Legislator Case Law & Legislation
1471/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding public service hiring, ruling ASPEP is the sole authority for constitutional complaints.

Case Number 1471/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Agricultural Organization against a first-instance judgment regarding public sector hiring. The court held that the Independent Public Service Commission (ASPEP) is the exclusive constitutional body for reviewing hiring procedures under Article 103(7) of the Constitution. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the specific facts challenging the hiring process were not properly presented in the lower court proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 103(7) of the Constitution; Article 559(4) of the Code of Civil Procedure: The Independent Public Service Commission (ASPEP) is the exclusive constitutional authority for reviewing public service hiring procedures, rendering such complaints inadmissible before the Supreme Court if the underlying facts were not properly raised in the lower court.

Keywords

AI generated
public service hiring constitutional complaint ASPEP jurisdiction inadmissible appeal procedural exhaustion

Cited Legislation

AI generated
Article 103(7) of the Constitution
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure
Article 15(2) of Law 1790/1988

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1471 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1471/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αναστασία Κουτσαύτη και Δροσιά Μπάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση: 1. …, και 13. …, κατοίκων .... Οι μεν 2ος, 3ος, 4ος, 9ος ,10ος, 12ος και 13ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε 999/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το αναιρεσείον με την από 25-4-2013 αίτησή του και τους από 26-6-2014 πρόσθετους λόγους, η συζήτηση όμως της υπόθεσης, κατόπιν αναβολών, ματαιώθηκε. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση για το καλούν με την από 15-7-2021 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής - Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 2/1/2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κατσιρούμπα με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του, να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την από 15.7.2021 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛΓΑ)", νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 25.4.2013 και με αριθμ. κατ. 79/30.4.2013 αίτηση αναίρεσης αυτού κατά δεκατριών εκ των αρχικώς δέκα εννέα εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά της με αριθμ. 999/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής, κατά τη δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2018. 2.-Στη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ` αριθ. 17/9.7.2014, 23/9.7.2014, 30/9.7.2014, 37/9.7.2014, 48/9.7.2014 και 11.178/9-6-2014 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών α) στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Α. Μ., για τον πρώτο, έκτο, όγδοο, ένατο και δέκατη των αναιρεσιβλήτων και ήδη πρώτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοη των καθ'ων η κλήση και β) στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Σ.

Σ. για το δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων και ήδη ενδέκατο των καθ' ων η κλήση τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 25.4.2013 και με αριθ. κατάθ. 79/30.4.2013 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13ης Ιανουαρίου 2015 (η συζήτηση της οποίας, μετά από 5 αναβολές, ματαιώθηκε κατά τη δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2018), επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους.

Περαιτέρω από τις υπ` αριθμό 011612/7.10.2021, 1438/6.10.2021, 1442/6.10.2021, 1440/6.10.2021, 2971/19.10.2021 και 4174/7.10.10.2021, εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών α) στο Εφετείο Ναυπλίου Ε. Κ., για τον πρώτο καθού η κλήση, β) στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Α. Μ., για τον πέμπτο, έκτο και έβδομο των καθών η κλήση, γ) στο Εφετείο Πατρών Σ. Κ., για την όγδοη των καθών η κλήση και δ) στο Εφετείο Καλαμάτας Ε.

Γ. για τον ενδέκατο των καθών η κλήση, τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 15 Ιουλίου 2021 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της αναίρεσης μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2018, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22.3.2022), επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους καθών η κλήση - αναιρεσίβλητους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι προαναφερόμενοι καθών η κλήση - αναιρεσίβλητοι.

Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. 3.-Με την από 25.4.2013 και με αριθ. κατάθεσης 79/30.4.2013 αίτηση αναίρεσης και τους από 26.6.2014 και με αριθ. κατάθ. 56/27.6.2014 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 999/2.5.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού δίκασε την από 7.7.2005 και με αριθμό κατ. 104589/2842/2005 αγωγή των 19 (αρχικά) εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι καθών η κλήση (13 τον αριθμό) κατά του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ε.Λ.Γ.Α.) και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ισχυριζόμενοι ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του γεωπόνου, οι οποίες ανανεώνονταν με διαδοχικές συμβάσεις επίσης ορισμένου χρόνου, μέχρι τις ημερομηνίες λήξεως των ανωτέρω συμβάσεων, ζήτησαν να αναγνωριστεί:

α) ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) ότι η απόλυσή τους είναι άκυρη και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί, δυνάμει της σύμβασης αυτής, στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, με απειλή κατ' αυτού χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς του με την εκδοθησομένη απόφαση, θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς τους δεύτερο, έβδομη, δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατη έκτη και δέκατη όγδοη των εναγόντων, λόγω παραιτήσεως από του δικογράφου της αγωγής, ενώ τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τους λοιπούς 13 των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. 4.-Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία υπόκειται σε έφεση, δηλαδή είναι εκκλητή και όχι ανέκκλητη, γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, όπως, διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της ασκηθείσας έφεσης, εφ' όσον στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της εκ νέου (Ολ.

ΑΠ 473/83). Η προθεσμία δε της έφεσης στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 999/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (πριν δηλαδή την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), τρία έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε αυτή, αφού πλέον δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, κατά τα παραπάνω, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι, κατά το άρθρ. 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 999/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (2.5.2007), τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξι χρόνια (Ολ ΑΠ 1113/1986).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι η υπ' αριθ. 999/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δεν επιδόθηκε, δημοσιεύτηκε στις 2.5.2007, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 30.4.2013, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά έξι έτη από τις 3.5.2007 που είναι η επόμενη ημέρα της δημοσίευσής της (άρθρο 144 παρ 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27 Ιουνίου 2014 και επίδοση αυτού στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις υπ` αριθ. 18/9.7.2014, 1589Γ'/11.7.2014, 11176/9.7.2014, 1591Γ/11.7.2014, 22/9.7.2014, 29/9.7.2014, 36/9.7.2014, 47/9.7.2014, 41/9.7.2014, 11/9.7.2014, 11179/9.7.2014, 1483Β'/22.7.2014 και 13445/10.7.2014, εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών α) στο Πρωτοδικείο Αγρινίου Α.

Μ., για τον πρώτο, έκτο, όγδοο, ένατο, δέκατη, ενδέκατο και δωδέκατο των αναιρεσιβλήτων (ήδη πρώτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοη, ένατο και δέκατο των καθών η κλήση - καθών η πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης), β) στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Ι. Κ., για τον τρίτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (ήδη δεύτερο και τέταρτο των καθών η κλήση - καθών οι πρόσθετοι λόγοι), γ) στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Σ.

Σ., για τον τέταρτο και δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (ήδη τρίτο και ενδέκατο των καθών η κλήση - καθών οι πρόσθετοι λόγοι), δ) στο Πρωτοδικείο Πειραιά Β. Κ., για τον δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων (ήδη δωδέκατο των καθών η κλήση - καθών οι πρόσθετοι λόγοι), τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα των από 26.4.2013 πρόσθετων λόγων αναίρεσης επιδόθηκαν με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους - καθών η κλήση, ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 13ης Ιανουαρίου 2015 (άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

5.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή (ΑΠ 1065/2020). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 999/2007 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία μέμφεται, αναφέροντας κατά λέξη: "1.-Διότι όλως εσφαλμένα και αναιτιολόγητα, κατά κακή ερμηνεία των ισχυόντων στην περίπτωση των αναιρεσιβλήτων νόμων και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ως βάσιμη την από 7.7.2005 αγωγή τους, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, εάν ορθά εκτιμούσε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται σε αυτόν καμία πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.- 6.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 1065/2020).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 585/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν ή κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Οργανισμός, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ερειδόμενους εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 669 του Α.Κ. 103 παρ. 8 του Συντ., 20 και 21 του Ν. 2190/1994, 1 του Ν.1790/1988 και 8 του Ν.2112/1920.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι τόσο στο δικόγραφο της αναίρεσης, όσο και στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής των αναιρεσίβλητων), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο και στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης την κατ' αυτόν ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, χωρίς ουδόλως να αναφερθεί στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο συμπέρασμα και χωρίς ν' αναφερθεί στο τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα. 7.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1082/2018).

Συνεπώς, α) ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς να λάβει υπόψη της τα αποδεικτικά στοιχεία δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της, ενώ στην πραγματικότητα εργάζονταν αυτοί ως έκτακτο προσωπικό και β) ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι 3ος, 10ος, 11ος και 12ος των αναιρεσιβλήτων πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 11 του πδ 164/2004 και αναγνώρισε ότι συνδέονται με αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον με αυτούς προσβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. 8.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν.4842/2021 είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β`, 115 παρ. 3, 666 παρ. 1 και 256 παρ. 1δ` του ΚΠολΔ, (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1634/2017, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 72/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Οργανισμός, με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα και αναιτιολόγητα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ως συμβάσεις εργασίας των: 1ου, 3ου, 5ου, 6ου, 8ου, 9ου, 10ης και 15ου των αναιρεσιβλήτων τα προσδιοριζόμενα διαστήματα που αυτοί έκαναν την πρακτική τους άσκηση.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 9.-Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 543/2013, ΑΠ 52/2012).

Για την πληρότητα, όμως, του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2096/2017, ΑΠ 1363/2013, ΑΠ 374/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη της την υπ' αριθμ. 1458/2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, η οποία έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του π.δ. 164/2004.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ότι το έγγραφο αυτό προσκομίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και ότι έγινε νομότυπη επίκληση αυτού. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αυτός δεν επικαλέστηκε το έγγραφο αυτό. 10.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4, ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981).

Εξάλλου, η προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2014 διοικητική διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ, δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλαδή συνδέονται με το Δημόσιο κλπ εξαρχής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 2100/2013, ΑΠ 1396/2013).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ. όπως ισχύει μετά το Ν.4842/2021 για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι "η κρίση για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν εναπόκειται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, αφού τελικό αρμόδιο όργανο για να κρίνει αυτό είναι η ανεξάρτητη αρχή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, δηλαδή το ΑΣΕΠ, το οποίο παρέχει τα εχέγγυα ώστε οι προσλήψεις στο Δημόσιο και ευρύτερο τομέα να γίνονται με κριτήρια ισονομίας και αξιοκρατίας και επομένως συνάδει με τη ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο περί υπερβάσεως δικαιοδοσίας από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος μπορεί, ως αφορών τη δημόσια τάξη, να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ ΑΠ 20/2008, ΑΠ 1983/2009) εφόσον, όμως τα προς θεμελίωση αυτού επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται επίκληση (στο αναιρετήριο δικόγραφο) από τον αναιρεσείοντα της εν λόγω προβολής, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση αφού ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται με το αναιρετήριο δικόγραφο ότι τα προς θεμελίωση της προσβαλλομένης από το άρθρο 559 αρ. 3 ΚΠολΔικ αιτιάσεως ως άνω πραγματικά περιστατικά είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των κατατεθεισών ενώπιον αυτού (δικαστηρίου της ουσίας) προτάσεων προκύπτει η, έστω και υπαινικτική, προβολή των επικαλούμενων ως άνω πραγματικών περιστατικών από τον αναιρεσείοντα.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προβλεπόμενη στο π.δ. 164/2014 διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ, δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους. 11.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους τόσο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μη συντρεχούσης περίπτωσης μείωσης των δικαστικών εξόδων, μολονότι το αναιρεσείον απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 15 παρ. 2 ν. 1790/1988), διότι η νομική του υπηρεσία δεν διεξήχθη από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.4.2013 και με αριθ. κατάθ. 79/30.4.2013 αίτηση αναίρεσης, καθώς και τους από 26.6.2014 και με αριθμό κατ. 56/27.6.2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, της με αριθ. 999/2.5.2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022. Και, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ