Legislator Case Law & Legislation
1471/2024 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against insurance company, remanding collateral claim for retrial.

Case Number 1471/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the plaintiff against the First Instance Court's dismissal of her collateral claim. The court found the primary appeal regarding the main tort claim valid, but ruled the second appeal point inadmissible because it required a substantive review rather than a procedural check. Consequently, the judgment was partially revoked, and the case was remanded to a different judge for further examination of the collateral claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal point requiring substantive examination is inadmissible if the lower court rejected the claim on procedural grounds, necessitating remand for retrial.

Keywords

AI generated
partial revocation of judgment collateral claim dismissal substantive review requirement remand to different judge procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 614(6) of the Code of Civil Procedure
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 209/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1471 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1471/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. (J.) Ν. (D.) του Ρ. και 2) Β. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2019 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσειόντων, ενεργούσας για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό του ανήλικου τότε τέκνου της και ήδη ενηλικιωθέντος Β. Τ. - 2ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2182/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8.2.2022 (αρ. κατ. 1062/92/ 10.2.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2182/ 23.4.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 αρ.6 και 591 παρ.1). Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη αναιρεσείουσα Ι. Ν., επικαλούμενη ότι ο Σ. Τ., μνηστήρας της και πατέρας του τότε ανηλίκου εκτός γάμου τέκνου της και ήδη ενηλικιωθέντος Β.

Τ. (δευτέρου αναιρεσείοντος), τραυματίστηκε θανάσιμα σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 29-03-2004, στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων - Άρτας, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου L. M. του I., (μη διαδίκου σήμερα), οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιουμένων κάλυπτε η δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό του ασκούντος την επιμέλεια του τέκνου της, την από 2.10.2006 και με αρ.

κατ. 1097/6-10-2006 (αρχική) κύρια αναγνωριστική αγωγή της την οποία απηύθυνε κατά του οδηγού L. M. και της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός και για μία διετία, το ποσό των 1.050 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 25.200 ευρώ, ως μηνιαία διατροφή αυτής και του ανήλικου τέκνου της, καθώς και τα ποσά των 199.956 ευρώ, ατομικά, και 299.956 ευρώ, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία του θανάτου του προαναφερομένου, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.

Ο κυρίως ως άνω πρώτος εναγόμενος L. M. του I. άσκησε κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσίβλητης την από 15.1.2007 και με αρ. κατ. 244/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει ό,τι θα υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα ατομικά και υπό την ανωτέρω ιδιότητά της.

Επί της αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, η υπ' αριθμ. 249/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον εναγόμενο οδηγό L. M. και δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 180/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία, αφού συνεκδίκασε αυτές, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 249/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως προς τον υπόχρεο οδηγό L.

M., ο οποίος κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και του συνέπεια τούτου θανάσιμου τραυματισμού του επιβαίνοντος Σ. Τ. και αναγνώρισε ότι αυτός υποχρεούται, να καταβάλει σ'αυτήν ατομικά το ποσό των 70.000 ευρώ και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της το ποσό των 100.000 ευρώ, ως ψυχική οδύνη για το θάνατο του οικείου τους με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Επίσης η ανωτέρω απόφαση, δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλισμένου εναγομένου L. M. κατά της αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει στον ασφαλισμένο της, οποιοδήποε ποσό θα κατέβαλε αυτός στην κυρίως ενάγουσα τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Ακολούθως η πρώτη αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση ότι ο υπόχρεος ασφαλισμένος αν και επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει τα ποσά των 70.000 ευρώ και των 100.000 ευρώ, ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της αντίστοιχα, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής ουδέν ποσό έχει καταβάλει, ενώ συγχρόνως αδρανεί να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά της ασφαλιστικής του εταιρείας, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 25-6-2019 (αρ.

κατ. 2592/28-6-2019) αγωγή κατά του υποχρέου ασφαλισμένου οδηγού L. M. και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και ζήτησε μετά την παραδεκτή μερική τροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ως προς τα κονδύλια των τόκων υπερημερίας να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος L. M. να της καταβάλει τα ως άνω ποσά των 70.000 και 100.000 ευρώ, που επιδικάστηκαν ως χρηματική ικανοποίηση με την με αρ. 180/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει τα ποσά των νομίμων τόκων των επιδικασθέντων κεφαλαίων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (4.11.2006) μέχρι την 24.6.2019, από76.360,67 ευρώ και 109.086,65 ευρώ, αντίστοιχα και β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει πλαγιαστικώς στον πρώτο εναγόμενο τα ως άνω ποσά των 70.000 και 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, που επιδικάστηκαν με την ως άνω αρ. 180/2011 τελεσίδικη απόφαση, καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να καταβάλει τα ποσά των νομίμων τόκων των επιδικασθέντων κεφαλαίων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (4.11.2006) μέχρι την 24.6.2019, από 76.360,67 ευρώ και 109.086,65 ευρώ, αντίστοιχα.

Επί των ανωτέρω δικογράφων εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου η με αρ.301/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την ένδικη κύρια και σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή. Η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ως πλαγιαστικώς εναγομένη άσκησε την από 4-2-2020 (αρ.κατ. 2932/2020) έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αρ. 2182/2021 τελεσίδικη] απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την με αρ.301/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 25-6-2019 (αρ.

κατ. 2592/2019) πλαγιαστικής αγωγής απέρριψε αυτήν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.

Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.

Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως, κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ιδίου αυτού νόμου, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφαλίσεως κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.

Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής, αφότου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως και για το ποσόν που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από της επιδόσεώς της και δικαστικών εξόδων (ΑΠ 965/2015, ΑΠ 441/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 72 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στην δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτου του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπο του. Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό.

Έτσι, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστού αξιώσεώς του, κατά άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976, μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού, εν όψει του ότι η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (ήδη άρθρο 10 του Ν. 2496/1997), νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης του ασφαλισμένος δεν είναι διάδικος, αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση.

Η κατά τα ανωτέρω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλαδή, από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δε, δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωσή του, οδηγού και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής αυτού κατά του ασφαλιστή, εφόσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 ΑΚ ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο του και όχι στον ενάγοντα τρίτο.

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 1061/2015, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 234/2010, ΑΠ 235/2009, πρβλ. επίσης ΑΠ 941/2017, ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 35/2013, ΑΠ 134/2009). Στοιχεία, συνεπώς, της πλαγιαστικής αγωγής είναι η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος, ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγόμενου οφειλέτη και των δικαιωμάτων, που έχει κατά του τελευταίου ο αδρανών να ασκήσει αυτά δανειστής (ΑΠ 235/2010).

Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματος του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται, ως αόριστη (ΑΠ 1807/2017, ΑΠ 433/2008, ΑΠ 398/2007).

Εξάλλου, κύρια υποχρέωση του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο από τη σύμβαση ασφαλίσεως είναι η παροχή ασφαλιστικής καλύψεως στον τελευταίο (ασφαλισμένο). Περιεχόμενο της αξιώσεως αυτής, η οποία ονομάζεται "αξίωση ελευθερώσεως", είναι να απαιτήσει από τον ασφαλιστή υπεράσπιση εναντίον αβάσιμων αξιώσεων τρίτων, αλλά και να του καταβάλει, μέσα στα όρια της συμβάσεως ασφαλίσεως, κάθε ποσό περιλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων, το οποίο ο ασφαλισμένος από την πλευρά του θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο.

Στη σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, όπως προεκτέθηκε, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννάται, όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας του αγωγή, διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Κατά συνέπεια, η γένεση της αξιώσεως του ασφαλισμένου δεν προϋποθέτει προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον τρίτο από τον ασφαλισμένο, καίτοι το τελευταίο ενδεχομένως να είναι ορθότερο. Επομένως, εφόσον με την πλαγιαστική αγωγή του παθόντος τρίτου στο αυτοκινητικό ατύχημα ασκείται πλαγιαστικώς η παραπάνω από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η οποία γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ.

από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή, το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής, περί καταδίκης του εναγομένου ασφαλιστή να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο (και όχι στον ενάγοντα), δεν προϋποθέτει προηγούμενη καταβολή της αποζημιώσεως στον τρίτο από τον ασφαλισμένο, ώστε η καταδίκη του, σε περίπτωση παραδοχής της πλαγιαστικής αγωγής, να εξαρτάται από την παραπάνω προϋπόθεση (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 1061/2015).

Εξάλλου, αν ο ασφαλισμένος είχε εγείρει κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης περί αποζημιώσεως του τρίτου ζημιωθέντος από αυτοκίνητο, παρεμπίπτουσα αναγνωριστική αγωγή εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία αμφισβητεί την υποχρέωσή της προς κάλυψη της ασφαλιστικής της ευθύνης και γίνει δεκτή αυτή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ο ζημιωθείς ως έχων έννομο συμφέρον, μπορεί κατόπιν να ασκήσει πλαγιαστικώς την καταψηφιστική αγωγή του ασφαλισμένου εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας, εφόσον ο ασφαλισμένος αδρανεί να ασκήσει αυτή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από την βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του (ΑΠ 962/2020, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014).

Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 481/2012, ΑΠ 137/2008).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες, ως τρίτοι παθόντες, δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν με την ένδικη πλαγιαστική αγωγή την αξίωση ελευθέρωσης του ασφαλισμένου υποχρέου οδηγού σε βάρος του Ασφαλιστή του, για την καταβολή σε αυτόν (ασφαλισμένο σε αυτήν οδηγό του ζημιογόνου οχήματος L.

M.) του ασφαλίσματος, διότι δήθεν ο ασφαλισμένος οδηγός δεν αδράνησε προς τούτο και εξαντλήθηκε δήθεν το δικαίωμα ελευθέρωσης αυτού (ασφαλισμένου οδηγού) από την ασφαλιστική σύμβαση, με την άσκηση εκ μέρους αυτού (του ασφαλισμένου οδηγού της ήδη αναιρεσίβλητης) της από 15.1.2007 και με αρ. κατ. 244/2007 παρεμπίπτουσας αγωγής του κατά του Ασφαλιστή του ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ως άνω αναγωγή ο ασφαλισμένος οδηγός ζητούσε την καταβολή του ασφαλίσματος προς αυτόν (ασφαλισμένο οδηγό) και ότι συνακόλουθα, δήθεν ότι οι αναιρεσείοντες παθόντες τρίτοι δεν έχουν πλέον έννομο συμφέρον να αξιώσουν με πλαγιαστική αγωγή την αξίωση ελευθέρωσης του ασφαλισμένου υποχρέου οδηγού σε βάρος του Ασφαλιστή του για την καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο οδηγό παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 25 του Ν. 2496/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 72 ΚΠολΔ ως προς τη νομική έννοια της αδράνειας του οφειλέτη υπαίτιου οδηγού και την άσκηση του δικαιώματος ελευθέρωσης με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την υπαγωγή των εκτιθέμενων (στην αγωγή) πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους δεν εφάρμοσε, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που έκρινε ως εκτιθέμενα πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και ότι συνεπώς, η απόρριψη της αγωγής τους αντίκειται στο γράμμα και στο πνεύμα των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 και 25 του Ν.2496/1997 (σε συνδυασμό με άρθρ. 68 και 72 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την παράθεση, στις σελίδες 18 έως 21 της απόφασής του, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 και 25 του Ν. 2496/1997 και την ανάλυση της έννοιας της αδράνειας του ασφαλισμένου υπόχρεου ως θεμελιωτικό στοιχείο του εννόμου συμφέροντος του πλαγιαστικώς ενάγοντος τρίτου παθόντα, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "...

Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθη, στην ένδικο αγωγή εκτίθεται ότι δυνάμει της υπ' αριθμόν 180/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, εκδοθείσης, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 681 Α', 666, 667 και 670 έως 676 Κ.Πολ.Δ), εκρίθη με ισχύ δεσμευτικού και για το παρόν Δικαστήριο δεδικασμένου ότι το επισυμβάν την 29η Μαρτίου 2004 και περί ώρα 20.40' ένδικο ατύχημα επί της Εθνικής οδού Ιωαννίνων - Άρτας, κατά το οποίο απώλεσε τη ζωή του, ο Σ. Τ. (X.) του Γ. (J.), συνεπιβαίνων επί του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (L. M. του Ι.), οφείλεται σε (αποκλειστική) υπαιτιότητα του τελευταίου.

Περαιτέρω, εκτίθεται ότι ομοίως εκ της ανωτέρω υπ' αριθμόν 180/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων απορρέει δεσμευτικό και για το παρόν Δικασμένο δεδικασμένο: α) τόσο ως προς το ύψος του ποσού που ο υπαίτιος - νυν πρώτος εναγόμενος ανεγνωρίσθη ότι οφείλει να καταβάλει στην νυν ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) (τόσο ατομικώς όσο και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσης τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της) όσο και β) ως προς την αναγνώριση της υποχρεώσεως της νυν δευτέρας εναγομένης - εκκαλούσης (ήδη αναιρεσίβλητης) ως παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στον νυν πρώτο εναγόμενο, ως παρεμπιπτόντως ενάγοντα κάθε ποσό που ο τελευταίος θα της καταβάλει.

Συνεπώς, ενόψει του ότι υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ο οφειλέτης (πρώτος εναγόμενος) της πλαγιαστικώς εναγούσης - εφεσιβλήτου δεν αδράνησε ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων του (αντιθέτως, υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, μετά την από 2.10.2006 (αριθμός καταθέσεως : 1097/6.10.2006) αγωγή που άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η νυν ενάγουσα - εφεσίβλητος, προέβη στην άσκηση της από 15.1.2007 (αριθμός καταθέσεως: 244/27.2.2007) παρεμπιπτούσης αγωγής κατά της νυν δευτέρας (πλαγιαστικώς) εναγομένης - εκκαλούσης, αιτούμενος να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να του καταβάλει κάθε ποσό που αυτός θα υποχρεωθεί να καταβάλλει στην ενάγουσα, λόγω παραδοχής της δικής της αγωγής, η (παρεμπίπτουσα) δε αυτή αγωγή (συνεκδικασθείσα μετά της ως άνω από 2.10.2006 (αριθμός καταθέσεως : 1097/6.10.2006) αγωγής) έγινε δεκτή τελεσιδίκως δυνάμει της προαναφερθείσης υπ' αριθμόν 180/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων), μη συντρεχούσης της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης, για την παραδεκτή άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, προϋποθέσεως της επιδείξεως αδρανείας εκ μέρους του οφειλέτη ....η αγωγή (ανεξαρτήτως του ότι δεν γίνεται επίκληση ειδικού εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της, εφόσον υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο η ενάγουσα ήδη έχει επιτύχει την έκδοση αποφάσεως εκ της οποίας απορρέει ευνοϊκό υπέρ των θέσεών της δεδικασμένο) τυγχάνει απορριπτέα πρωτίστως ως μη νόμιμη (ακριβέστερα ανομιμοποίητος, καθόσον, αν ο οφειλέτης, έστω και ανεπιτυχώς, άσκησε τα δικαιώματά του, δεν νομιμοποιείται πλέον ο δανειστής - εν προκειμένω η ενάγουσα, ...

Σημειωτέον, ως εκ περισσού, ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα αν η ενάγουσα - εφεσίβλητος διατηρεί έννομο συμφέρον να εγείρει νέα, καταψηφιστική αγωγή κατά του υπαιτίου - πρώτου εναγομένου και διαφορετικό το ζήτημα, εάν, μετά την άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη της - πρώτου εναγομένων, των δικαιωμάτων του που απορρέουν από τη μεταξύ αυτού (πρώτου εναγομένου) και της δευτέρας εναγομένης (ασφαλιστικής εταιρείας) σύμβαση (δια της ασκήσεως παρεμπιπτούσης αγωγής), νομιμοποιείται πλέον η ενάγουσα - εφεσίβλητος να ασκήσει πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή - δευτέρας εναγομένης - εκκαλούσης.

Κατ'ακολουθίαν, εσφαλμένως, υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως εκρίθη ως ορισμένη και νόμιμη η από 25-6-2019 αγωγή και ακολούθως έγινε δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής (δεύτερος, κατά το σχετικό αυτού σκέλος) της ενδίκου εφέσεως.....και εξαφανιζομένης....της εκκαλουμένης υπ'αριθμόν 301/2020 (οριστικής) αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και αφού ερευνηθεί η από 25-6-2019 αγωγή να απορριφθεί ως προς τη Δευτέρα εναγομένη - εκκαλούσα ως νόμω αβάσιμη....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ακριβέστερα ανομιμοποίητη), τη σωρευόμενη στο από 25-6-2019 δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή επειδή, όπως δέχτηκε με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν υπάρχει αδράνεια του ασφαλισμένου να ασκήσει την αξίωση ελευθέρωσής του και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται το έννομο συμφέρον των πλαγιαστικώς εναγόντων δανειστών προς άσκηση της ένδικης (σωρευόμενης) πλαγιαστικής αγωγής τους.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει αδράνεια του ασφαλισμένου οδηγού, L. M. του Ι., προς άσκηση της αξίωσης ελευθέρωσής του σε βάρος του ασφαλιστή του, αφού αυτός ήδη άσκησε την ως άνω αξίωσή του με την με αρ. κατ. 244/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (μετά την άσκηση σε βάρος του της κύριας με αρ.

κατ. 1097/6.10.2006 αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 249/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) και άρα οι αναιρεσείοντες δεν θεμελιώνουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν πλαγιαστική αγωγή σε βάρος του ασφαλιστή του υπαίτιου οδηγού, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 25 του Ν. 2496/1997- σε συνδ.

με άρθρ. 68 και 72 ΚΠολΔ ως προς τη νομική έννοια της αδράνειας του οφειλέτη - υπόχρεου οδηγού και την άσκηση απ' αυτόν του δικαιώματος ελευθέρωσής του κατά του Ασφαλιστή του. Ειδικότερα, τα εκτιθέμενα στην σωρευόμενη αγωγή περιστατικά, ότι δηλαδή ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη οδηγός σε ουδεμία ενέργεια προέβη για την επίσπευση της διαδικασίας και την απόκτηση εκτελεστού τίτλου επί της τελεσιδίκως γενομένης δεκτής αναγνωριστικής αγωγής του, αρκούσαν για την υπαγωγή των εκτιθέμενων στην πλαγιαστική αγωγή πραγματικών περιστατικών για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούσε το έννομο συμφέρον των πλαγιαστικώς εναγόντων προς άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής, το οποίο (έννομο συμφέρον) επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία, ως λόγος της νομοθετικής παροχής σε αυτούς (αναιρεσείοντες), ως μη δικαιούχους τρίτους, της εξουσίας δικαστικής άσκησης του αλλότριου δικαιώματος, ώστε να λάβουν αυτοί αποτελεσματική έννομη προστασία με την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.

Σημειωτέον ότι το απορρέον από την τελεσίδικη απόρριψη της από 5-10-2006 (αρ. κατ. 1096/6.10.2006) πλαγιαστικής αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας δεδικασμένο δεν καθιστά απαράδεκτη την άσκηση της υπό κρίση πλαγιαστικής αγωγής, καθόσον η ως άνω πλαγιαστική αγωγή απορρίφθηκε για διαφορετικούς (τυπικούς) λόγους, ήτοι επειδή ο εκεί εναγόμενος υπαίτιος οδηγός είχε ήδη ασκήσει κατά της ήδη αναιρεσίβλητης την από 15-1-2007 αναγνωριστική παρεμπίπτουσα αγωγή του και κρίθηκε έτσι ότι αυτός δεν αδράνησε.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με το πρώτο σκέλος του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση, από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία.

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νομίμου, αορίστου ή απαραδέκτου ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 209/2011). Ο ίδιος, επομένως, λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο, οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε την ως άνω πλαγιαστική αγωγή, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του προκείμενου αναιρετικού λόγου, ο οποίος προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

Επομένως, κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, κατά το κεφάλαιο της που απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 8-2-2022 (αρ. κατ. 92/10-2-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2182/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία άρθρων 614 αρ. 6 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2182/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο της, που απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ".

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρεθέν μέρος της (το αφορόν την πλαγιαστική αγωγή) στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ