Supreme Court dismisses appeal on land transfer invalidity, ruling lower court correctly considered prior judgments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the validity of a rural land transfer. The appellants argued the lower court erred by failing to recognize prior final judgments establishing the transfer's validity and by ignoring their claim of forgery. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court had explicitly considered and rejected the forgery claim, and the prior judgments were properly treated as evidentiary means rather than res judicata for the current ownership suit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(16)(b) and 11(γ) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of prior final judgments is inadmissible if the lower court has already addressed the opposing party's claims regarding the validity of the transaction and treated the prior decisions as evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1472 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1472/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθ΄ών η κλήση: 1)................, 2) ................., 3)...............,4)................,5) ..............., 6).................., 7) .................. και 8) ................ .Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Γκεκόπουλο, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης-καλούσας:......................., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Θεμελιόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουλίου 1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/1995 μη οριστική, 85/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Μαρτίου 2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 885/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 4-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης, ανέγνωσε την από 6 Μαρτίου 2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από τις 349Γ', 351Γ', 348Γ', 350Γ', 346Γ' και 347Γ της 24-10-2005, 439Γ'/14-11-2005, 401Γ΄/8-11-2005, 6817Β/3-11-2005 και 394Γ/3-11-2005 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ............... (της 6817Β/3-11-2005) και ................. (όλων των λοιπών) αντίγραφο της αιτήσεως της αναιρεσίβλητης για προσδιορισμό της οικείας, δικασίμου με πράξη προσδιορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας απόφασης δικασίμου και κλήση για συζήτηση της από 22-3-2002 αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αυτήν τη δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες .............., .................., ................, ....................., .................., ...................., ....................., ........................., ..................... και ...................., οι οποίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας (αναφερόμενη) δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αδράνεια και μόνο του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίώμά του για χρονικό διάστημα, που υπολείπεται εκείνου, που απαιτείται για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το κατ' αυτού ασκούμενο δικαίωμα, ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν η πεποίθηση αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων την ανατροπή της καταστάσεως, που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη, αν επέρχονται δυσμενείς απλώς, για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες, γι' αυτόν, συνέπειες.
Περαιτέρω, η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής και αν ακόμη πρόκειται για τεμάχιο αγροτικού κλήρου ή ακίνητο, που βρίσκεται σε περιοχή, που χαρακτηρίζεται ως παραμεθόρια (α.ν. 1366/1938). Η κυριότητα δε σε τέτοιο ακίνητο, αποκτάται όχι από της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμοδίου Γενικού Διοικητή για κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παρ.1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ., 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου), το οποίο εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή.
Πριν από τη συντέλεση της μεταβιβάσεως, ο κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητα και συγκυριότητας. Όπως, όμως, συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 79, 180 και 203 του Αγροτικού Κώδικα, ο κληρούχος, και αν δεν απέκτησε ακόμη την κυριότητα του κλήρου, λογίζεται, κατά πλάσμα δικαίου, καλής πίστεως νομέας του κληροτεμαχίου, από την εγκατάστασή του στον κλήρο, δηλαδή από την παραχώρησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, με την οικεία απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και προστατεύεται έκτοτε, έναντι τρίτων, υπό το κράτος μεν του ΒΡΔ με τα παραγγέλματα της νομής, υπό την ισχύ δε του ΑΚ είτε με τις περί νομής αγωγές, είτε, σε καταπείγουσες περιπτώσεις, με ασφαλιστικά μέτρα νομής (άρθρα 984, 987, 989 ΑΚ).
Επομένως, αν ο κληρούχος ή οι κληρονόμοι του, από της εγκαταστάσεως τους στον κλήρο και μέχρι να αποκτήσουν κυριότητα επ' αυτού, παραλείπουν τη λήψη των παρεχομένων από το νόμο προστατευτικών μέτρων της νομής τους, κατ' εκείνων, που την προσβάλλουν παρανόμως, η δε αδράνειά τους υπήρξε μακρά, βασίμως προβάλλεται από τον τρίτο καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός τους, όταν τούτο ασκείται μετά την κτήση της κυριότητάς τους, είτε από του ίδιους, είτε από τους κληρονόμους τους, και συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, όπως η οικειοθελής παράδοση της κατοχής του κλήρου από τους δικαιούχους του και, εκτός της αδράνειας των δικαιούχων, και οι άλλοι όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Πριν από τις 5-12-1929 παραχωρήθηκε στον .............. ο με αριθ. ........... οικοπεδικός κλήρος του κτηματολογικού πίνακα οριστικής διανομής του παραμεθόριου συνοικισμού «..........», στον οποίο εγκαταστάθηκε και διέμενε, στην εντός αυτού υπάρχουσα πλινθόκτιση οικία με την οικογένειά του, την οποία αποτελούσαν η σύζυγός του .........
και οι τρεις θυγατέρες του (......., πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ........., μητέρα και δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και ............, μητέρα και δικαιοπάροχος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης). Στις 5-12-1929 ο ......... αποβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του και τις τρεις θυγατέρες του κατ' ισομοιρία, οι οποίες συνέχισαν την ως άνω συγκατοίκησή τους.
Και οι μεν δύο θυγατέρες εκείνου ......... και ........., μετά τους γάμους τους, που έγιναν τα έτη 1933 και 1940, αντιστοίχως, αποχώρησαν από το επίδικο και εγκαταστάθηκαν σε άλλες οικίες με τους συζύγους τους, η δε τρίτη θυγατέρα του (..........) εξακολούθησε να συγκατοικεί σ' αυτό μαζί με τη μητέρα τους και στη συνέχεια με το σύζυγό της και τα δύο παιδιά, που απέκτησε με αυτόν, ένα από τα οποία είναι η εναγομένη.
Μετά το θάνατο της μητέρας τους .........., στις 7-7-1945, που κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και κατ' ισομοιρία από τις τρεις θυγατέρες της, η εξ αυτών ................ συνέχισε να διαμένει στο επίδικο οικογενειακώς, χωρίς να ενοχληθεί από τις αδελφές της και άρχισε να συμπεριφέρεται ως κυρία του όλου ακινήτου, χωρίς την παραμικρή αντίρρησή τους και υπό τα βλέμματα αυτών κατεδάφισε την παλαιά πλινθόκτιστη οικία και με βάση την ...............
άδεια της Πολεοδομίας Κιλκίς ανήγειρε νέα ισόγεια οικία, εμβαδού 190 τ.μ. κατά το διάστημα των ετών 1963-1968, στη δε συνέχεια περιέφραξε το επίδικο οικόπεδο, φύτευσε σ' αυτό περί τα τριάντα (30) δένδρα, κατασκεύασε κήπο με συντριβάνι και παραλλήλως εκμίσθωνε δωμάτια της οικίας σε διάφορα πρόσωπα. Τις παραπάνω ενέργειες της μητέρας της εναγομένης γνώριζαν οι δύο αδελφές της, λόγω των συχνών επισκέψεών τους σ' αυτήν.
Και οι τρεις μάλιστα προήλθαν στην υπογραφή του από ........... ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο οι δύο από αυτές (....... και .........) πούλησαν στην ........, αντί 20.000 δραχμών, το ιδανικό τους μερίδιο, από 1/3 η καθεμία επί του επιδίκου. Και μόνο όταν η τελευταία, περί το έτος 1975, επιδίωξε την επικύρωση της ανωτέρω άτυπης αγοραπωλησίας, οι άλλες δύο, χωρίς να αμφισβητήσουν την υπογραφή τους στο ιδιωτικό συμφωνητικό, προέβαλαν ότι το περιεχόμενο του εγγράφου ήταν προϊόν απάτης, γεγονός που δεν αποδείχθηκε.
Η όψιμη, όμως, αντίδρασή τους δεν αναιρεί την προηγούμενη αδράνεια ή μάλλον συναινετική συμπεριφορά τους και την αντίστοιχη εύλογη πεποίθηση της αδελφής τους .........., ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το σχετικό δικαίωμά τους. Στη συναινετική δε αυτή συμπεριφορά τους οφείλεται η απόφαση της τελευταίας να υποβληθεί σε σοβαρές δαπάνες για μερικές από τις προαναφερόμενες εργασίες επί του επιδίκου, ήτοι για τη διαμόρφωση του επιδίκου, την κατασκευή της σ' αυτό οικίας και τις επί της οικίας ξυλουργικές εργασίες, τις οποίες μάλιστα εκτέλεσε, για λογαριασμό της, ο σύζυγός της πρώτης ενάγουσας αδελφή της.
Ακολούθησε η έκδοση του ............. παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Γεωργίας Κιλκίς, για την παραχώρηση του επιδίκου στον προμνημονεύομενο κληρούχο, το οποίο, παραχωρητήριο και μεταγράφηκε νόμιμα την 1-4-1977. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά δημιουργήθηκε στην άμεση δικαιοπάροχο και μητέρα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αλλά και στην ίδια, η εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν πλέον το δικαίωμά τους να ζητήσουν το εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους συγκυριότητάς στο επίδικο και να επιφέρουν έτσι την ανατροπή της καταστάσεως, που διαμορφώθηκε, υπέρ της μητέρας της εφεσίβλητης και συνεκδοχικά της ίδιας, που θα συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες γι' αυτήν.
Ύστερα από όλα αυτά τα πραγματικά περιστατικά, η με την έγερση της ένδικης αγωγής το 1994 άσκηση από τους ενάγοντες του δικαιώματος συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου οικοπέδου υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος και γι' αυτό έκρινε απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή διεκδίκησης των 2/3 εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητας επί του επιδίκου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει, την απόφασή του από νόμιμη βάση επί του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος της προαναφερόμενης ενστάσεως από το άρθρ. 281 ΑΚ, γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 1ος και 5ος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 695 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 332, 693, 696, 698, 733, 734, του ιδίου Κώδικα και 272 παρ. 1, 992 ΑΚ συνάγεται ότι η περί ασφαλιστικών μέτρων νομής απόφαση του ειρηνοδικείου ή του κατ' έφεση πρωτοδικείου παράγουν προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο προβάλλεται προς απόκρουση νέας αιτήσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων με βάση τον ίδιο πραγματικό και νομικό λόγο και δεν δεσμεύει την κυρία μεταξύ αυτών δίκη για την νομή ή την κυριότητα, παύει δε να ισχύει από την έκδοση αποφάσεως επί της δίκης αυτής, καθώς και όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο προς άσκηση της κυρίας αγωγής ή η ετήσια παραγραφή της αξιώσεως του νομέα από την αποβολή ή την διατάραξη, καθόσον η υποβολή αιτήσεως ασφαλιστικού μέτρου και η διαδικασία επ' αυτής δεν διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως, γιατί η αίτηση αυτή δεν είναι αγωγή προς οριστική διάγνωσή της.
Εξ άλλου από το συνδυασμό των άρθρων 321, 322, 324 και 337 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων μόνο για το ίδιο δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Εκτείνεται δε τούτο και επί των ζητημάτων που κρίθηκαν παρεπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθύλη αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.
Έτσι το δεδικασμένο από την απόφαση του ειρηνοδικείου ή του κατ' έφεση πρωτοδικείου περί επικυρώσεως μεταβιβάσεως αγροτικού κλήρου με ιδιωτικό συμφωνητικό κατ' άρθρο 15 Ν. 3958/1959, καλύπτει μόνο τις κατά την μεταβίβαση αυτή απαγορεύσεις του Αγροτικού Κώδικα και όχι άλλα ζητήματα που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, όπως είναι και τα σχετικά με την κυριότητα του ιδίου πράγματος ή την απόκτησή της με χρησικτησία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμησή τους, αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες ότι: α) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας κατά το περιεχόμενο του από ............ ιδιωτικού συμφωνητικού μεταβιβαστικού του επιδίκου κλήρου προς την δικαιοπάροχο της αναιρεσιβλήτου το οποίο λήφθηκε υπόψη για τη συγκρότηση της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής τους, β) κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ύπαρξη δεδικασμένου από τις υπ' αριθμ. 827/1978 και 42/1979 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Ειρηνοδικείου Κιλκίς, αντιστοίχως, με την πρώτη των οποίων απερρίφθη αίτηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσιβλήτου για επικύρωση της ως άνω ανώμαλης δικαιοπραξίας και με την δεύτερη αναγνωρίστηκαν προσωρινοί συννομείς του επιδίκου η πρώτη ενάγουσα και η δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων, και γ) δεν έλαβε υπόψη τις αποφάσεις αυτές ως αποδεικτικά μέσα.
Οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν: 1) Ο πρώτος (559 αριθ. 8 περ.β), ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ελήφθη υπόψη και αποκρούσθηκε από αυτήν ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της. 2) Ο δεύτερος ως απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπεται αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια ούτε στον αριθ. 16 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ούτε σε άλλη διάταξη του ίδιου άρθρου τούτο δε πέραν του ότι από τις προμνημονευόμενες αποφάσεις δεν παράγεται δεδικασμένο στην προκειμένη κυρία δίκη περί κυριότητας του επιδίκου κλήρου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ώστε, επικουρικά να είναι ο λόγος αυτός, εκλαμβανόμενος ως περιέχων την ως άνω αιτίαση από τον αριθ. 16 περ.β, απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και 3) ο τρίτος, από το άρθρο 11 περ.γ άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων «και το σύνολο των εγγράφων που επικαλέσθησαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι» και από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι εκείνο το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις προαναφερόμενες αποφάσεις ως αποδεικτικά μέσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2002 αίτηση των ................. και λοιπών, για αναίρεση της 187/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ