Legislator Case Law & Legislation
1472/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding review of non-appealed appeal grounds.

Case Number 1472/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to review the first-instance judgment on appeal grounds. The appellants argued that the appellate court erred by examining and rejecting their first appeal ground without a specific appeal request, leaving it unjudged. The court held that since the appellate court examined and rejected this ground along with others, no legal interest remained for a separate appeal, rendering the request inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has already examined and rejected the specific ground of appeal, thereby removing the legal interest for a separate appeal.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal excess of jurisdiction appeal grounds legal interest Code of Civil Procedure review of judgment unexamined grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 522, 535, 536 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1472 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1472/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Χ. του Χ. και 2) Φ. Χ. του Ε., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νιζάμη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Ζ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαχρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη από 6-7-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 68/10-7-2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (δικάσαντος ως Εφετείο), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει δε καταβληθεί το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 68/2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατόπιν αποδοχής της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει και χωρίς ειδικό παράπονο, τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις της, που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, αφού στην περίπτωση αυτή, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση του εναγομένου, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, και τούτο διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Τα ίδια ισχύουν και επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, καθώς κάθε λόγος ανακοπής αποτελεί ιδιαίτερη βάση. Για το παραδεκτό της έρευνας αυτής δεν είναι αναγκαία η προβολή προς τούτο ειδικού λόγου έφεσης, για την οποία δεν είχαν άλλωστε και δυνατότητα οι διάδικοι και ειδικότερα, επί ανακοπής, τόσο ο ανακόπτων, λόγω ελλείψεως εννόμου αυτού συμφέροντος, εφόσον είχε γίνει δεκτός ένας λόγος της ανακοπής του, όσο και ο καθ'ου η ανακοπή, ενόψει του ότι δεν υπήρχε στην πρωτόδικη απόφαση σε βάρος του διάταξη σχετιζόμενη με μη ερευνηθέντα λόγο της ανακοπής, ώστε να είναι δυνατή η άσκηση από αυτόν του παραπάνω ενδίκου μέσου.

Αντίθετα, ο λόγος ανακοπής που δεν ερευνήθηκε, επιβάλλεται στην παραπάνω περίπτωση να ερευνηθεί αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης , δικάζοντας κατ` ουσία την υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 2 ΚΠολΔ, ερευνά τη βασιμότητα του λόγου της ανακοπής που έγινε δεκτός πρωτοδίκως και απορρίπτοντας αυτόν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει και τους λοιπούς λόγους της (ΑΠ 1286/2012, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 560/2011).

3. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με την από 11-9-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 314/2014) ανακοπή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγρινίου και για τους περιεχόμενους σ' αυτήν τέσσερις λόγους ζήτησαν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 411/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 15.000 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, που είχε εκδοθεί εις βάρος τους κατόπιν αίτησης του αναιρεσιβλήτου, βάσει της αναφερόμενης σ' αυτήν συναλλαγματικής, η οποία εφέρετο ότι αποδείκνυε την απαίτηση του τελευταίου.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11/2015 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, περί πλαστογραφίας της συναλλαγματικής, λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος το δικόγραφο της ανακοπής δικηγόρου και μη αναφοράς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, ως απαράδεκτο, ακολούθως δε, δέχθηκε το δεύτερο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο είχε προβληθεί ότι επί συμβάσεως εκχωρήσεως απαίτησης από συναλλαγματική ο εκδοχέας έχει δικαίωμα να στραφεί μόνο κατά των εκχωρητών και όχι κατά των προηγουμένων υπογραφέων της, ως ουσιαστικά βάσιμο και κατόπιν αυτού ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς, τρίτο και τέταρτο, λόγους της ανακοπής.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις: α) ο καθ'ου η ανακοπή, παραπονούμενος για την κατ'ουσίαν παραδοχή του δευτέρου λόγου της ανακοπής και ζήτησε την εξαφάνισή της, ως προς την επιβλαβή γι' αυτόν διάταξη, έτσι ώστε να απορριφθεί εν όλω η ανακοπή και β) οι ανακόπτοντες, παραπονούμενοι για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής τους και τη μη εξέταση των λοιπών, τρίτου και τετάρτου, λόγων αυτής, και ζήτησαν τη μεταρρύθμισή της, έτσι ώστε να γίνουν δεκτοί όλοι οι λόγοι της ανακοπής τους.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της ασκηθείσης από τον καθ'ου η ανακοπή έφεσης, έχοντας την εξουσία λόγω, του κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τη νομική βασιμότητα του δευτέρου λόγου της ανακοπής, αφού ο ανωτέρω είχε εκκαλέσει την πρωτόδικη απόφαση, παραπονούμενος για την κατ' ουσίαν αποδοχή του, έκρινε ότι ο λόγος αυτός δεν ήταν νόμιμος.

Κατόπιν τούτου δέχθηκε την ως άνω έφεση, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, διότι το πρωτόδικο δικαστήριο με το να δεχθεί το λόγο αυτό ως κατ'ουσίαν βάσιμο έσφαλε, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε τον ως άνω λόγο, που αποτελούσε αυτοτελή βάση της ανακοπής, ως μη νόμιμο και, κατόπιν, προχώρησε στην έρευνα και των λοιπών λόγων της ανακοπής, τρίτο και τέταρτο, που δεν είχαν ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, και απέρριψε αυτούς, συγχρόνως, όμως, ερεύνησε και τον πρώτο λόγο της ανακοπής, περί πλαστογραφίας της συναλλαγματικής (που είχε εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί) και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω ελλείψεως ειδικής πληρεξουσιότητας του υπογράφοντος το δικόγραφο της ανακοπής πληρεξούσιου δικηγόρου, μετά ταύτα δε, απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της.

Στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ασκηθείσης από τους ανακόπτοντες έφεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... οι εκκαλούντες, οι οποίοι δεν είναι ηττηθέντες διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, αφού η ως άνω ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν επικαλούνται στην έφεσή τους στοιχεία, τα οποία να θεμελιώνουν τη βλάβη, που τυχόν υπέστησαν από την εκκαλουμένη απόφαση στις έννομες σχέσεις τους, ούτε από τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο εις βάρος των εκκαλούντων σε άλλη δίκη, ούτε οι εκκαλούντες επικαλούνται τέτοια έννομη συνέπεια και επομένως ενόψει της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος ...η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη".

Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο έκρινε ότι, η έφεση των ανακοπτόντων, οι οποίοι νίκησαν πρωτοδίκως, αφού ο δεύτερος λόγος της ανακοπής τους έγινε δεκτός, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, διότι δεν επικαλέστηκαν με το δικόγραφο της έφεσής τους, ειδικό έννομο συμφέρον (με την αναφορά επιβλαβών αιτιολογιών και τη δημιουργία εξ αυτών δεδικασμένου εις βάρος τους), προς άσκησή της.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α'ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από την προαναφερομένη διάταξη προκύπτει ότι, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το Δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 10/2011). Η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018, ΑΠ 1239/2018).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμ. 1 εδ.α'και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ορθή εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας "σπουδαίος λόγος" με σωστή εφαρμογή αυτής και ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν, και των άρθρων 216, 270 και 341 ΚΠολΔ, καθόσον δεν εφαρμόστηκαν, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά το πρώτο μέρος του, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ουδεμία μνεία γίνεται στη συγκεκριμένη αόριστη νομική έννοια, ούτε άλλωστε εκτίθεται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ότι διατυπώθηκε από τους αναιρεσείοντες σχετικός ισχυρισμός και ότι με τη προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε αντίστοιχη παραδοχή ή μη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του η βασιμότητα ή μη της αποδιδόμενης στην απόφαση πλημμέλειας, και κατά το δεύτερο μέρος του, διότι η παραβίαση των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες διατάξεων δικονομικού δικαίου, άρθρ. 216 ΚΠολΔ (αναγκαία στοιχεία δικογράφου αγωγής, ανακοπής κλπ ,ΑΠ 74/2019, ΑΠ 1298/2018), 270 (προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, ΑΠ 712/1993) και 341 ΚΠολΔ, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο, με την περαιτέρω επισήμανση ότι οι διατάξεις των άρθρων 270 και 341 ΚΠολΔ καταργήθηκαν, αντιστοίχως, η πρώτη από 1-1-2016, με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 και η δεύτερη από 1-1-2002, με το άρθρο 14 παρ.1 του ν.2915/2001.

Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμ. 1 εδ.α'και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με τη απόρριψη ως απαράδεκτου του λόγου της ανακοπής τους περί πλαστότητας της συναλλαγματικής λόγω μη ύπαρξης ειδικής πληρεξουσιότητας του προβάλλοντα αυτόν πληρεξούσιου δικηγόρου τους, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 463 και 98 εδ.β'ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, α) κατά το σκέλος που αφορά τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας προαναφέρονται, δεν απερρίφθη ο λόγος ανακοπής ως απαράδεκτος, λόγω μη προσκομιδής των αποδεικτικών εγγράφων και μη αναφοράς ονομαστικώς των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων και β) κατά το σκέλος που αφορά τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 98 εδ.β'ΚΠολΔ, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια συνιστά παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, που δεν προβλέπεται ως αναιρετικός λόγος του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

5.Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.5 εδ. β' ΚΠολΔ (αντίστοιχη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ) ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης , που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016, ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, Ολ. ΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 470/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ, "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνον αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 51/2019, ΑΠ 401/2018). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμ. 1 εδ.α'5 εδ.

β' και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένα απέρριψε την έφεσή τους ως απαράδεκτη, διότι αφού οι λόγοι της ανακοπής τους απορρίφθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, όπως και αυτός της πλαστογραφίας, απαιτείτο η άσκηση αυτοτελούς έφεσης εκ μέρους τους για την εξέταση των λόγων αυτών και είχαν (οι αναιρεσείοντες) έννομο συμφέρον για την άσκησή της, απορρίπτοντας δε ως απαράδεκτη την έφεσή τους, άφησε αδίκαστο τον περί πλαστογραφίας απορριφθέντα πρωτοδίκως πρώτο λόγο της ανακοπής τους, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εξέτασε, ορθά, τους μη εξετασθέντες πρωτοδίκως, τρίτο και τέταρτο λόγους της ανακοπής, και απέρριψε αυτούς, συγχρόνως, ωστόσο, καθ'υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του καθ'ου η ανακοπή, εξέτασε και τον πρώτο λόγο της ανακοπής και τον απέρριψε, ως απαράδεκτο, κατά τα προεκτεθέντα.

Το Εφετείο, με το να εξετάσει και τον πρώτο λόγο της ανακοπής, έστω και καθ'υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του καθ'ου η ανακοπή, δεν άφησε αδίκαστο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί σχετικό έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, από την επιδιωκόμενη με αυτόν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ο ως άνω λόγος της ανακοπής τους εξετάστηκε και απερρίφθη, όπως άλλωστε και οι λοιποί, τρίτος και τέταρτος, λόγοι, κατά τα προεκτεθέντα, με αποτέλεσμα να μη μείνουν αδίκαστοι οι λόγοι της έφεσής τους.

6. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ, όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 68/10-7-2018) αίτηση των: 1) Ε. Χ. του Χ. και 2) Φ. Χ. του Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 42/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ