1472/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6548/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4671/2007, 1604/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1472/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση απορρίψεως της ανακοπής ερημοδικίας λόγω νέας ερημοδικίας του ανακόπτοντας, καθόσον από το συνδυασμό των άρθρων 501 και 507 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απορριπτική της ανακοπή ερημοδικίας απόφαση δεν υπόκειται σε νέα ανακοπή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 524§3εδ1 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατ' επιταγή του άρθρου 591 § 1 εδ 1 ΚΠολΔ, και στις γαμικές διαφορές, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Full text
Απόφαση 1472 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1472/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσαπραλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6548/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4671/2007, 1604/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1405/28-11-2008 αιτήσεως για αναίρεση των α) 4671/9-7-2007 και β)1604/20-3-2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Βασιλείου Τσαπραλή, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη, 1405/28-11-2008 αίτηση για αναίρεση των (α)4671/9-7-2007 και (β)1604/20-3-2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (20-9-2010), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (20-9-2010).
Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλως, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 1405/28-11-2008 αίτηση προσβάλλονται οι (α)4671/9-7-2007 και (β)1604/20-3-2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την ... αγωγή ο δι'αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εδίωκε τη λύση του μετά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας γάμου τους για τον προβλεπόμενο από την ισχύουσα μέχρι την τροποποίηση της με το άρθρο 14 παρ.3 του ν.3719/2008 διάταξη του άρθρου 1439 παρ.2 ΑΚ λόγο του αμαχήτως τεκμαιρομένου ισχυρού κλονισμού των μεταξύ των διαδίκων συζύγων σχέσεων λόγω της συνεχούς επί τετραετίας διαστάσεώς τους.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, ερήμην της εναγόμενης, η 6548/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η εναγόμενη με την 74/29-12-2004 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία, παρά την ερημοδικία της ανακόπτουσας, ερευνήθηκε κατ'ουσίαν και απορρίφθηκε με την 4723/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας εναντιώθηκε με την 412/17-1-2005 έφεση, η οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας της, με την 4671/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κατ'αυτής την 56/5-12-2007 ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας επακολούθησε, ερήμην της ανακοπτούσης, η απορριπτική αυτής 1604/2008 απόφαση του.
Κατά των τελευταίων αυτών (α)4671/2007 και (β) 1604/2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών εναντιώνεται η ηττηθείσα (i) εκκαλούσα και (ii) ανακόπτουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι'αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Ι. Κατά μεν το άρθρο 553§1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 554 του ιδίου Κώδικα, εάν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην αποφάσεως, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δε παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της απορριπτικής της εμπροθέσμως ασκηθείσης ανακοπής ερημοδικίας αποφάσεως.
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση απορρίψεως της ανακοπής ερημοδικίας λόγω νέας ερημοδικίας του ανακόπτοντας, καθόσον από το συνδυασμό των άρθρων 501 και 507 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απορριπτική της ανακοπή ερημοδικίας απόφαση δεν υπόκειται σε νέα ανακοπή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 524§3εδ1 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατ' επιταγή του άρθρου 591 § 1 εδ 1 ΚΠολΔ, και στις γαμικές διαφορές, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και επομένως στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα της εκτίθεται σαφώς.
Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση του ή η αιτιολόγηση τους κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 και ίσχυε μέχρι την τροποποίηση του με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.
Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.
Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, ούτε από το γεγονός ότι ο ένας σύζυγος αναγκαστικά λόγω της εργασίας του διαμένει σε άλλο τόπο εάν κατά την απουσία του αυτή έχει εκδηλώσει σαφώς τη βούληση του να απομακρυνθεί ψυχικά από τον άλλο σύζυγο, ώστε να μην έχει πλέον κοινωνία βίου, ούτε από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.
Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια αποδεικτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης.
Στις αμέσως παρακάτω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της 6548/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται στην 4671/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας της, η 412/17-1-2005 έφεση της εναγομένης με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνεται. "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους θείους και ιερούς κανόνες της ...
την 9-1-1955 και συμβίωσαν έως τον Ιανουάριο του έτους 1996. Έκτοτε έως και σήμερα ζούν χωριστά και σε κανέναν από τους δύο διαδίκους δεν υπάρχει πρόθεση επανασυμβιώσεως. Η διάσπαση αυτή συνεχίσθηκε έως την άσκηση της υπό κρίσιν αγωγής (24-2-2003).
Συνεπώς η διάρκειά της υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια και ως εκ τούτου ο γάμος τους τεκμαίρεται, ότι έχει κλονισθεί σοβαρά". Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ'ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1439 αρ.3 ΑΚ παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου με άμεση δικονομική συνέπεια ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, 4671/2007, απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκ πλαγίου παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, να ελέγχεται ως αβάσιμος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η στοιχειοθέτησή του προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν προσήκει στην παράλληλα προσβαλλόμενη, 1604/2008, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας της, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 507 ΚΠολΔ, η 56/5-12-2007 ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ετέρας 4671/2007, αποφάσεως του, αξιολογούμενος κατά τούτο προεχόντως ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΙΙ.Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει στον διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του ή τον δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή (150) έως (880) ευρώ, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, αν προκύψει από την δίκη που έγινε ότι, αν και το εγνώριζαν (1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή (2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστεως ή το καθήκον της αληθείας.
Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξεως, χωρίς καμιά επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως, η υποχρέωση του δικαστηρίου για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης.
Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαρειά αμέλεια. Τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως οριοθετούν την ευθύνη του διαδίκου, του νομίμου αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου.
Ως δικαστήριο αρμόδιο για τον έλεγχο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 205 ΚΠολΔ και επιβολής, σε καταφατική περίπτωση, της προβλεπόμενης χρηματικής ποινής είναι εκείνο το οποίο αποφάνθηκε με οριστική απόφαση επί της προφανώς απαράδεκτης ή αβάσιμης, αγωγής, ή ενδίκου μέσου, το οποίο και έχει στην διάθεση του τα προς αξιολόγηση της δικονομικής συμπεριφοράς του διαδίκου πραγματικά περιστατικά.
Επομένως ο έλεγχος της βασιμότητας του υποβαλλόμενου από τον αναιρεσίβλητο, αιτήματος για επιβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 205 ΚΠολΔ χρηματικής ποινής στην αναιρεσείουσα, στην οποία αποδίδεται ότι άσκησε διαδοχικά ένδικα μέσα, χωρίς παράλληλα να προσδιορίζει και επισπεύδει τη συζήτηση, αυτών και να παρίσταται κατ' αυτήν, περιορίζεται στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως, αναφορικά με την οποία δεν δικαιολογείται η παραδοχή του, δοθέντος ότι ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αξιολογήθηκε ότι παραδεκτά διατυπώνεται και απορρίφθηκε ως αβάσιμος, χωρίς παράλληλα να βεβαιώνεται ότι τελούσε σε γνώση ότι τούτο ήταν προφανές.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1045/28-11-2008 αίτηση για αναίρεση των (α) 4671/9-7-2007 και (β) 1604/20-3-2008 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ