Supreme Court dismisses appeal on apprentice contracts, ruling they were valid fixed-term agreements under specific statutory conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding their employment status. The appellants argued that their 'apprentice' contracts were actually indefinite-term employment contracts because they fulfilled permanent needs at the Archaeological Service of Sparta. The Court rejected this, holding that the contracts were valid fixed-term agreements justified by the specific program requirements and that the employer lacked the freedom to hire otherwise at the time. Consequently, the court ruled that the contracts did not constitute dependent labor or unjust enrichment, leading to the dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The court established that apprentice contracts are valid fixed-term agreements when the employer lacks the freedom to hire otherwise, and fulfilling permanent needs does not automatically convert them into indefinite-term employment contracts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1472 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1472/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2) ……….8) Π. Γ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Βασιλικού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Οικονόμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν η 195/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 243/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των εναγομένων και τώρα αναιρεσιβλήτων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης την από 12-11-2010 (αριθ. καταθ. 109/2010) αγωγή, στην οποία αναφέρουν ότι, ως άνεργοι και με τις προϋποθέσεις που συνέτρεχαν για τον καθένα, κατ' εφαρμογή προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) που οργανώθηκε από τον πρώτο εναγόμενο οργανισμό, τοποθετήθηκαν στην Ε' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Σπάρτης, ως αποκεντρωμένη υπηρεσία του δεύτερου εναγόμενου, στην οποία απασχολήθηκαν δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων που επονομάσθηκαν "συμβάσεις μαθητείας".
Ότι οι συμβάσεις αυτές δεν ήσαν συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου, αλλά συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι οι ενάγοντες παρείχαν εξαρτημένη εργασία και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δεύτερου εναγόμενου, ως φύλακες αρχαιοτήτων με παράλληλα διοικητικά καθήκοντα, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι το δεύτερο εναγόμενο, την 12-11-2010, κατήγγειλε τις συμβάσεις χωρίς να καταβάλει στους ενάγοντες τη νόμιμη αποζημίωση και έκτοτε κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή της εργασίας τους. Ότι κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους λάμβαναν μικρότερες αποδοχές σε σύγκριση με τους λοιπούς υπαλλήλους του δεύτερου εναγόμενου στην ίδια υπηρεσία, αν και είχαν τα ίδια προσόντα και παρείχαν την ίδια εργασία, ενώ δεν ελάμβαναν δώρα εορτών και επίδομα αδείας και είχαν μειωμένη ασφαλιστική κάλυψη.
Ότι, με βάση την αρχή της ισότητας, δικαιούνται τη διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου στους λοιπούς υπαλλήλους νομίμου, άλλως ειθισμένου μισθού και των αποδοχών που αυτοί λάμβαναν, συνολικού ποσού 29.190 ευρώ για κάθε έναν από τους εννέα πρώτους ενάγοντες και 27.800 ευρώ για κάθε έναν από τους δέκατη και ενδέκατο τούτων, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ζητούν α) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τους συνδέει με το δεύτερο εναγόμενο είναι μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δεύτερου εναγόμενου να δέχεται τις υπηρεσίες τους, όπως και πριν την καταγγελία, καταβάλλοντάς τους την νόμιμη, άλλως ειθισμένη αμοιβή που καταβάλλει στους λοιπούς υπαλλήλους του και να τους παρέχει πλήρη ασφαλιστική κάλυψη, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε μέρα παράβασης της διάταξης αυτής, δ) άλλως, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δεύτερου εναγόμενου να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, όπως αναφέρεται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο από την 12-11-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ε) επικουρικά, και για την περίπτωση που θα κριθεί ότι δεν εργάζονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί, με βάση την αρχή της ισότητας, η υποχρέωση του δεύτερου εναγόμενου να τους καταβάλει τις ανωτέρω διαφορές αποδοχών, άλλως τα επιδόματα δώρων και αδείας κατά το χρόνο που εργάσθηκαν, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μερικότερο ποσό ήταν απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί και η υποχρέωσή του να τους καλύψει πλήρως ασφαλιστικά για το διάστημα που εργάσθηκαν και στ) περισσότερο επικουρικά, αν κριθεί ότι η σύμβασή τους είναι άκυρη για οποιαδήποτε αιτία, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δεύτερου εναγόμενου να τους καταβάλει τα ανωτέρω ποσά για διαφορές αποδοχών, νομιμοτόκως όπως παραπάνω, αφού αυτά αποτελούν την αμοιβή που το δεύτερο εναγόμενο θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις ίδιες συνθήκες, την οποία δεν κατέβαλε και έτσι κατέστη πλουσιότερο κατά το ποσό αυτό χωρίς νόμιμη αιτία.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 195/2011 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις και τα αιτήματά της, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε η από 30-11-2011 έφεση εκ μέρους των εναγόντων. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτήν εξαφανίστηκε η πρωτόδικη ως προς το μέρος αυτής με το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (υπό στοιχείο στ'), την οποία το εφετείο δίκασε εκ νέου και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής οι 1η, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 7η, 8η, 10η και 11ος από τους ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και, επί πλέον, όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της, με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις οδηγίες του δεύτερου.
Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείες προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση, ανεξάρτητα προς το αν ο μαθητευόμενος, παρεμπιπτόντως, παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας, παράλληλα, την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, με την καθοδήγηση του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
3. Με την ένδικη αίτηση οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απορρίφθηκε η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ειδικότερα, με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους της αίτησης διατυπώνεται το παράπονο ότι το εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 22 παρ.1α του Συντάγματος, 20 παρ.15 του ν. 2639/ 1998, 648 επ.
και 904 επ. ΑΚ και 6 του ν. 3198/1955, απέρριψε την εν λόγω επικουρική βάση της αγωγής χωρίς ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης ή, πάντως, με ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές, ενώ αν είχε προβεί στην έρευνα αυτή και είχε επιχειρήσει να αιτιολογήσει με πληρότητα την απόφασή του, θα κατέληγε στο ότι οι από τους ενάγοντες επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις απασχόλησης στην Ε' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Σπάρτης ήσαν άκυρες, διότι καταρτίστηκαν και ανανεώθηκαν κατά παράβαση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, ώστε μεταξύ αυτών και του δευτέρου εναγομένου (Ελληνικού Δημοσίου) να υφίσταται απλή σχέση εργασίας βάσει της οποίας δικαιούνται τα αιτούμενα κονδύλια σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου σχετικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων των παρ.1 και 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, εκδόθηκε η 30416/4-7-2006 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Β' 881/11-7-2006 και αφορά στην κατάρτιση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), στους τομείς της πολιτιστικής κληρονομιάς και του σύγχρονου πολιτισμού.
Ότι σκοπός του προγράμματος ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και η προσαρμογή στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας ανέργων, εγγεγραμμένων στα μητρώα του πρώτου εναγομένου (ΟΑΕΔ), ο οποίος ορίστηκε υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος, ενώ δικαιούχος φορέας υλοποίησης του προγράμματος ορίσθηκε το Υπουργείο Πολιτισμού και οι εποπτευόμενοι από αυτό φορείς.
Ότι το πρόγραμμα ορίστηκε ότι θα αφορά σε 3.300 ανέργους, θα έχει διάρκεια 12 μήνες, από τους οποίους ο ένας θα αφορά σε θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και οι υπόλοιποι ένδεκα θα διανυθούν σε θέσεις του τομέα ειδίκευσης, ο δε ΟΑΕΔ θα καταβάλλει για κάθε ημέρα και όχι για περισσότερες από 22 ημέρες το μήνα σε κάθε ασκούμενο το ποσό των 30 € την ημέρα για τους πτυχιούχους ΑΕΙ, ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και το ποσό των 25 € την ημέρα για τους διπλωματούχους ΙΕΚ και απόφοιτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή κατόχους ισότιμων τίτλων σπουδών.
Ότι στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού και με το ανωτέρω περιεχόμενο συνάφθηκαν μεταξύ αφ' ενός του κάθε ενάγοντος και αφ' ετέρου του ΟΑΕΔ, καθώς και της νομίμως προς τούτο εξουσιοδοτηθείσας προϊστάμενης της Ε' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, αντίστοιχα έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά συνεργασίας για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των εναγόντων ως ανέργων, με την τοποθέτησή τους στην ανωτέρω εφορεία για χρονικό διάστημα 12 μηνών (ήτοι από 2-4-2007 έως 1-4-2008).
Ότι όλοι οι ενάγοντες άρχισαν αμέσως την παρακολούθηση του προγράμματος, πλην της δεκάτης που άρχισε την 29-6-2007. Ότι η λήξη του προγράμματος δεν έγινε την 1-4-2008, αλλά την 31-12-2008, γιατί με τις αντίστοιχες 31355/8-8-2007 (ΦΕΚ Β' 1468/14-8-2007) και 72525/1129/18-11-2008 (ΦΕΚ Β' 363/20-11-2008) ΚΥΑ των ανωτέρω Υπουργών αρχικά έγινε παράταση του χρόνου άσκησης σε 18 μήνες, μεταγενέστερα δε ορίστηκε ότι η άσκηση θα λήξει την 31-12-2008.
Ότι μετά την ημερομηνία αυτή, οι ενάγοντες αποχώρησαν από την ανωτέρω εφορεία και σταμάτησε η πληρωμή τους από τον ΟΑΕΔ. Ότι ακολούθησε η έκδοση της 8529/2004/27-2-2009 απόφασης του αρμόδιου υπουργού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, με την οποία ρυθμίστηκαν οι λεπτομέρειες νέου προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων σε υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού διάρκειας 18 μηνών, στο πλαίσιο του οποίου οι ίδιοι ενάγοντες με νέα συμφωνητικά εργασίας, που υπέγραψαν με τον ΟΑΕΔ και την προϊσταμένη της ανωτέρω εφορείας τοποθετήθηκαν και πάλι σ' αυτή για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από 10-4-2009 έως 9-10-2010.
Ότι στο συμφωνητικό ορίστηκε ρητά ότι η ισχύς του λήγει την 9-10-2010 αυτοδικαίως και χωρίς την υποχρέωση καταβολής οποιοσδήποτε αποζημίωσης εκ μέρους του ΟΑΕΔ. Ότι μετά την 9-10-2010 οι ενάγοντες επιχείρησαν να παραμείνουν στην Ε' εφορεία, αλλά τελικά απομακρύνθηκαν την 12-11-2010. Μετά τις παραδοχές αυτές ως προς το νομοθετικό καθεστώς και την βάσει αυτού απασχόληση των εναγόντων, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι δύο συμβάσεις κάθε ενάγοντος συνιστούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες ήσαν έγκυρες κατά το νόμο, διότι είχαν συναφθεί σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, χωρίς από τους ενάγοντες να έχει εισφερθεί στο δικαστήριο κάποιο περιστατικό ακυρότητας αυτών, για να τεθεί ζήτημα ωφέλειας των εναγομένων χωρίς νόμιμη αιτία.
Κατόπιν αυτού, το εφετείο, που ύστερα από μερική εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως δίκασε εκ νέου κατ' ουσία μόνο τη δεύτερη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, την απέρριψε ως αβάσιμη.
4. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου εφάρμοσε σωστά τις προαναφερθείσες διατάξεις και αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχθηκε α) ότι απλή σχέση εργασίας μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη δημιουργείται όταν για οποιοδήποτε λόγο η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, δηλ. έχει καταρτισθεί χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, β) ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ενάγοντες είχαν καταρτίσει με τους εναγομένους γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες ήσαν έγκυρες, διότι είχαν συναφθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998 και της 30416/4-7-2006 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που αφορούσε στην εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας από ανέργους, στους τομείς της πολιτιστικής κληρονομιάς και του σύγχρονου πολιτισμού και γ) ότι οι συμβάσεις μαθητείας των εναγόντων καταρτίστηκαν υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας με συνέπεια, ακόμη και αν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των μαθητευόμενων γινόταν επ' ευκαιρία της εξυπηρέτησης παγίων και διαρκών αναγκών του δικαιούχου φορέα υλοποίησης του προγράμματος, δεν παρεχόταν εξαρτημένη εργασία και η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων ήταν δικαιολογημένη από τον αντικειμενικό λόγο της εκτέλεσης του προγράμματος, χωρίς να έχει τεθεί σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Κρίνοντας έτσι το εφετείο, ότι δηλ. οι ένδικες συμβάσεις είναι έγκυρες και αληθείς συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες ούτε οι προαναφερθείσες διατάξεις του εργατικού δικαίου έχουν εφαρμογή ούτε αυτές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι οι εναγόμενοι δεν είχαν την ευχέρεια, στον κρίσιμο χρόνο και υπό τις συνθήκες με τις οποίες συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες, να διενεργήσουν άλλες προσλήψεις με νόμιμο τρόπο, ουδόλως παραβίασε τις διατάξεις αυτές και διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του επαρκείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι δύο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
5. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα από τους ενάγοντες με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, στα οποία βεβαιώνεται από το δεύτερο εναγόμενο ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες φύλαξης του αρχαιολογικού χώρου του Μυστρά, επειδή το μόνιμο προσωπικό της οικείας εφορείας είχε μειωθεί δραστικά κατά τα τελευταία χρόνια, λόγω συνταξιοδοτήσεων και αποσπάσεων. Ο εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ εξεταζόμενες λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπ' όψη έγγραφα προσδιορίζονται μόνο με τον αύξοντα αριθμό της προσαγωγής τους ως σχετικών στο δικαστήριο της ουσίας και όχι με τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους (ΑΠ 1185/2010). Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ακόμα και αν η μαθητεία των εναγόντων γινόταν επ' ευκαιρία της εξυπηρέτησης παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα υλοποίησης του προγράμματος, το γεγονός αυτό δεν αρκούσε για να μετατρέψει τις γνήσιες συμβάσεις μαθητείας σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν δυσχερής και έχει οδηγήσει σε νομολογιακές διακυμάνσεις (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 243/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 9η Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ