Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment for excessive moral damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment awarding 30,000 euros in moral damages. The court found the lower court violated the principle of proportionality by setting an excessive amount that lacked sufficient reasoning and contradicted common judicial practice. Consequently, the judgment was annulled regarding the moral damages and remitted for retrial, while the appellant received a refund of the appeal fee.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code; Articles 2 and 25 of the Constitution; Article 1 of the First Protocol to the ECHR. The court established that a civil court must provide adequate, clear, and consistent reasoning when determining moral damages, and an award that is manifestly disproportionate to the facts violates the principle of proportionality and deprives the decision of a legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1471 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1471/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Φ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μοσχοβιτάκη - Ηγουμενίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2014 μη οριστική και 64/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-11-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 28/22-11-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30.01.2013 (αριθμ. εκθ. κατ. ΓΑ1384/ΕΓα/102/2013) αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α", και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Ε.
Μ., ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος, οδηγώντας στις 23.08.2010 τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, της ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε, από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) και κάτω από τις ειδικότερα περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, τον τραυματισμό του.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθούν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι και εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 476.098,89 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της επικαλούμενης θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη], ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη εξ αιτίας του τραυματισμού του και ως πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 Α.Κ., για τις δυσμενείς συνέπειες που επέφερε η αναπηρία του από το ατύχημα στο κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με την υπ' αριθμ. 611/2014 εν μέρει οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έκρινε ότι το τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου-οδηγού της μοτοσικλέτας και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 74.683,89 ευρώ για αποζημίωσή του, ενώ ως προς τα κεφάλαια της αγωγής που αφορούσαν την χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά την ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931ΑΚ, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη.
Στη συνέχεια και μετά τη διαξαγωγή της διαταχθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, εξεδόθη η με αριθμό 64/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο έκαστος, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ και για ιδιαίτερη εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωση το ποσό των 40.000 ευρώ.
Κατά των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν η από 20-03-2017 και με αριθμό κατάθεσης 101/21-03-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης και η από 24-03-2017 και με αριθμό κατάθεσης 106/27-03-2017 έφεση του αναιρεσείοντος. Επί των αντιθέτων αυτών εφέσεων εξεδόθη η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 148/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και στην συνέχεια έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του αναιρεσείοντος, ο οποίος κρίθηκε συνυπαίτιος για το ένδικο ατύχημα σε ποσοστό 30% και υποχρεώθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη ασφαλιστική εταιρεία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 103.041,72 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 53.041,72 ευρώ για αποζημίωσή του και τα ποσά των 20.000 ευρώ για ιδιαίτερη εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωση και 30.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την υπό κρίση αναίρεση, ο αναιρεσείων, πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα κεφάλαια της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητάς του, της ιδιαίτερης εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1338/2024, ΑΠ 87/2019).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020). Όμως δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία άλλης νομικής διατάξεως και όχι της εφαρμοστέας (ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1385/2011, ΑΠ 748/1994).
Εξάλλου, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 10/2005). Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 542/2018, ΑΠ 115/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Επομένως, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού και πεζού: "O πρώτος εναγόμενος(μη διάδικος σήμερα) την 23-8-2010 και περί ώρα 19.20 οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του με αριθμό κυκλοφορίας ..., μάρκας PIAGGIO, η οποία ήταν ασφαλισμένη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία για την κάλυψη της αστικής ευθύνης του από την πρόκληση ζημιών σε τρίτους, στην N.E.O.
Σητείας - Χανίων, στο ύψος τον ημικόμβου της Φοινικιάς που αποτελεί και την έξοδο από την Εθνική Οδό, με κατεύθυνση από Σητεία προς Χανιά. Την ίδια ώρα ο ενάγων ξεκίνησε να διασχίσει την οδό ... με το σκύλο του, δεμένο με τον κατάλληλο προς τούτο ιμάντα, με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση. Στο σημείο όπου εκινείτο ο ενάγων, η οδός ...
συνδέεται με την έξοδο της N.E.O. Χανίων, είναι ευθεία οριζόντια, μονής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας οχημάτων και πλάτος οδοστρώματος 9 μέτρων. Μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας υπάρχει μονή διακεκομμένη γραμμή, ενώ δεξιά και αριστερά της οδού υπάρχει οριογραμμή. Επί της N.E.O. Σητείας-Χανίων υπάρχει πινακίδα Ρ-32 με την οποία η μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα των οχημάτων περιορίζεται στα 50χλμ/ωρα, ενώ στον συνδετικό δρόμο που ενώνει την N.E.O.
Σητείας-Χανίων με την οδό ... υπάρχει πινακίδα Ρ-32,με την οποία η μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα των οχημάτων περιορίζεται στα 40χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε φωτισμός ημέρας καθώς δεν είχε νυχτώσει ακόμα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή.
Όταν ο ενάγων είχε ήδη διασχίσει κάθετα το ένα ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... και απείχε περίπου 1,30 μέτρα από το απέναντι έρεισμα της οδού, συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα επί της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της N.E.O. Σητείας - Χανίων και προτιθέμενος να εξέλθει της εθνικής οδού στον κόμβο της Φοινικιάς, χωρίς προηγουμένως να καταλάβει σταδιακά το δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας που ήταν και το ρεύμα που οδηγούσε στην έξοδο από την εθνική οδό και χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του στο επιτρεπόμενο όριο των 40χλμ/ωρα, έστριψε ξαφνικά δεξιά, εξήλθε από τον εθνικό δρόμο και εισήλθε στην οδό ..., κινούμενος επί της αριστερής πλευράς τον οδοστρώματος.
Δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο επί του οχήματός τον με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό ενάγοντα, ο οποίος διέσχιζε το οδόστρωμα από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας και όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη διασχίσει το μεγαλύτερο μέρος του οδοστρώματος, δηλαδή βρισκόταν ήδη στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας και πλησίαζε στο έρεισμα τον δρόμου, να αιφνιδιαστεί από την παρουσία του στο οδόστρωμα και να επιχειρήσει βεβιασμένη τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας 12,60 μέτρων, να επιπέσει στον πεζό, να τον εκτινάξει σε απόσταση 37 μέτρων, ο ίδιος να εκτιναχθεί σε απόσταση 29,30 μέτρων και η μοτοσικλέτα του, αφού σύρθηκε επί 33,40 μέτρα, να ακινητοποιηθεί περίπου στη μέση τον οδοστρώματος προς την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ..., σε απόσταση 39,70 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.
H πρόκληση του ατυχήματος οφείλεται στην αμελή οδήγηση του πρώτον εναγομένου και ειδικότερα στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με τεταμένη προσοχή ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο επί του οχήματός τον, με δεδομένη την καλή κατάσταση της οδού και την διέλευσή του από κατοικημένη περιοχή, ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό, αλλά και στο γεγονός ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με την ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου των 40χλμ ώρα και υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 80 χλμ/ώρα τουλάχιστον, όπως συνάγεται ασφαλώς από τα ίχνη της τροχοπέδησης και την απόσταση στην οποία τελικά σταμάτησε η μοτοσικλέτα από το σημείο σύγκρουσης.
Με αυτόν τον τρόπο δεν είχε πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως όφειλε και μπορούσε και συμπεριφέρθηκε με τρόπο που έθεσε σε κίνδυνο τον ενάγοντα παρεμποδίζοντας την διέλευσή του. Όμως και ο ενάγων επιχείρησε να διασχίσει την οδό ...
από σημείο, στο οποίο δεν υπήρχε ούτε διάβαση πεζών ούτε φωτεινός σηματοδότης, έτσι ώστε να προβεί στην ενέργειά του αυτή με σχετική ασφάλεια. Δηλαδή, εισήλθε στο οδόστρωμα από σημείο, από το οποίο όφειλε κατ' αρχήν να μην εισέλθει, διότι η είσοδος πεζού στο οδόστρωμα από μη προβλεπόμενο σημείο αιφνιδιάζει τους οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό και προκαλεί κίνδυνο τροχαίου ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η μη προβλέψιμη, δηλαδή από σημείο χωρίς διάβαση πεζών ή φωτεινό σηματοδότη, είσοδος του ενάγοντος στο οδόστρωμα αιφνιδίασε τον πρώτο εναγόμενο και συνέβαλε στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Επίσης, πριν επιχειρήσει να διασχίσει την οδό, έστω και από το ανωτέρω μη προβλεπόμενο σημείο, αν και σταμάτησε μόλις διέσχισε το ένα ρεύμα της, δεν έλεγξε προσεκτικά ως όφειλε, με σκοπό να διαπιστώσει, ποια ήταν η κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να περάσει απέναντι χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο ατυχήματος.
Εάν ήταν προσεκτικός, θα είχε αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσικλέτα, δεδομένου ότι υπήρχε φως και η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από εμπόδια και θα της παραχωρούσε την προτεραιότητα, προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα. Επομένως, συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος είναι και ο ενάγων. Το γεγονός βεβαίως ότι είχε διέλθει σχεδόν ολόκληρο το οδόστρωμα πριν από την από την παράσυρσή του ενισχύει τη διαπίστωση ότι ο πρώτος εναγόμενος βαρύνεται με μεγαλύτερο ποσοστό υπαιτιότητας.
Ας σημειωθεί ότι η ύπαρξη τον σκύλου δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσε σύγχυση στον οδηγό της μοτοσυκλέτας αναφορικά με την κίνηση τον πεζού ούτε μείωσε την ορατότητά του. Επίσης, το γεγονός ότι ο ενάγων οδοιπορούσε τακτικά και γνώριζε καλά την περιοχή δεν αναιρεί τη συνυπαιτιότητά του, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η καλή γνώση της περιοχής τον οδήγησε σε επιμελέστερη συμπεριφορά αλλά αντιθέτως του δημιούργησε αυξημένο αίσθημα βεβαιότητας, λόγω του οποίου, συμπεριφέρθηκε αμελέστερα από ό,τι ο μέσος συνετός πεζός.
Συνακόλουθα το ποσοστό υπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος ανέρχεται σε 70% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό υπαιτιότητας του ενάγοντος ανέρχεται σε 30%.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτιθέμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και την διάταξη 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγού και πεζού και της υπάρξεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων των οδηγών των οχημάτων και της συγκρούσεως που επακολούθησε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών, που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα: α) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο όπου βρισκόταν ο πεζός κινούμενος επί του οδοστρώματος, εισερχόμενος σε αυτό από σημείο που δεν υφίστατο διάβαση πεζών, ούτε υπήρχε φωτεινός σηματοδότης και εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα γ) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας, δ) αναπτύσσονται οι κινήσεις που ενήργησε ο οδηγός της ως άνω μοτοσικλέτας και η κίνηση του πεζού εισερχόμενου κάθετα στο οδόστρωμα της άνω οδού από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την κίνηση της μοτοσικλέτας, ε) περιγράφεται το σημείο της σύγκρουσης και η θέση της μοτοσικλέτας και του πεζού μετά από αυτή, στ) αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του οδηγού της μοτοσικλέτας καθώς και αυτή του ενάγοντος, ζ) προσδιορίζεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο, οι οποίοι δεν κατέβαλαν, ως όφειλαν, την επιμέλεια και προσοχή, που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός και πεζός κάτω από τις ίδιες συνθήκες οδήγησης και αποδίδεται ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας και ποσοστό 30% στον ενάγοντα και η) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων καθενός ευθυνόμενου οδηγού και πεζού προς το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα.
Πιο συγκεκριμένα, και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ 1 και 559 αρ 19, αναφέρεται με επάρκεια και σαφήνεια η αμελής συμπεριφορά του πεζού αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι δεν εκινείτο με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή αλλά με πρόθεση επιχείρησε να διασχίσει την ως άνω οδό από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης, ώστε να προβεί στην ως άνω ενέργεια με ασφάλεια, αλλά ότι αντιθέτως εισήλθε στο οδόστρωμα από σημείο που καταρχήν όφειλε να μην εισέλθει, αφού το σημείο εισόδου του είναι μη προβλεπόμενο, λόγω της μη ύπαρξης των ως άνω [διάβασης πεζών και φωτεινού σηματοδότη] και ότι η μη προβλέψιμη ως άνω κίνησή του αιφνιδίασε τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας και συνέβαλε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Επιπλέον αναφέρει ότι ο πεζός πριν επιχειρήσει να διασχίσει την οδό, έστω και από το ανωτέρω μη προβλεπόμενο σημείο, αν και σταμάτησε μόλις διέσχισε το ένα ρεύμα της, δεν έλεγξε προσεκτικά ως όφειλε, με σκοπό να διαπιστώσει, ποια ήταν η κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να περάσει απέναντι, χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο ατυχήματος. Αναφέρει δε επίσης, ότι εάν ήταν προσεκτικός, θα είχε αντιληφθεί την επερχόμενη μοτοσικλέτα, δεδομένου ότι υπήρχε φως και η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από εμπόδια και θα της παραχωρούσε την προτεραιότητα, προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα. Επομένως, το Εφετείο ερμήνευσε ορθώς τις ανωτέρω διατάξεις διέλαβε δε προς τούτο σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς τόσο του οδηγού όσο και του πεζού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας συνυπαίτιους αυτούς, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε καθένας από αυτούς, σε συνδυασμό με την παράβαση της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 4 Κ.Ο.Κ, όσον αφορά τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, και συνεπώς ο Α1 λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις με τον ίδιο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:1]Ουδεμία έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας που να επιφέρει εσφαλμένη εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων του ΚΟΚ, που εφαρμόστηκαν και έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων υφίσταται, από την μη αναφορά από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του σημείου από το οποίο όφειλε να εισέλθει στο οδόστρωμα και γιατί δεν θα έπρεπε να εισέλθει από το σημείο που εισήλθε.
Και τούτο διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι λόγω της μη ύπαρξης διάβασης πεζών και φωτεινού σηματοδότη, καταρχήν δεν θα έπρεπε ο αναιρεσείων να προσπαθήσει να διασχίσει κάθετα την οδό, από το συγκεκριμένο σημείο, με την πρόσθετη αιτιολογία ότι εφόσον το επιχείρησε στο συγκεκριμένο σημείο, θα έπρεπε να το κάνει, αφού προηγηθεί προσεκτικός έλεγχος ως όφειλε, με σκοπό να διαπιστώσει, ποιά ήταν η κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να περάσει απέναντι χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο ατυχήματος, αιφνιδιάζοντας τους οδηγούς που χρησιμοποιούν την οδό στο συγκεκριμένο σημείο, ενέργειες τις οποίες δεν έπραξε. 2) Ουδεμία αντίφαση και διάσταση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει σε σχέση με τις κρίσεις της εναγομένης ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του και ενώ κινούνταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας άλλαξε κατεύθυνση και έστριψε ξαφνικά δεξιά στην οδό ...
και του ότι ο αναιρεσείων ενώ σταμάτησε δεν έλεγξε προσεκτικά και για το λόγο αυτό δεν είδε την δίκυκλη μοτοσικλέτα και ενώ είχε διασχίσει τα 3/4 του οδοστρώματος, αφού πρόκειται για τελείως ανεξάρτητες μεταξύ τους παραδοχές που θεμελιώνει έκαστη την συνυπαιτιότητα εκάστου των διαδίκων στην επέλευση του αποτελέσματος.
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στον Α3 λόγω αναίρεσης είναι αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι, διέσχισε χωρίς να ελέγξει τον δρόμο προσεκτικά, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 10 ΚπολΔ. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού τα εκτιθέμενα ως πλημμέλεια δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά συμπεράσματα του Δικαστηρίου της ουσίας, προκύψαντα από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκτίμηση των αποδείξεων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ 1ΚπολΔ [ ΑΠ 1599/2022].
Με το τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψιν της αποδεικτικά μέσα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή έστω παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες εκ των άρθρων 559 αρ 8,11 και 20 του ΚπολΔ.
Ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψιν της τις καταθέσεις τόσο του μάρτυρα του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και τις καταθέσεις στα πλαίσια της ποινικής δικογραφίας, ούτε το σχεδιάγραμμα του τμήματος Τροχαίας Ηρακλείου, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν θα μπορούσε να δει την δίκυκλη μοτοσικλέτα γιατί δεν κινούνταν στο ρεύμα εξόδου και άρα δεν ήταν ορατή από το σημείο που αυτός βρισκόταν και ότι από το σχεδιάγραμμα αυτό αποδεικνύεται ότι αυτός σταμάτησε να ελέγξει τον δρόμο και στο χρονικό αυτό σημείο ήταν αδύνατο να δει την μοτοσικλέτα γιατί δεν βρισκόταν στο οπτικό του πεδίο, ούτε μπορούσε να τη δει.
Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι, σε σχέση αφενός με τη μη λήψη υπόψιν των μαρτυρικών καταθέσεων, ως αόριστοι, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων, ώστε να δύναται να κριθεί αν αυτό είναι ουσιώδες για την απόδειξη ή μη του ως άνω ισχυρισμού, ενώ αφετέρου σε κάθε περίπτωση, άπαντα τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα[ κατάθεση μάρτυρα στο πρωτόδικο δικαστήριο, έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και σχεδιάγραμμα της τροχαίας], όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προσκομίσθηκαν, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και συνεπώς ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αναφέρεται σε πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ 11 ΚπολΔ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ και η εκ του άρθρου 559 αρ 8 επικαλούμενη πλημμέλεια με το ως άνω περιεχόμενο τυγχάνει απορριπτέα αφού τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων,ως εν προκειμένω, δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ 8 ΚπολΔ αναιρετικό λόγο.
Τέλος η αιτίαση ότι με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος του τμήματος τροχαίας Ηρακλείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ο αναιρεσείων εν προκειμένω δεν αποδίδει στην απόφαση διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά ότι η αναιρεσιβαλλόμενη συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και συνεπώς εν προκειμένω πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο.[Ολ ΑΠ 2/2008,ΑΠ 945/20 ].
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της δικαιοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932), είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολομ.
ΑΠ 9/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στο παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Στον επαγγελματικό και οικονομικό τομέα, η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του και οι σχετικές δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας, καθόσον οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν έναντι των υγιών συναδέλφων τους.
Η διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον βεβαίως αυτές είναι μόνιμες και διαρκείς και επηρεάζουν το μέλλον του. Η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.
Έτσι, κατά τη διάταξη αυτή επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσής του.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής, αποφασίζεται (κατ` αρχάς αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως και στην περίπτωση αυτή του άρθρου 931 Α.Κ., να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 Α.Κ., ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 142/2019).
Είναι πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ, αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ` ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και της απαίτησής του για πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ανελέγκτως τα εξής: " .... Από το ένδικο ατύχημα, ο ενάγων τραυματίστηκε σοβαρά και διακομίστηκε διασωληνωμένος από το ΕΚΑΒ με GcS (πίεση) 3 στο ΠΑΓΝΗ, με ισοκορία και αιμοδνναμική αστάθεια, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση - οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα περίπου 0,5 εκ. (ΔΕ) βρεγματοινιακά, καθώς και υποσκληρίδιο υδρική συλλογή (ΔΕ) βρεγματικά περίπου 0,5 εκ. Επίσης διαπιστώθηκε υπαραχνοειδής αιμορραγία περιορισμένης έκτασης σε φλοιικές αύλακες της κυρτότητας (ΔΕ), καθώς και κάταγμα βρεγματικά επί της μέσης γραμμής, ρωγμώδες, που επεκτείνεται (ΔΕ) βρεγματικά. Ηπιότατο οίδημα (ΔΕ) ημισφαιρίου, με σαφή διαχωρισμό φαιάς - λευκής ουσίας κατά πρώτη εκτίμηση, σύμφωνα με την από 24.8.2010 γνωμοδότηση του συμβούλου ιατρού της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας ΠΑ.ΓΝΗ, Ν. Χ. Στη συνέχεια της νοσηλείας του στη ΜΕΘ διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί τα εξής :
1. Σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση :υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά πάχους 0,9 εκ. μετωπο-βρεγματο-ινιακά, υπεραχνοειδής αιμορραγία και αρχόμενο εγκεφαλικό οίδημα
2. Κάταγμα θωρακικής Μοίρας Σπονδυλικής Στήλης [ πρόσθια άνω επιφυσιακή πλάκα του Θ 10 σπονδύλου].
3. Κάταγμα αριστερής απόφυσης του Ο4.
4. Ασταθές κάταγμα πυέλου [πρόσθιες στήλες κοτυλών, κάταγμα στην έσω επιφάνεια της δεξιάς κοτύλης με οστικές παρασχίδες εδαρθρικά, κάταγμα αριστερού κάτω ηβικού κλάδου, κάταγμα στο λαγόνιο τμήμα της αριστερής ιερολαγονίου με πλάγια παρεκτόπιση, διάνοιξη του ιερολαγονίου προσθίως και επέκταση τον κατάγματος κατά μήκος του λαγονίον. Συνοδές αιμορραγικές συλλογές στο έδαφος των πυελικών τοιχωμάτων με επέκταση στον αριστερό οπίσθιο παρανεφρικό χώρο. Αιμάτωμα αριστερού τετράπλευρου οσφυϊκού
και
5. Συντριπτικά πολλαπλά κατάγματα κνημών και περονών αμφοτερόπλευρα (όπως τούτο προκύπτει από την από 18.3.2011 ιατρική βεβαίωση της ιατρού Νεκταρίας Ξηρουχάκη, επιμελήτριας A' ΜΕθ ΠΑΓΝΗ). O ενάγων υποβλήθηκε σε άμεση χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης κνημών και μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ όπου παρέμεινε σε καταστολή μέχρι την 30.8.2010, παρέμεινε δε συνολικά στη ΜΕΘ μέχρι την 12.10.2010, ήτοι για 52 ημέρες (όπως τούτο προκύπτει από το από 12.10.2010 ενημερωτικό σημείωμα εξόδου της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας ΠΑΓΝΗ).
Στο διάστημα αυτό την 27.8.2010 υποβλήθηκε, όντας σε καταστολή, σε χειρουργική επέμβαση όπου έγινε οπισθοπλάγια στερέωση θ2-θ11 από τους ορθοπεδικούς, οι οποίοι επιπλέον συνέστησαν συντηρητική αντιμετώπιση των καταγμάτων πυέλου διότι δεν μπορούσε να αντιμετωπισθεί χειρουργικά λόγω του ότι απαιτούσε εκτεταμένη προσπέλαση η οποία απαγορεύει την ύπτια θέση μετεγχειρητικά.
Την 1.9.2010 έγινε τραχειοστομία, η οποία αφαιρέθηκε την 9.10.2010. Από την 28.8.2010 παρουσίασε πυρετό, σηπτικά επεισόδια με αιμοδυναμική αστάθεια οπότε, επειδή ως πιθανή εστία θεωρήθηκαν τα υλικά οστεοσύνθεσης, υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση όπου αφαιρέθηκαν τα υλικά οστεοσύνθεσης κνημών και έγινε; νέα χειρουργική επέμβαση οστεοσύνθεσης την 8.10.2010.
Την 12.10.2010 εξήλθε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας αιμοδυναμικά σταθερός με μυοπάθεια και κατακλίσεις 4ου βαθμού κόκκυγας (όπως τούτο προκύπτει από το ενημερωτικό σημείωμα εξόδου ΜΕΘ ΠΑΓΝΗ) και μεταφέρθηκε στην ορθοπεδική κλινική, όπου παρέμεινε μέχρι την 24.10.2010. Στο διάστημα αυτό υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση όπου πραγματοποιήθηκε εσωτερική οστεοσύνθεση στη δεξιά νήμη (όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ....2010 ιατρική βεβαίωση της ορθοπεδικής κλινικής ΠΑΓΝΗ).
Κατά το διάστημα της παραμονής τον ενάγοντος στην ορθοπεδική κλινική η κατάσταση της υγείας του δεν βελτιωνόταν. Οι θεράποντες ιατροί της ορθοπεδικής κλινικής επανειλημμένως ζήτησαν γνωμάτευση ψυχιάτρων και νευρολόγων, οι οποίοι απέδιδαν τα συμπτώματα του στα πολλαπλά και σοβαρά τραύματα του και στην επί μακρόν παραμονή του αι νοσηλεία του στη ΜΕΘ.
Την 24.10-2010 ο ενάγων εισήλθε εκ νέου στη ΜΕΘ διασωληνωμένος λόγω Οξείας Αναπνευστικής Ανεπάρκειας -Καρδιακής ανακοπής, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 2.11.2010, οπότε και μεταφέρθηκε στην παθολογική κλινική (όπως τούτο προκύπτει από το από 2.11.2010 ενημερωτικό σημείωμα εξόδου της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας ΠΑΓΝΗ).
Από την 2.11.2010 μέχρι την 17.11.2010 νοσηλεύθηκε στην παθολογική κλινική προς αντιμετώπιση πνευμονίας από εισρόφηση λόγω γενικευμένης νευρομυοπάθειας βαρέως πασχόντων, και περαιτέρω αντιμετώπιση της λοίμωξης. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην παθολογική κλινική ζητήθηκε εκ νέου συνδρομή ψυχιάτρων και νευρολόγων προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του τα οποία εκ νέου αποδόθηκαν στις πολλαπλές κακώσεις που είχε υποστεί και οι οποίες απαιτούσαν μακρά νοσηλεία.
Κατά τον χρόνο εξόδου του από την παθολογική κλινική, ο ενάγων παρουσίαζε γενικευμένη νευρομυοπάθεια, σημαντική απώλεια λειτουργικότητας κάτω και άνω άκρων, η οποία απαιτούσε συνεχή φυσιοθεραπευτική φροντίδα σε ειδικό κέντρο (όπως τούτο προκύπτει από την από 17.11.2010 ιατρική βεβαίωση - ενημερωτικό σημείωμα της Α' Παθολογικής κλινικής ΠΑΓΝΗ).
Εξήλθε την 17.11.2010 προς το κέντρο αποκατάστασης και αποθεραπείας ΟΛΥΜΠΙΟΝ στα Χανιά, όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο την ίδια ημέρα. Κατά την εισαγωγή του στο προαναφερόμενο κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης έφερε ρινογαστρικό καθετήρα σίτισης, ο οποίος είχε τοποθετηθεί λόγω πνευμονίας από εισρόφηση.
Παρουσίαζε περιορισμό τον εύρους κίνησης των ώμων άμφω (απαγωγή και κάμψη, αρ>δε), του αγκώνα (έκταση ως 160οο), των ισχίων άμφω (κάμψη), των γονάτων άμφω (κάμψη) και της ποδοκνημικής άρθρωσης αριστερά (ραχιαία κάμψη). Επίσης παρουσίαζε υπαισθησία στην περιοχή της γαστροκνημίας και του άκρου ποδός αριστερά και διαταραχές της εν τω βάθει αισθητικότητας αριστερά.
Παρουσίαζε ελάττωση της μυϊκής ισχύος των μυϊκών ομάδων των άνω και κάτω άκρων. Δεν είχε ισορροπία ούτε σε καθιστή ούτε σε όρθια Θέση. Δεν είχε εγερθεί σε καθιστή θέση ακόμη. Έφερε καθετήρα κύστεως και είχε έλκη κατακλίσεως στην ιεροκοκκυγική χώρα, στη ράχη και τις πτέρνες. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τον στο άνω κέντρο παρακολούθησε πρόγραμμα ιατρικής αποκατάστασης που περιελάμβανε φυσικοθεραπεία, λογοθεραπεία, εργοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη (όπως αναφέρεται στο από 24.2.1011 ενημερωτικό σημείωμα του "ΟΛΥΜΠΙΟΝ").
Στο κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης "ΟΛΥΜΠΙΟΝ" ο ενάγων παρέμεινε αρχικά από την 17.11.2010 μέχρι την 24.2.2011. Στο διάστημα αυτό μεταφέρθηκε την 21.1.2011 στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου - Ορθοπαιδική Κλινική επειδή τα χειρουργηθέντα κατάγματα στις κνήμες του παρουσίαζαν λοίμωξη και φλεγμονή. Υποβλήθηκε σε νέα χειρουργικήεπέμβαση αφαίρεσης οστεοσυνθέσεων ΔΕΞΙΑ - πλάκας και βίδας και ΑΡΙΣΤΕΡΑ εξωτερικής και στη συνέχεια ακινητοποίηση των κάτω άκρων της δεξιάς κνήμης με κνημοποδικό νάρθηκα και της αριστερής κνήμης με πλήρη μικρο - κνημο - ποδικό γύψο (όπως τούτο προκύπτει από το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα).
Εξήλθε και επέστρεψε στο κέντρο αποκατάστασης την 8.2.2011, όπου και παρέμεινε μέχρι την 24.2.2011, οπότε μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο ΚΑΤ, προς αντιμετώπιση του προβλήματος της ψευδάρθρωσης κνημών με τη μέθοδο της διατατικής οστεογένεσης, λόγω έλλειψης εμπειρίας στην Κρήτη, όπως προκύπτει από την από 16.2.2011 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της B' Ορθοπαιδικής κλινικής του Βενιζελείου Νοσοκομείου.
Την 24.2.2011 εισήλθε στη Δ' Ορθοπαιδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής ΚΑΤ για περαιτέρω αντιμετώπιση τον προβλήματος της ψευδάρθρωσης κνημών. Την 14.3.2011 χειρουργήθηκε με κλειστή ενδομυελική ήλωση ψευδάρθρωσης δεξιάς κνήμης και αντιστροφική οστεοτομία κατάγματος αριστερής κνήμης καθώς και ενδομυελικής ήλωσης.
Την 4.4.2011 εξετάστηκε από τη νευρολογική κλινική τον άνω νοσοκομείου όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από παραπληγία χαλαρού τύπου λόγω πολλαπλών επιπλεγμένων καταγμάτων κνήμης, συνόλου νεύρο μυοπάθειας και πολυνευροπάθειας της μονάδος. Επίσης ότι αδυνατεί πλήρως να κάνει κίνηση των κάτω άκρων και αριστερά κατάργηση της αισθητικότητας κάτωθεν της κνήμης.
Επίσης, διαπιστώθηκε ύπαρξη έξω στροφής αριστερής κνήμης. Εξήλθε την 5.4.2011 προς επιστροφή στο κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης "ΟΛΥΜΠΙΟΝ" (όπως τούτο προκύπτει από το ενημερωτικό σημείωμα εξόδου της Δ' Ορθοπεδικής Κλινικής τον ΚΑΤ). Μεταφέρθηκε πάλι με ασθενοφόρο στο κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης "ΟΛΥΜΠΙΟΝ" στα Χανιά όπου παρέμεινε μέχρι την 22.3.2012, οπότε και πήρε εξιτήριο και μεταφέρθηκε στην οικία του στο Ηράκλειο.
Κατά την έξοδο τον από το άνω κέντρο ο ενάγων μπορούσε να ορθοστατεί, να βαδίζει φορώντας ποδοκνημικούς κηδεμόνες και τα δύο πόδια με ελατήριο ανύψωσης και με μεταλλικό περιπατητήρα τύπου "πι" ή με βακτηρία τεσσάρων σημείων στήριξης και βοήθεια από άλλο άτομο για να σηκωθεί από καθιστή σε όρθια θέση και είχε αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, με δυσχέρεια κατά την ούρηση (πιθανό υπόλειμμα από τον τραυματισμό).
Συστήθηκε δε η συνέχιση του προγράμματος ως εξωτερικός ασθενής με συνεδρίες φυσικοθεραπείας 3-4 φορές εβδομαδιαίως (όπως τούτο προκύπτει από το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα εξόδου του ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΧΑΝΙΩΝ). Έκτοτε ο ενάγων χρειάστηκε να νοσηλευθεί από την 11.6.2012 μέχρι την 15.6.2012, με ουρολογικό πρόβλημα - ουρολοίμωξη στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, η οποία οφείλεται επίσης στον τραυματισμό του, όπως προκύπτει από τις σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις.
Τέλος, σύμφωνα με την από 9.4.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας τον ΙΚΑ, υποκαταστήματος ΙΚΑ- ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ Ηρακλείου Κρήτης, μετά από αξιολόγηση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ διαπιστώθηκε κατά ιατρική πρόβλεψη ότι ο ενάγων έχει ποσοστό αναπηρίας ανερχόμενο σε 85% από την 1.10.2013 έως την 30.9.2016 και ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα χρήζει βοήθειας και συμπαράστασης άλλου προσώπου. ...
Περαιτέρω, κατόπιν ιδίως της διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, που διέταξε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι σήμερα, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος και όπως όλοι οι πραγματογνώμονες ιατροί βεβαιώνουν, έχει τραυματικές βλάβες περιφερικών νεύρων των κάτω άκρων καθώς και προσβολή περιμετρικών νεύρων στα πλαίσια της πολυνευροπάθειας βαρέως πάσχοντος την οποία υπέστη κατά την νοσηλεία του στην ΜΕΟ.
Επιπλέον βλάβη νωτιαίου μυελού, απότοκο της κάκωσης της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και βλάβη της πυραμιδικής οδού προς το αριστερό άνω άκρο, πιθανώς από πίεση τον εγκεφαλικού ημισφαιρίου από υποσκληρίδιο αιμάτωμα και εξαιτίας αυτών των βλαβών, έχει υποστεί μόνιμη και ισόβια αναπηρία που συνίσταται σε αδυναμία αυτόνομης κίνησής του, ενώ με την βοήθεια κνημοποδικών κηδεμόνων και "πι" ή βακτηρίας με 4 σημεία στήριξης και υποστήριξη άλλου προσώπου μπορεί να κινηθεί εντός της οικίας του λίγα μέτρα, το βαθμό δε της αναπηρίας αυτής ο διορισθείς νευρολόγος ιατρός Γ.
Α., προσδιορίζει συγκεκριμένα σε ποσοστό άνω του 85% (βλ από 25.5.2015, 9.12.2015 και 15.3.2016 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων πραγματογνωμόνων Γ. Α., καθηγητή νευρολογίας τον ΠΓΝΗ, Γ. Κ., ιατρού νευροχειρουργού Ζ. Α., ιατρού ακτινολόγου, αντίστοιχα). Τα ανωτέρω διαπιστώνουν και οι ιατροί Ε. Γ., νευρολόγος και Α.
Ο., ορθοπεδικός, που εξέτασαν τον ενάγοντα κατόπιν εντολής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, προσδιορίζουν όμως το ποσοστό της μόνιμης και ισόβιας αναπηρίας τον σε 67%, θεωρώντας, ότι ανέρχεται τελικά σε ποσοστό άνω του 80% επειδή όμως συνυπάρχει ολυνευροπάθεια που σχετίζεται με ιστορικό μακροχρόνιου σακχαρώδη διαβήτη, προγενέστερου τον ατυχήματος.
Τούτο το τελευταίο δεν είναι αληθές διότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις, διαγνώσθηκε στον ενάγοντα πολυνευροπάθεια βαρέως πάσχοντος λόγω της ακινησίας του επί 52 ημέρες στην ΜΕΟ και εξάλλου, ο διορισθείς καθηγητής νευρολογίας Γ. Α., ως πλέον ειδικός, δεν θεωρεί πιθανή την συμμετοχή του σακχαρώδους διαβήτης στην εκδήλωση της πολυνευροπάθειας από την οποία πάσχει ο ενάγων, λόγω της οξείας εισβολής της.
H ως άνω αναπηρία του ενάγοντος θα έχει δυσμενή επιρροή στην προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική τον ζωή. Συγκεκριμένα, η δυσμενής επίδραση του τραυματισμού τον στο μέλλον του και ιδίως στην προσωπική τον ζωή είναι πέραν ή βέβαιη και συναρτάται με την αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης του σε βασικές ανάγκες και δημιουργικές δραστηριότητες, που απαιτούν αυτοδύναμη κίνηση των άκρων τον, ενώ στην εν γένει κοινωνική του ζωή η αναπηρία δυσχεραίνει ήδη και θα δυσχεράνει και στο μέλλον τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα του, στο πλαίσιο της οποίας περιλαμβάνεται και η συμμετοχή του σε κοινωνικές εκδηλώσεις συγγενών και φίλων.
H ως άνω αρνητική επίδραση της αναπηρίας στο μέλλον του οικογενειάρχη ενάγοντος, ηλικίας 64 ετών κατά το ατύχημα, δεν δύναται να καλυφθεί ικανοποιητικά από τις λοιπές, αυτοτελείς και δυνάμενες να ασκηθούν σωρευτικά αξιώσεις για αποκατάσταση περιουσιακών ζημιών και προκληθείσας ηθικής βλάβης του ιδίον παθόντος.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, καθώς και τον βαθμού υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 20.000 ευρώ ως ιδιαίτερη εκ τον άρθρον 931 ΑΚ αποζημίωση, λόγω της ως άνω εκτεθείσας αναπηρίας του. Επίσης, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, τον βαθμό υπαιτιότητας του ενάγοντος και του εναγομένου οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος, όχι όμως της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική και της οποίας η οικονομική κατάσταση δεν λαμβάνεται ως εκ τούτου υπόψη για τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κρίνει με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ότι ο ενάγων δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ, έχοντας προηγουμένως αφαιρεθεί από το ανωτέρω ποσό και δεν περιλαμβάνεται σε αυτό το ποσό των 40 ευρώ, για το οποίο επιφυλάχτηκε αυτός προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της συναφούς ποινικής υπόθεσης.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που δέχθηκε ότι για τις ως άνω αιτίες, δηλαδή για αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 ΑΚ, δικαιούται ο ενάγων το ποσό των 40.000 ευρώ και 50.000 ευρώ αντίστοιχα, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων....." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής αυτής παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το ποσό των 20.000, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενόψει και των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η ως άνω μόνιμη αναπηρία του και μάλιστα στην ηλικία των 64 ετών κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό άνω του 67%, στο μέλλον θα επιδράσει δυσμενώς στην επαγγελματική, οικογενειακή του εξέλιξη και τον κοινωνικό του βίο.
Συνεπώς το Εφετείο παραβίασε τόσο ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όσο και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ του άρθρου 932 ΑΚ το ποσό των 30.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 25 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε με εσφαλμένη υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ενώ δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεδομένου ότι το ποσό των 30.000 ευρώ που το Εφετείο επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπολείπεται και μάλιστα, καταφανώς, εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, και προσβάλλουν το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, που προστατεύεται με την ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ, αφού υπάρχει μια μη ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και του επιδικασθέντος ως άνω ποσού.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός στο σύνολό του ως βάσιμος.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του ως άνω λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 178 παρ. 2, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 148/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ