Legislator Case Law & Legislation
1471/2011 AI generated

1471/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1471/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Όροι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Παραβιάσεις άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ. Δεν απαιτείται εξειδίκευση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών - άρθρο 281 ΑΚ - Έγκριση άρθρου 281 και 919 ΑΚ. Το 919 ΑΚ έχει έννοια ευρύτερη του άρθρου 281 ΑΚ. Όροι άρθρου 519 αρ 19 ΚΠολΔ.

Legislator headnote

AI generated

1471/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1297/1998). Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεως και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 159/2004).

Keywords

AI generated
bank guarantee claim event government bond withdrawal of debt enforcement order for enforcement finance house satisfaction of claim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1471 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Όροι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Παραβιάσεις άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ. Δεν απαιτείται εξειδίκευση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών - άρθρο 281 ΑΚ - Έγκριση άρθρου 281 και 919 ΑΚ. Το 919 ΑΚ έχει έννοια ευρύτερη του άρθρου 281 ΑΚ. Όροι άρθρου 519 αρ 19 ΚΠολΔ.

Αριθμός 1471/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/1999 μη οριστική, 127/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων/ Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 29-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Όπως προκύπτει από την με αριθμό 5900β'/17.3.2010 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άρτας Χρήστου Σ. Βήχα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτήν πράξεις του Προέδρου και Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα, η δικάσιμος που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1297/1998). Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεως και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση αν το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ'αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004).

Για να είναι ορισμένος, και, άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε τα δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο, εξαρτάται, τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, κατά τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης κρίνονται και οι παραβιάσεις των ερμηνευτικών κανόνων 173, 200 και 288 ΑΚ.

Αυτοί παραβιάζονται, εκτός των άλλων, και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, με την ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 79/1993, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 1229/2004). Δεν απαιτείται, όμως, η εξειδίκευση στην απόφαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1580/1995), υπόκειται, όμως σε έλεγχο, η ορθότητα ή μη της δοθείσας ερμηνείας.

Η έννοια, δηλαδή, της καλής πίστης αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι έννοια νομική και ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 994/2014, ΑΠ 32/1988). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, πριν την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, εφ' όσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουσης του δικαιώματος (ΑΠ 1297/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ εξάγεται, ότι όποιος ζημιώσεις άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, την ίδια δε υποχρέωση έχει και όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη. Η έννοια του άρθρου 919 ΑΚ, είναι ευρύτερη από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (σχετ.

ΑΠ 137/2005, ΑΠ 604/2005). Απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 919 ΑΚ συμπεριφορά αντίθετη στην επικρατούσα κοινωνική και συναλλακτική ηθική, και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του, μέσης ηθικής, κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 55/2003, ΑΠ 5/2001). Ωσαύτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, το οποίο δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό που εφαρμόζεται, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (Βλ.

και ΑΠ 821/2007, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει όμως εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν η έλλειψη του νομικού συλλογισμού ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, το οποίο εξάγεται απ'αυτές, εφ'όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι ελλείψεων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2001).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός απαιτείται να περιλαμβάνει α) τις κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή την μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογία (ΑΠ 1353/2001, ΑΠ 67/2002) τον ισχυρισμό (της αγωγής ή ένστασης κ.λ.π.), για τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) αν πρόκειται για ανεπαρκή ή παντελή έλλειψη, δηλαδή ποιά πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση και σε τί ακριβώς έγκειται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 48/1997, ΑΠ 36/2005, ΑΠ 966/2004).

Στην παρούσα περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα (άρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔ): "Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος με την 80/2000 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Εισηγητή και περιέχονται στην με αριθμό 14/2003 εισηγητική έκθεση, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι καθώς και τις ομολογίες που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών τους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το έτος 1982 ο ενάγων επιθυμώντας την επέκταση της ατομικής επιχειρήσεως του ξυλουργικών και ξυλογλυπτικών εργασιών ζήτησε από το υποκατάστημα στην Άρτα της εναγόμενης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος την έγκριση δανείου ποσού έξι εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών για μηχανολογικό εξοπλισμό (2.800.000) και κτιριακές εγκαταστάσεις (3.700.000), η δε χρηματοδότηση αυτή χορηγήθηκε μετά από σχετική έγκριση από το Ελληνικό Δημόσιο και με την εγγύηση αυτού σύμφωνα με τους όρους της 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής (και όχι του αναπτυξιακού νόμου 1262/1982 που αναφέρεται λανθασμένα στην εκκαλούμενη απόφαση) καθώς και της 67651/2142/1972 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 681/1978).

Έτσι προς τον ανωτέρω σκοπό καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης η με αρ. ... αρχική και μετέπειτα η με αρ. ... αυξητική σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού ύψους επτά εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων δραχμών (7.200.000). Στη συνέχεια ο ενάγων παρήγγειλε τον μηχανολογικό εξοπλισμό για την επέκταση της επιχειρήσεως του αξίας τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών στην εδρεύουσα στο Περιστέρι Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "Δ.

Κ.- Δ. Π. ΟΕ" προκειμένου να εισαχθεί αυτός από το εξωτερικό, προσκόμισε, δε στην τράπεζα-προτιμολόγια της προμηθεύτριας εταιρίας σύμφωνα με το 1 άρθρο 1 περ. γ της παραπάνω απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής. Η πωλήτρια εταιρία ζήτησε την καταβολή του τιμήματος των μηχανημάτων που επρόκειτο να εισαχθούν, πριν από την εισαγωγή, τον εκτελωνισμό και την παράδοση των μηχανημάτων στον ενάγοντα και το υποκατάστημα Άρτας της εναγόμενης, μετά από εντολή του ενάγοντος, εξέδωσε σε διαταγή της πιο πάνω ομορρύθμου εταιρείας την με αρ. ...

δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού τεσσάρων εκατομμυρίων δραχμών με χρόνο εκδόσεως 24-1-1984, η οποία και εισπράχθηκε στις 25-1-1984 από το κατάστημα Ιωαννίνων της εναγόμενης. Ταυτόχρονα με την ανωτέρω εντολή του ενάγοντα προς την Τράπεζα, ο τελευταίος με την από 24-1-84 επιστολή του προς αυτήν, που αποτελεί παράρτημα της μεταξύ τους συμβάσεως, ανέλαβε την υποχρέωση να προσκομίσει τα τιμολόγια αγοράς του μηχανολογικού εξοπλισμού και βεβαίωση του Επιμελητηρίου για την πραγματοποίηση της εγκαταστάσεως και λειτουργίας των μηχανημάτων.

Ειδικότερα με την εν λόγω επιστολή-παράρτημα της συμβάσεως ο ενάγων ανέλαβε την ανέκκλητη και ανεπιφύλακτη υποχρέωση έναντι της Τράπεζας και του Ελληνικού Δημοσίου να προσκομίσει τα τιμολόγια αγοράς του καινουργούς μηχανολογικού εξοπλισμού, εξοφλημένα τοις μετρητοίς και βεβαίωση του επιμελητηρίου για την πραγματοποίηση της εγκαταστάσεως και λειτουργίας των μηχανημάτων, ενώ σε περίπτωση που δεν τηρηθούν από αυτόν οι πιο πάνω υποχρεώσεις ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει υπέρ του Δημοσίου ποινική ρήτρα 10%, παραιτούμενος κάθε ενστάσεως ή αντιρρήσεως σε περίπτωση που η τράπεζα προσφύγει στην εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την είσπραξη της απαιτήσεώς της.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην προαναφερόμενη εισαγωγική των μηχανημάτων εταιρία το ποσό που προαναφέρθηκε κατ' εντολή του ενάγοντος με βάση τα προσκομισθέντα προτιμολόγια και ο τελευταίος ανέλαβε την πρόσθετη υποχρέωση να προσκομίσει ο ίδιος τα σχετικά τιμολόγια και τη βεβαίωση του Επιμελητηρίου για την εγκατάσταση των μηχανημάτων και συνεπώς δεν υπήρχε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση της εναγόμενης Τράπεζας πριν την έκδοση της επιταγής για την πληρωμή του τιμήματος των 4.000.000 δρχ.

στην προμηθεύτρια εταιρία να ζητήσει την προσκόμιση των τιμολογίων και των παραστατικών για την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό των μηχανημάτων ή να ελέγξει ότι αυτά εισήχθησαν και παραδόθηκαν στον ενάγοντα, αφού κατά τα προααποδειχθέντα την εν λόγω υποχρέωση είχε αναλάβει ο τελευταίος, όπως ορίζονταν στην απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής της 10.8/5.9.1978 και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Β κεφαλαίου κατά το οποίο "Η εκταμίευσις του δανείου, καθ' ο μέρος αφορά την αξία των μηχανημάτων, θα γίνεται δια δίγραμμου επιταγής εις διαταγήν του πωλητού και έναντι υποχρεώσεως του χρηματοδοτούμενου δια την προσκόμισιν εκ των υστέρων εξωφλημένου τιμολογίου" και όσα αντίθετα αυτός υποστηρίζει με την αγωγή του είναι αβάσιμα.

Είναι γεγονός ότι η παραπάνω προμηθεύτρια εταιρία δεν παρέδωσε στον ενάγοντα τα αγορασθέντα μηχανήματα και με την με αριθμό 32/1987 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας η πωλήτρια εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.000.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο από 1/1/1984 και την απαίτηση του αυτή ο ενάγων μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην εναγόμενη τράπεζα και υπογράφηκε σχετικά η με αρ. ...

σύμβαση ενεχυριάσεως της απαιτήσεως. Η τελευταία στη συνέχεια προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την είσπραξη της απαιτήσεως, ήτοι σε έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των μελών αυτής, χωρίς όμως να ανεύρει περιουσιακά στοιχεία αυτών προκειμένου να ικανοποιηθεί η εν λόγω απαίτηση, όπως ρητά κατέθεσαν οι εξετασθέντες με επιμέλεια της εναγόμενης μάρτυρες-υπάλληλοί της, ενώ ο αντίθετος αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγόμενη αμέλησε την είσπραξη της εν λόγω απαίτησης κατά της πωλήτριας εταιρίας ουδόλως αποδείχθηκε, καθόσον μάλιστα και ο ίδιος ο εναγόμενος παρότι η απόφαση είχε κηρυχθεί κατά ένα μέρος προσωρινά εκτελεστή δεν προέβη στην εκτέλεση της προφανώς λόγω ελλείψεως περιουσιακών στοιχείων.

Πρέπει δε επιπρόσθετα να σημειωθεί ότι στην με αριθμό ... σύμβαση ενεχυριάσεως της απαιτήσεως του ενάγοντος με την εναγόμενη τράπεζα και ανεξαρτήτως των πιο πάνω αποδειχθέντων ενεργειών της εναγόμενης για την ικανοποίηση της απαιτήσεως, διαλαμβάνεται και όρος ότι σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί αμέλεια των οργάνων της Τράπεζας για την εξ οιουδήποτε λόγου και αιτία μη είσπραξη της απαιτήσεως που ενεχυριάζεται.

Επίσης ο έτερος αγωγικός ισχυρισμός ότι η εναγόμενη όφειλε να πιστώσει στον λογαριασμό του το παραπάνω ποσό των 4.000.000 δρχ. μετά των τόκων από 1/1/1984 αποδεικνύεται αβάσιμος καθόσον το εν λόγω ποσό δεν εισεπράχθη από την Τράπεζα και συνεπώς δεν υφίστατο τέτοια υποχρέωση της, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο ενάγων, αντίθετο δε δεν προκύπτει από το με αριθμό ...

έγγραφο της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων Ιωαννίνων, με το οποίο η τελευταία εγνωματευσε οτι ".... το ποσό που πρόκειται να εισπράξει η επιχείρηση από την προμηθεύτρια εταιρεία, μετά την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, πρέπει να εκχωρηθεί στην Τράπεζα σας και να αχθεί σε πίστωση του δανείου....", από το οποίο σαφώς προκύπτει ότι μόνο μετά την είσπραξη του έπρεπε να εκχωρηθεί στην τράπεζα και στη συνέχεια να πιστωθεί στο τηρούμενο λογαριασμό του δανείου.

Εξάλλου νόμιμα και σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις η εναγόμενη, η οποία είχε προβεί στις χορηγήσεις στον ενάγοντα των ποσών των εγκριθέντων βιοτεχνικών δανείων, προέβη λόγω της καθυστέρησης από τον δανειολήπτη της καταβολής των δόσεων στο κλείσιμο των λογαριασμών που τηρούσε στις 25-5-1988 με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του 13.629.188 δρχ.

και στην έκδοση σε βάρος του ενάγοντος της με αρ. 57/90 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας από τον πιστούχο-οφειλέτη ανακοπής (βλ. την 25/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας), επεδίωξε δε στη συνέχεια την ικανοποίηση της απαιτήσεως της και επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του και κατάσχεσε την ακίνητη περιουσία του, ήτοι δύο οικόπεδα στη θέση "..." εκτάσεως 2.912,60 τ.μ.

το πρώτο και 2.000,32 τ.μ. μετά του επ' αυτού βιομηχανικού κτιρίου εμβαδού 525,75 τ.μ., το δε δεύτερο στο οποίο είχε εμπράγματη ασφάλεια και εκπλειστηριάσθηκε στις 10-11-1993 περιήλθε στην ίδια (επισπεύδουσα) ως υπερθεματίστρια αντί πλειστηριάσματος 12.500.000 δρχ., ακολούθως δε ζήτησε την κατάπτωση των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσό των 5.594.772 δρχ.

και την βεβαίωση του υπολοίπου της απαίτησης της (63.341.806 δρχ. εντόκως πό 15-9-1997) προκειμένου να εισπραχθεί με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ κατά τις διατάξεις της προαναφερθείσας 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και των σε εκτέλεση της εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων βλ. σχετικά προσκομιζόμενα έγγραφα).

Πρέπει να σημειωθεί ότι το ότι η εφεσίβλητη τράπεζα και μετά το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών συνέχιζε να χρεώνει τόκους και έξοδα, μέχρι τουλάχιστον την 25-6-1998 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν συνιστά παράνομη πράξη αφού από το άρθρο 8 παρ.6 του Ν. 1083/1980, την 289/1980 (ΦΕΚ Α' 269/27-11-1980) απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 ΑΚ και τα άρθρα 110, 111, και 112 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλόμενων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπροθέσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης χωρίς οποιοδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως και αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΑΠ Ολ 8 και 9/1998), αφού οι προαναφερόμενες διατάξεις της απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και του εξουσιοδοτικού αυτής νόμου (1083/1980) δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ ενεργού συμβάσεως και συμβάσεως που για οποιοδήποτε λόγο έληξε ή να εξαιρούν τον εκτοκισμό, όταν έχει εκδοθεί για την οφειλή δικαστική απόφαση ή εκτελεστός τίτλος (ΑΠ 578 ΚΑΙ 579/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 938/2002 Δνη 44.1368, ΑΠ 1782/2001 Δνη 43.1430, ΑΠ 1619/2000 Δνη 42.744), ενώ στην προκείμενη περίπτωση με τον 2° όρο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως είχε ρητά συμφωνηθεί ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός των τόκων, όπως τούτο προκύπτει από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.

Από τα παραπάνω περιστατικά, που πλήρως αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι δεν υπήρξε κάποια αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης Τράπεζας σε βάρος του ενάγοντος αλλά αντίθετα οι πράξεις των οργάνων της ήταν σύμφωνες με τις προαναφερθείσες διατάξεις και τη μεταξύ τους σύμβαση, ενώ η ζημία, την οποία ισχυρίζεται ότι αυτός υπέστη, προέρχεται τόσο από την αθέτηση της υποχρεώσεως της προμηθεύτριας εισαγωγικής εταιρίας να του παραδώσει τον αγορασθέντα μηχανολογικό εξοπλισμό όσο και από τη δική του υπερημερία και αδυναμία στη συνέχεια να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις των δανείων και δεν συνδέεται αιτιωδώς με παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης, ενώ και ο ανατοκισμός των τόκων ήταν σύννομος κατά τα προαναφερθέντα αλλά και ο πλειστηριασμός των ακινήτων του, ενόψει δε της μη πληρωμής του υπολοίπου της απαίτησης της εφεσίβλητης δικαιολογείται τόσο το ύψος της (63.341.806 δρχ.

εντόκως από 15-9-1997) όσο και η βεβαίωση αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ προκειμένου να εισπραχθεί με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ κατά τις διατάξεις της προαναφερθείσας 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και των σε εκτέλεση της εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων. Δηλαδή ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης και εντεύθεν αδικοπρακτική της ευθύνη διότι αυτή ενεργώντας αφενός κατά τα συμβατικώς υπεσχημένα και αφετέρου σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την χορήγηση δανείων σε βιοτεχνικές επιχειρήσεις, όπως η επιχείρηση του ενάγοντος, ενήργησε κατά τρόπο σύμφωνο προς τα κρατούντα χρηστά συναλλακτικά ήθη αφού ο τρόπος επιδίωξης της απαιτήσεως της ήταν καθ' όλα σύννομος με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται ευθύνη της ούτε κατά την ΑΚ 919 αλλά ούτε και κατά την ΑΚ 914, ώστε να δικαιούται ο ενάγων τα επιδιωκόμενα με την αγωγή του κονδύλια αποζημίωσης (θετικής και αρνητικής) και επιπρόσθετα χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση ηθικής βλάβης".

Με το πιο πάνω περιεχόμενο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της, όσον αφορά την προβαλλόμενη από μέρους του αναιρεσείοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της. Τα σχετικά με τη σύμβαση ενεχύρασης, πέραν του ότι αναφέρονται και αναλύονται με επάρκεια και σαφήνεια, από την προσβαλλόμενη απόφαση από μέρους του αναιρεσείοντος μνημονεύονται εντελώς αόριστα, εφ' όσον: 1) δεν αναφέρεται, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα, που προαναφέρθηκαν, συγκεκριμένα οι παραδοχές του Εφετείου, 2) δεν αναφέρονται οι αντιφατικές, κατά τον αναιρεσείοντα, παραδοχές, αφού, η σύγκριση μεταξύ παραδοχών και άλλων, μη αναφερόμενων παραδοχών, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να μνημονεύονται, δεν αποτελούν, πρόδηλα αντιφατικές αιτιολογίες.

Ούτε, όμως, ψευδής ερμηνεία διατάξεων υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εφ' όσον δεν αναφέρεται με σαφήνεια πώς οι μνημονευόμενες στην αναίρεση διατάξεις ερμηνεύτηκαν από την πληττόμενη απόφαση. Εφ' όσον δε γίνεται λόγος για μη αιτιολόγηση "...με επάρκεια και σαφήνεια..." των πιο πάνω (άρθρ. 179, 200, 288, 281 ΑΚ) διατάξεων, έπρεπε να γίνει λόγος, για τον τρόπο ερμηνείας τους από την παραπάνω απόφαση, 2) το Εφετείο, όπως, ήδη, εκτέθηκε, επαρκώς και με σαφήνεια αξιολόγησε την ύπαρξη ή μη της προβαλλόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσίβλητης, 3) ο αναιρεσείων κάνει λόγο για έλλειψη αιτιολογίας και ερμηνείας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση των διατάξεων των άρθρων 30 του Ν.2789/2000, 47 του Ν.2873/2000, 42 του Ν.2912/2001 και 39 του Ν.3259/2004 κατά τις σ'αυτές αναφερόμενες διακρίσεις ως προς την έκταση των προς τις Τράπεζες οφειλών.

Όμως τούτο δεν είναι ακριβές, εφ' όσον: α) όπως εξάγεται, από τη νόμιμη επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), σ'αυτό ουδέν σχετικό με τις πιο πάνω διατάξεις και τους όρους εφαρμογής τους διαλαμβάνεται, β) άλλωστε, τούτο δεν ήτο εφικτό, αφού το αγωγικό δικόγραφο κατατέθηκε στις 18.3.1999, γ) ούτε, όμως, στη συνέχεια, ο αναιρεσείων πρόβαλε συναφείς ισχυρισμούς στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε, ήδη, ισχυρίζεται, πώς τους διέλαβε νομίμως στην έφεσή του, και, παρα ταύτα, απερρίφθησαν από το Εφετείο.

Άρα, απαράδεκτα, ήδη (άρθρ. 512 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προβάλλονται (ΑΠ 579/2006, ΑΠ 578/2006). Συνακόλουθα, οι δύο λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλουν τα αντίθετα και πλήττουν την αναιρεσιβαλ-λόμενη απόφαση για τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η τελευταία πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠΔΔ), η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2008 αίτηση του Γ. Σ. Π. για αναίρεση της με αριθμό 22/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.

H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ