Legislator Case Law & Legislation
1471/2012 AI generated

1471/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1471/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1471/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1471 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1471/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου), Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Γ. Τ., κατοίκου ..., 2. Σ. ή Β. συζ. Γ. Σ., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., 3. Ε. θυγ. Γ. Τ., κατοίκου ... και 4. Π. θυγ. Γ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κότσιφα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. χας Π. Τ., το γένος Α. Α. και 2. Π. συζ. Γ. Π., το γένος Π. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-10-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 981/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 13-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ. 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ. 469/1984), ενώ αντιθέτως, αποτελούν "πράγματα" οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ. 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ως εκκαλούντων, περί της ελλείψεως ταυτότητος των επιδίκων δύο εδαφικών τμημάτων των 24,98 και 674,00 τ.μ. με εκείνη που απετέλεσε το υλικό αντικείμενο προηγουμένης δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 45/97 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, διορθωθείσα με την 34/2000 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο, δεχόμενο την ταυτότητα της διαφοράς μεταξύ των δύο δικών, ακολούθως δε και την ύπαρξη δεδικασμένου. Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.10 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ήχθη στην δικαιοδοτική κρίση περί της υπάρξεως του δικαιώματος συγκυριότητος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, κτηθείσης δι' εκτάκτου χρησικτησίας, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Εφετείο την ύπαρξη του επιδίκου εμπραγμάτου δικαιώματος συγκυριότητος στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων εδέχθη κατ' εφαρμογή των περί δεδικασμένου άνω διατάξεων, προκύπτοντος από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, χωρίς να υπεισέλθει στην έρευνα του ουσία υποστατού του επιδίκου δικαιώματος συγκυριότητος δι' αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων, την ύπαρξη δε του δικαιώματος αυτού, ως προδικαστικής εννόμου σχέσεως, έθεσε ως βάση του δικανικού του συλλογισμού. Παρεκτός του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων το Εφετείο εστήριξε την δικανική του κρίση (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα) διατάσσοντας την απόδοση των επιδίκων ακινήτων.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και άν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ. 1190/1982).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο προς συναγωγή του πορίσματός του περί της ταυτότητός των άνω ακινήτων, εντεύθεν, δε και της δικαιοδοτικής του κρίσεως περί συνδρομής των όρων του δεδικασμένου από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα υπ' αριθμ. 57/2003 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως και στα υπ' αριθμ. 16/2002 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαβρύτων. Όπως, όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ενυπάρχουσα διαβεβαίωση του Εφετείου ότι ελήφθησαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων και τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, ανενδοιάστως προκύπτει ότι προς συναγωγή της προδιαληφθείσης καταφατικής κρίσεως περί συνδρομής των όρων του δεδικασμένου, όσον αφορά στην ταυτότητα του αντικειμένου των δύο δικών, στα πλαίσια της ελευθέρας αποδείξεως, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο ανωτέρω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προεβλήθη με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δέ αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985).

Επομένως, εάν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωρισθεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ορισμένο ακίνητο, παράγεται δεδικασμένο, που εμποδίζει την έρευνα της υπάρξεως κυριότητος σε μεταγενέστερη δίκη με αίτημα την απόδοση του ιδίου ακινήτου ή τμήματος αυτού, καθόσον καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής ως προς το ζήτημα της κυριότητος και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα του τρόπου, με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε.

Ταυτότητα αντικειμένου της δίκης υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία με την προηγουμένη τελεσίδικη απόφαση ο ενάγων ανεγνωρίσθη έναντι του εναγομένου κύριος ή φορέας άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί μείζονος εδαφικής εκτάσεως, ενώ με την δεύτερη διεκδικητική αγωγή κατά του ίδιου εναγομένου ή των διαδόχων του διώκεται η απόδοση εδαφικού τμήματος, περιλαμβανομένου στην μείζονα αυτή έκταση.

Τούτο δε διότι σ το τελεσιδίκως αναγνωρισθέν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος επί του όλου ακινήτου, κατα νομική και λογική αναγκαιότητα, περιλαμβάνεται και οποιοδήποτε εδαφικό τμήμα, εμπίπτον στην μείζονα έκαταση, εντεύθεν δε το αντικείμενο του δεδικασμένου από την προηγουμένη δίκη είναι νομικώς και λογικώς ασυμβίβαστο προς εκείνο της δευτέρας δίκης.

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι το δεδικασμένο, ως προς τα υποκειμενικά του όρια, αναπτύσσει την νομική ενέργεια, με την μορφή της δεσμευτικότητος των τελεσιδίκως κριθέντων ζητημάτων, μόνο μεταξύ των διαδίκων που ήσαν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εξεδόθη η τελεσίδικη απόφαση και των καθολικών ή ειδικών διαδόχων που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή κατά την διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας αυτής.

Περαιτέρω, κατά το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το εάν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσο και η κρίση για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ιδίου Κώδικος, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυναμένη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 494/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο εδέχθη, τα ακόλουθα: Με την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 45/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών, διορθωθείσα με την υπ' αριθμ. 34/2000 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί προηγουμένης από 11.12.1982 αναγνωριστικής αγωγής των αυτών εναγουσών ήδη εφεσιβλήτων κατά των αυτών εναγομένων ήδη εκκαλούντων καθώς και κατά της μητέρας τους Κ.

χήρας Π. Τ., η οποία ήδη έχει αποβιώσει και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ίδιους, έγινε εν μέρει δεκτή η προηγούμενη αυτή αγωγή και αναγνωρίστηκαν οι ενάγουσες συγκυρίες κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/4 η πρώτη και 3/4 η δεύτερη, ενός οικοπέδου που βρίσκεται μέσα στην πόλη των Καλαβρύτων εμβαδού 500 τ.μ.

περίπου με την νοτίως αυτού κειμένη λογγώδη έκταση, που έχει πρόσοψη στη δημοτική οδό (20) μέτρων και συνορεύει με οικίαν κληρονόμων Α. Τ., ομοίαν εναγομένων και δημοτική οδό. Δέχτηκε στο σκεπτικό της η τελεσίδικη αυτή απόφαση ότι τη συγκυριότητά τους επί του ακινήτου αυτού την οποία συνομολόγησαν οι εναγόμενοι, οι ενάγουσες απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, διότι το κατείχαν με διάνοια συγκυρίων και τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου καθεμία από το έτος 1946, που μετά από άτυπη διανομή μεγαλύτερης κοινής περιουσίας με τον Γ.

Τ. (πατέρα των εναγομένων) περιήλθε σ' αυτές συνεχώς και μέχρι την άσκηση της αγωγής ενεργώντας επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του και δη ενδιαφέρονταν γι' αυτό και το εξουσίαζαν. Έτσι από την απόφαση αυτή προκύπτει δεδικασμένο ως προς τη συγκυριότητα των εναγουσών στο πιο πάνω ακίνητο, που αναγνωρίστηκε.

Του ακινήτου αυτού έγινε, ενόψει ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ακριβής καταμέτρηση και αποτύποοση εκ μέρους των εναγουσών και ταυτίζεται με την αποτυπούμενη και απεικονιζόμενη στο από Ιουλίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Πατρών Α. Μ., το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ένδικη αγωγή και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της, με κλίμακα 1:200 έκταση ολόκληρη με τα στοιχεία Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π- Ρ-Σ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-I και τα επί μέρους τμήματα της, ήτοι το οικόπεδο και η ανερχόμενη λογγώδης έκταση, η οποία πρόκειται για ημιλογγώδη έκταση στην πραγματικότητα (με συστάδες δένδρων) ως εξής:

α) η οικοπεδική έκταση με τα στοιχεία Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ- Ο-Π-Ρ-Σ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι και ως τμήμα με στοιχείο ΕΙ, εκτάσεως 412,46 τ.μ. και συνορευόμενη, βορείως σε πλευρές Ι-Κ μήκους 5,74 μέτρων, Κ-Λ μήκους 6,39 μέτρων και Λ-Μ μήκους 6,02 μέτρων με ανώνυμη δημοτική οδό , νοτίως σε πλευρές Δ-89, 89-60 , 60-59, 59-58 , 58-57, 57-56 και 56-Σ με συνεχόμενη ιδιοκτησία τους (ημιλογγώδη έκταση 674 τ.μ), δυτικά σε πλευρές Δ-Ε, Ε-Ζ μήκους 2,54 μέτρων, Ζ-Η μήκους 4,03 μέτρων, Η-Θ μήκους 3,78 μέτρων και Θ-Ι μήκους 5,75 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων και ανατολικά σε πλευρές Σ-Ρ μήκους 3,49 μέτρων, Ρ-Π μήκους 6,13 μέτρων, Π-0 μήκους 4,74 μέτρων, Θ-Ξ μήκους 2,12 μέτρων, Ξ-Ν μήκους 3 μέτρων και Ν-Μ μήκους 10 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Τ., και β) Η ημιλογγώδης συνεχόμενη έκταση με τα στοιχεία Δ-Σ-Τ-Υ-Β2-Β1-Β-Γ-Δ και ως τμήμα Ε3, εκτάσεως 674 τ.μ. και συνορευόμενη, βορείως σε πλευρές Δ-89, 89-60, 60-59, 59-58, 58-57, 57-56 και 56-Σ με ιδιοκτησία εναγουσών (πιο πάνω οικοπεδική έκταση), νοτίως σε πλευρές Β-Β1 μήκους 9,78 μέτρων, Β1-Β2 μήκους 6,18 μέτρων και Β2-Υ μήκους 5 μέτρων με δημόσια δασική έκταση (πλήρης λογγώδης έκταση με πουρνάρια) αναγνωρισθείσα ως τοιαύτη με την υπ' αριθμ.

πρωτ. 2192/27.10.2000 πράξη χαρακτηρισμού δασικής έκτασης του Δασαρχείου Καλαβρύτων, δυτικώς σε πλευρές Β-Γ μήκους 26,71 μέτρων και Γ-Δ μήκους 5,84 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων και ανατολικώς σε πλευρές Υ-Τ μήκους 5,75 μέτρων, Τ-68 μήκους 7,30 μέτρων, 68-67 μήκους 7,86 μέτρων, 67-64 μήκους 8,07 μέτρων και 64-Σ μήκους 6,56 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Τ..

Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε καταφατικώς περί της υπάρξεως στην ένδικη διαφορά δεδικασμένου ως προς το νομικό ζήτημα της συγκυριότητος των αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων των 24,98 και 674,00 τ.μ., κατά ποσοστό 1/4 η πρώτη και 3/4 η δευτέρα εξ' αυτών, περιλαμβανομένων σε μείζονα εδαφική έκταση, όπως αυτή περιγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση, την οποία (συγκυριότητα) οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χησικτησία, όπως τούτο εκρίθη τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 45/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών, εκδοθείσα, στα πλαίσια προηγουμένης δίκης, ανοιχθείσης διά της από 11/12/1982 αναγνωριστικής περί κυριότητος αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και της μητέρας των Κ.

Τ., με αίτημα την αναγνώριση της συγκυριότητος των τελευταίων, κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά, επί της ανωτέρω μείζονος εκτάσεως, εντός της οποίας εμπίπτουν, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές, και τα επίδικα εδαφικά τμήματα. Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, ορθώς υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα άνω περιστατικά στην έννοια του δεδικασμένου, καταφάσκοντας περί της υπάρξεώς του στην ένδικη διαφορά και δεν παρεβίασε τις περί δεδικασμένου άνω διατάξεις, αφού, με βάση τις άνω παραδοχές, μεταξύ των δύο δικών, υπάρχει ταυτότητα διαφοράς και ειδικότερα ταυτότητα διαδίκων, ιστορικής και νομικής αιτίας, το δε υλικό αντικείμενο της παρούσης δίκης (εδαφικά τμήματα 24.98 και 674,00 τ.μ.) εμπεριέχονται στην μείζονα εδαφική έκταση, εν μέρει οικοπεδική και εν μέρει λογγώδης, που αναφέρεται στην τελεσίδικη απόφαση, με αποτέλεσμα το εξ' αυτής παραγόμενο δεδικασμένο να επεκτείνεται και στα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως περί παραβιάσεως από το Εφετείο των περί δεδικασμένου άνω διατάξεων του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές στον ίδιο λόγο (και στους λοιπούς κατά τρόπο διάσπαρτο) διαλαμβανόμενες αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ταυτότητα διαφοράς μεταξύ των δύο δικών και ειδικότερα ταυτότητα του υλικού αυτών αντικειμένου, καταφάσκοντας, ακολούθως, περι της συνδρομής των όρων του δεδικασμένου, εσφαλμένως ήχθη στην περί τούτου κρίση, κατά το μέρος μεν που η εν λόγω αιτίαση αναφέρεται στην κρίση του εν λόγω δικαστηρίου, βασισθείσα και στα λοιπά έγγραφα, πλην της τελεσιδίκου άνω αποφάσεως, ως πλήττουσα, υπό την επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, κατά το μέρος δε που οι ίδιες αιτιάσεις αναφέρονται στην κρίση του Εφετείου, βασισθείσα στη περιεχόμενο της ίδιας αποφάσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

V. Επειδή, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση ως στερουμένη νομίμου βάσεως για ανεπάρκεια της σε αυτήν αναφερομένης αιτιολογίας περί υπάρξεως δεδικασμένου από την άνω τελεσίδικη απόφαση. Ο λόγος αυτός ,είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια στην εφαρμογή όχι ουσιαστικών κανόνων δικαίου, στους οποίους αφορά το περί στερήσεως νομίμου βάσεως υπό των αναιρεσειόντων επικαλούμενο εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά δικονομικών κανόνων, όπως είναι οι περί δεδικασμένου άνω διατάξεις. Η στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, περιεχομένη αιτίαση και περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την καταψηφιστική της διάταξη περί αποδόσεως των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, ως προς το κεφάλαιο αυτό, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, αυτή διέλαβε, ενόψει των άνω παραδοχών, πληρότητα αιτιολογίας με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβον κατά μήνα Ιούλιο του έτους 1997 τα επίδικα εδαφικά τμήματα, συνεχίζοντας να τα κατέχουν μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής.

VI. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτον σε σφάλμα περί την ανάγνωση, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς δεν θεωρούνται ως έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., στα οποία περιλαμβάνεται και η προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, από το περιεχόμενο της οποίας το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του περί της υπάρξεως ή μη στην ένδικη διαφορά δεδικασμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προμνησθείσης τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ως προς την περιγραφή των ακινήτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, παρεκτός του ότι είναι και αβάσιμος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν την απόφαση αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21/3/2008 αίτηση του Χ. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της 981/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ