρήσει προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς τους τέταρτο, πέμπτη, έκτη και έβδομο των αναιρεσειόντων και, κατόπιν τούτου, ανεξαρτήτως από το αν υπάρχει ή μη συναίνεση της αναιρεσίβλητης στην εν λόγω παραίτηση, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτούς.
Η κρινόμενη, από 13-6-2017 (αριθ. εκθ. καταθ. 116/19-6-2017), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1251/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 19-6-2015), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 1251/2015, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής:
Με την από 3-5-2013 (αριθ. εκθ. καταθ. 11846/10-5-2013) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι τρεις πρώτοι των αναιρεσειόντων, μαζί με ήδη μη διαδίκους, ισχυρίσθηκαν ότι ο Π. Π., στο ... Λάρισας, στις 12-2-2013, οδηγώντας το αναφερόμενο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα (αμέλεια) και κάτω από τις ιστορούμενες συνθήκες, το θάνατο του Γ.
Τ., υιού των δύο πρώτων και αδελφού της τρίτης των εναγόντων, κατά τη σύγκρουση του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου με δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Γ. Τ. Ζήτησαν δε, μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, ποσό 120.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να καταβάλει σε καθένα εξ αυτών, για την ίδια αιτία, ποσό 80.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκαν συνυπαίτιοι για το ατύχημα και οι δύο οδηγοί, ο Γεώργιος Τ.ς κατά 40% και ο Π. Π. κατά 60%, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει σε καθένα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων ποσό 25.000 ευρώ και στην τρίτη αυτών ποσό 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η από 21-1-2015 έφεση των ανωτέρω αναιρεσειόντων και από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις ενώπιον ιδίου Δικαστηρίου η από 18-5-2015 αντέφεση, ώστε να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες και να απορριφθεί (η αγωγή) ως προς την αναιρεσίβλητη, αντιστοίχως.
Επί της εφέσεως και της αντεφέσεως, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κρίθηκε αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα ο Π.
Π., υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε καθένα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων ποσό 30.000 ευρώ και στην τρίτη εξ αυτών ποσό 25.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ' όψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η Αρχή της Αναλογικότητας, ως γενική νομική Αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1055/2023, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 306/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1445/2021, Α.Π. 1443/2021, Α.Π. 1043/2021).
Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, έτσι, τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο Δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 περ. δ' του Συντάγματος, 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους, το ποσό των 30.000 ευρώ σε καθένα των δύο πρώτων και το ποσό των 25.000 ευρώ στην τρίτη εξ αυτών, τα οποία υπολείπονται δυσανάλογα του ποσού, που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους, συνεπεία του τραυματισμού του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο ...
Λάρισας, στις 12-2-2013 και περί ώρα 15.30', ο μη διάδικος Π. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για την εκ της κυκλοφορίας του αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσίβλητη), εκινείτο επί ανωνύμου οδού, πλάτους 9 μ., με κατεύθυνση από δύση προς ανατολή.
Την ίδια χρονική στιγμή επί επίσης ανωνύμου οδού, πλάτους 9,7 μ., η οποία διασταυρώνεται με την προαναφερόμενη οδό, εκινείτο με κατεύθυνση από νότο προς βορά η με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, οδηγούμενη από τον Γ. Τ. του Ε.. Τα δυο οχήματα, συγκλίνοντας κατά την πορεία τους, συγκρούσθηκαν στην κάθετη αυτή διασταύρωση, η οποία στερείται σήμανσης με αποτέλεσμα να ισχύει η εκ δεξιών προτεραιότητα (άρθρ. 26 περ. 5 του ΚΟΚ), την οποία είχε ο δεύτερος ως άνω οδηγός Γ.
Τ. Όμως, το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος οδηγός Π. Π. εισήλθε πρώτο στη διασταύρωση, γεγονός που αποδεικνύεται και από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, καθόσον η μοτοσικλέτα του Γ. Τ. υπέστη εκτεταμένες ζημίες στο μπροστινό μέρος της (κατόπιν δε της σύγκρουσης και περιμετρικά), το δε φορτηγό αυτοκίνητο του Π.
Π. στο δεξιό πλάγιο μέρος του, από τα στοιχεία δε αυτά προκύπτει ότι το φορτηγό αυτοκίνητο είχε διέλθει μεγάλο μέρος της διασταύρωσης και στη δεξιά πλευρά του επέπεσε η μοτοσικλέτα (βλ. το από 12-02-2013 δελτίο τροχαίου ατυχήματος, με το συνοδεύον αυτό σχεδιάγραμμα). Ο οδηγός της μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε έγκαιρα τον κίνδυνο από τη διέλευση του φορτηγού αυτοκινήτου, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας επιχείρησε τροχοπέδηση επί μήκους 9,5 μ., ενώ ο οδηγός του φορτηγού δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι το όχημά του συνέχισε την πορεία του, μετά το ατύχημα, σε μεγάλη απόσταση (βλ.
χαρακτηριστική φράση της ενόρκως βεβαιούσας Π. Α. : "...σχεδόν στο επόμενο τετράγωνο."). Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε πέραν αμφιβολίας ότι κάποιος από τους ανωτέρω οδηγούς παρεβίασε το ανώτατο όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος των 50 χιλ/ώρα (κατοικημένη περιοχή), ενώ στην Έκθεση Αυτοψίας της Τροχαίας δεν υπάρχει υπολογισμός της ταχύτητας της μοτοσικλέτας, βάσει των ιχνών τροχοπέδησης εκ 9,50 μ., ούτε μόνη η ένορκη βεβαίωση της Π.
Α. "Ξαφνικά, είδα ένα φορτηγό να τρέχει υπερβολικά" αρκεί για σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ότι η ταχύτητα του φορτηγού ήταν άνω των 50 χ/ω. (διότι ο όρος "υπερβολικά" είναι ασαφής), ομοίως δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα οι από 9-11-2013, 30-8-2013 και 19-4-2015 εκθέσεις ιδιωτικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης της "...
Ο.Ε.", που προσκομίζουν οι ενάγοντες, και η από Σεπτέμβριο 2013 έκθεση ιδιωτικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας "....", που προσκομίζει η εναγόμενη, διότι οι τεχνικές αυτές πραγματογνωμοσύνες, που συντάχθηκαν κατά παραγγελία των διαδίκων, μολονότι στηρίζονται στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία (μετρήσεις, ίχνη κτλ.), καταλήγουν σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα ως προς το θέμα της ταχύτητας των ως άνω οχημάτων και, συνεπώς, της υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Π. Π., ο οποίος από αμέλεια οδηγούσε χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και εποπτεία επί του οχήματος του και δεν ακινητοποίησε αυτό προ της διασταυρώσεις, για να ελέγξει την οδό και να παραχωρήσει, ως όφειλε, την προτεραιότητα (ελλείψει ειδικής σημάνσεως) στα εκ δεξιών ερχόμενα οχήματα, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της συννόμως κινούμενης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Γεώργιος Τ.ς, ο οποίος επέπεσε επί του φορτηγού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα το θάνατό του (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 26 παράγραφος 1 του ΚΟΚ).
Παράλληλα, το γεγονός ότι ο Γεώργιος Τ.ς παρεβίασε τον ΚΟΚ, καθόσον δεν κατείχε άδεια οδήγησης μοτοσικλέτας, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του εν λόγω ατυχήματος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εκινείτο επί της οδού σύννομα. Η ως άνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η υπ' αριθ. 2937/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας έκρινε τον ως άνω Π.
Π. ένοχο της πράξης της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του Γ. Τ. και κατεδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση άλλως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο πρώτος λόγος της συνεκδικαζόμενης αντέφεσης.
Περαιτέρω, εξαιτίας του τραυματισμού του από την επί δίκη σύγκρουση, ο Γεώργιος Τ.ς διακομίστηκε στο Π.Γ.Ν. Λάρισας - Γ.Ν. Λάρισας "ΚΟΥΤΛΙΜΠΑΝΕΙΟ & ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΕΙΟ", Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, όπου και διαγνώστηκε βαθύ θλαστικό τραύμα (Αρ) κρόταφο βρεγματική χώρα, μειωμένο αναπνευστικό ψιθύρισμα άμφω- μειωμένη έκπτυξη ημιθωρακίου (δε) και εκχύμωση στη βάση του τραχήλου, κυκλοφοριακή κατάρριψη - βραδυκαρδία, βαθύ θλαστικό (ΑΡ) ΠΔΚ και (ΑΡ) γόνατος, τέθηκε σωλήνας Buillau, υπέστη δε ο ως άνω πολυτραυματίας ανακοπή καρδίας και έγινε προσπάθεια ανάνηψης ΚΑΡΠΑ για 1 ώρα ανεπιτυχώς (βλ.
το με αριθμό πρωτ. 50666/05-11-2013 έγγραφο του ανωτέρω νοσοκομείου). Από το πιστοποιητικό αυτό σαφώς προκύπτει ότι το άμεσο πρόβλημα της υγείας του Γ. Τ. και η αιτία τού θανάτου του ήταν η κυκλοφορική κατάρριψη - βραδυκαρδία - ανακοπή καρδιάς. Αντίθετα, σύμφωνα με την από 13-02-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Χ.
Κ., κατά την οποία η σωρός του θανόντος έφερε κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού και καθολική υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, ο θάνατός του επήλθε συνέπεια βαρέων κακώσεων κεφαλής, αναγράφεται όμως στην ως άνω Έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής "Αμφότερα τα ημιθωράκια εμφανίζουν συλλογή ελευθέρου αίματος (αιμοθώραξ άμφω).".
Εκ των ανωτέρω ιατρικών εγγράφων, το παρόν δικαστήριο κρίνει ως πιο αξιόπιστο το έγγραφο του ΤΕΠ του Νοσοκομείου Λάρισας, διότι σαφώς αναγράφεται σ' αυτό ότι ώρα του θανάτου του Γ. Τ. ήταν 17.05' (ήτοι μόλις μιάμισυ ώρα μετά το ατύχημα) και αυτός επήλθε παρουσία εφημερεύοντα νευροχειρουργού - αναισθησιολόγου - ορθοπαιδικού - καρδιολόγου - καρδιοχειρουργού με εφημερεύοντα τον γενικό χειρουργό Γ., αναγράφεται δε σαφώς η ανωτέρω αιτία θανάτου.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από την από 05-11-2013 ιδιωτική ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατροδικαστή Μ. Τ., που προσκομίζουν οι ενάγοντες, η οποία εξάλλου δεν υπολείπεται της προαναφερομένης και υποκείμενης σε ανταπόδειξη κατ' άρθρο 440 ΚΠολΔ ιατροδικαστικής εκθέσεως από απόψεως νομικού κύρους (άρθρο 5 του Ν. 3418/2005), σύμφωνα δε με την ιδιωτική αυτή γνωμάτευση, εκτός τις κακώσεις της κεφαλής, οι οποίες δεν ήταν ικανές να επιφέρουν τον θάνατο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα (μόλις μιάμισυ ώρα), ο θάνατος του Γ.
Τ. προκλήθηκε αποκλειστικά από κυκλοφοριακή κατάρριψη-βραδυκαρδία συνεπεία της καρδιοναπνευστικής ανεπάρκειας λόγω των κακώσεων του θώρακος και της συλλογής αίματος εις αμφότερα τα ημιθωράκια, όπως είχε ήδη διαπιστώσει η ως άνω Έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο θάνατος του Γ.
Τ. οφείλεται σε δύο ισότιμες βαρύτατες κακώσεις υπό την έννοια ότι εκάστη ήταν ικανή αυτοτελώς να προκαλέσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα και δη τόσο στις κακώσεις κεφαλής, όσο και στις κακώσεις του θώρακα. Επομένως, το γεγονός ότι ο θανών δεν φορούσε, όπως κατά τον ΚΟΚ υποχρεούτο (άρθρο 12 παρ. 6 Ν. 2696/1999), προστατευτικό κράνος, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού υπό τις περιστάσεις που εξελίχθηκε το ένδικο συμβάν, ο θάνατός του θα επήρχετο σε κάθε περίπτωση, δηλονότι και αν ακόμη έφερε κράνος, από την δεύτερη ως άνω αιτία και δη ένεκεν κυκλοφοριακής κατάρριψης - βραδυκαρδίας - ανακοπής, συνέπεια της καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας λόγω των κακώσεων του θώρακος και της συλλογής αίματος εις αμφότερα τα ημιθωράκια.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση ομοίως έκρινε, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της συνεκδικαζόμενης αντέφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες είναι γονείς του θανόντος, η τρίτη ενάγουσα αδελφή του, ο τέταρτος των εναγόντων παππούς του εκ μητρός και η, ήδη θανούσα στις 7-6-2014, ήτοι μετά την άσκηση της αγωγής (10-5-2013), πέμπτη ενάγουσα γιαγιά του εκ πατρός, μετά το θάνατο δε της τελευταίας υπεισήλθαν στο αγωγικό δικαίωμά της οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, κατά 25% έκαστος, ήτοι οι 1ος, 5η, 6η και 7ος των εκκαλούντων (βλ.
το από ... Πιστοποιητικό Πλησιεστέρων Συγγενών του Δήμου Μουζακίου και το 439/2015 Πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βόλου). Από τις ανωτέρω συγγενικές σχέσεις των εναγόντων με τον θανόντα, σε συνδυασμό με τις συνθήκες ζωής τους και του τόπου κατοικίας τους, καθώς και της ηλικίας τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες και οι εκκαλούντες, που υπεισήλθαν στη θέση της πέμπτης ενάγουσας, είναι μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντος και συνδέονταν με τον τελευταίο με δεσμούς αγάπης, εκτιμήσεως και αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο θάνατός του να προκαλέσει σε αυτούς ψυχικό πόνο.
Κατά συνέπεια δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, μετά από συνεκτίμηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, της ηλικίας του θανόντος (26 ετών), του βαθμού συγγένειας έκαστου ενάγοντος με αυτόν και των μεταξύ των σχέσεων, πρέπει να οριστεί, χωρίς να υπολογίζεται το ποσό των πενήντα (50) ευρώ, ως προς το οποίο έκαστος των εναγόντων επιφυλάχθηκε, προκειμένου ν' ασκήσει πολιτική αγωγή στη σχετική ποινική δίκη, στο ποσό των 30.000 € για τον πρώτο ενάγοντα, 30.000 € για την δεύτερη ενάγουσα, 25.000 € για την τρίτη ενάγουσα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως βάσιμο τον σχετικό λόγο της από 21-1-2015 εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επιδίκασε σε καθένα των δύο πρώτων, γονείς του θανόντος, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 30.000 ευρώ και στην τρίτη αυτών, αδελφή του θανόντος, ποσό 25.000 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης στα ανωτέρω ποσά, παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το Δίκαιο, υπολείπονται και, μάλιστα, καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος, από τον αριθμό 1, περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1, εδάφ. δ' του Συντάγματος, των διατάξεων 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά παράβαση της Αρχής της Αναλογικότητας, που εκφράζουν οι ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις και καθ' υπέρβασιν των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών με την υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, επιδίκασε σε καθένα εξ αυτών, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία υπολείπονται δυσανάλογα σε σχέση με τα ποσά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος.
Κατόπιν τούτου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος για ευθεία παραβίαση της Αρχής της Αναλογικότητας, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, γιατί η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του δευτέρου αναιρετικού λόγου. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί καταργημένη την δίκη ως προς τους τέταρτο, πέμπτη, έκτη και έβδομο των αναιρεσειόντων.
Δέχεται την από 13-6-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1251/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1251/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω αναιρεθέν κεφάλαιο, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιοτέρας αποχωρησασών, ο β'αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ