1471/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου.
Legislator headnote
AI generated1471/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Full text
Απόφαση 1471 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1471/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ..., 2) ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου.
Εκδόθηκε η 67/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/9/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 27/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μόνου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1, 2 και 4 του Συντάγματος, η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.Δ. 797/1971 και ήδη του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης, εν όψει της, ως άνω, διατάξεως του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων), σύμφωνα με το οποίο "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αρμοδιότητος του Εφετείου, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτου αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη (Ολ.
ΑΠ 10-11/2004). Όμως, θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως δεν αποτελεί η διαφορά, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτριώσεως και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως, για ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από παράνομες πράξεις των οργάνων της διοικήσεως, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των, στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως.
Η αγωγή, με το ανωτέρω αντικείμενο, ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγ. Ν. του ΑΚ και υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής. (Α.Ε.Δ 13/1992). Περαιτέρω, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, συντελείται, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα εννοίας διαφορετικής από την αληθινή, ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με την μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του.
Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται επί παραβάσεως των κανόνων περί καθ' ύλην αρμοδιότητος, που μπορεί να γίνει με την εκδίκαση της υποθέσεως από αναρμόδιο δικαστήριο ή με την άρνηση εκδικάσεώς της από το αρμόδιο. Η εσφαλμένη, όμως, απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας ελέγχεται με βάση τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Στην παρούσα περίπτωση, με την αίτησή των, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι: Με την υπ' αριθ. 2790/3145/1976 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 187/26-6-1976 Τ.Δ' Φ.Ε.Κ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την διαπλάτυνση και βελτίωση της εθνικής οδού ..., με δαπάνη του καθ' ού- αναιρεσιβλήτου, ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ άλλων, το υπ' αριθμ.
κτημ. πιν.... ακίνητο, το οποίο τότε ανήκε κατά κυριότητα στην πρώτη αναιρεσείουσα και τον ήδη θανόντα σύζυγό της, ..., περιελθόν σ' αυτούς, κατά τον αναφερόμενο στην αίτηση τρόπο, και ακολούθως μεταβιβάσθηκε, κατά ψιλή κυριότητα, στην δευτέρα αναιρεσείουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...συμβολαίου της Συμβ/φου Επιδαύρου, Δήμητρας Γκόρτσου, το οποίο, μετά το θάνατο του συζύγου της πρώτης, διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο της αυτής συμβ/φου, νομίμως αμφοτέρων μεταγραφέντων. Με την υπ' αριθμ. 240/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, προσδιορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωσή του, ως άνω, απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 130 δραχμών ανά τ.μ., η αποζημίωση δε αυτή κατέστη οριστική με την υπ' αριθμ. 117/1978 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Με την επακολουθήσασα υπ' αριθμ. 78/1979 απόφασή του, περί αναγνωρίσεως δικαιούχων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου απέσχε από την αναγνώριση της πρώτης αναιρεσείουσας και του συζύγου της ως δικαιούχων της, κατά τα ανωτέρω προσδιορισθείσας, αποζημιώσεως, κατόπιν δηλώσεως, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ' ού ελληνικού δημοσίου, αορίστως, ότι αυτό προβάλλει δικαιώματα επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Κατόπιν τούτων, η πρώτη ήδη αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου την υπ' αριθμ. κατ. 184/29-5-1984 αγωγή των, περί αναγνωρίσεως αυτών ως κυρίων του ακινήτου, επ' αυτής δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 106/1989 απόφαση αυτού, με την οποία αναγνωρίσθηκαν κύριοι τμήματος αυτού εκτάσεως 3.300 τ.μ.
Μετά την άσκηση της υπ' αριθμ. κατ. 76/7-6-1990 εφέσεως, από το Ελληνικό δημόσιο, κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ο δικαστικός αγώνας μεταξύ των διαδίκων έληξε, με την έκδοση της υπ' αριθμ. 337/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητος, λόγω μη ασκήσεως, μετά την επίδοσή της, αναιρέσεως από το τελευταίο.
Ο δικαστικός αυτός αγώνας δεν θα διεξήγετο, αν δεν είχε λάβει ώρα, παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία συνίσταται στο ότι: ενώ αυτό είχε κηρύξει την απαλλοτρίωση και στον κτηματολογικό πίνακα ανέφερε τους ίδιους ως ιδιοκτήτες του ανωτέρω ακινήτου, εν τούτοις αιφνιδίως, αορίστως και ανευθύνως πρότεινε, κατά την συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ότι διεκδικεί δικαίωμα κυριότητος επ' αυτού, χωρίς την επίκληση αποδεικτικών στοιχείων, που να καθιστούν σφόδρα πιθανή την κυριότητά του ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, με συνέπεια την εσφαλμένη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, περί αποχής του να δικάσει την αίτηση τούτων, περί αναγνωρίσεώς των ως δικαιούχων.
Ακόμη, στο ότι αυτό, εκμεταλλευόμενο το τότε ισχύον δικονομικό σύστημα, μετά την άσκηση της εφέσεώς του, δεν προέβη σε επίσπευση της διαδικασίας, καθ' 'ον χρόνον οι αιτούσες αντιμετώπιζαν οικονομικό πρόβλημα συνεχίσεως της δίκης, λόγω του θανάτου του συζύγου της πρώτης, των παρελκύσεων των πραγματογνωμόνων κ.λ.π.
Λόγω της παρεμβληθείσας μακροχρόνιας αντιδικίας και της αδυναμίας εισπράξεως της αποζημιώσεως που προσδιορίσθηκε, κατά τα ανωτέρω, για την απαλλοτρίωση του ακινήτου των, η αποζημίωση αυτή, ανερχόμενη, κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, περί αποχής του από την αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων (8-3-1979), στο ποσό των 429.000 δραχμών (ή 1258,98 Ευρώ), έχει απωλέσει την αγοραστική της αξία, η οποία έχει σχεδόν εκμηδενισθεί, ώστε να μη πληροί την έννοια της πλήρους αποζημιώσεως, κατά το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με βάση αυτά και ειδικότερα λόγω της επικαλούμενης αδικοπραξίας ζήτησαν α) Να "καταδικασθεί" το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, ως αποζημίωση της ιδιοκτησίας των, το ανωτέρω ποσό, που καθορίσθηκε δικαστικώς, αναπροσαρμοσμένο με τα εκάστοτε επιτόκια που, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, μετά πιθανότητος, θα εισέπρατταν από 9-3-1979 έως 28-11-2005, ανατοκιζόμενο ανά εξάμηνο άλλως ανά έτος και ανερχόμενο σε 495.204,83, άλλως 358.790,89 ευρώ, β) άλλως, να καθορισθεί η σημερινή αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου σε 30 Ευρώ ανα τ.μ.
και να "καταδικασθεί" αυτό να τους καταβάλει, ως αποζημίωση, για την στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας των το ποσό των 259.970, 79 Ευρώ και γ) να καταδικασθεί ωσαύτως το Ελληνικό Δημόσιο, να τους καταβάλει, συνολικώς, το ποσό των 50.000 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή των, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, από την ανωτέρω συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου, δια των οργάνων του, λαμβανομένου υπ' όψη ότι ενεπλάκησαν σε χρόνιο δικαστικό αγώνα, υπεβλήθησαν στην καταβολή σημαντικών δικαστικών δαπανών, που δεν τους επεδικάσθησαν, λόγω συμψηφισμού των, καθώς και των μετακινήσεων της πρώτης από την Αθήνα για να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου.
Με βάση το περιεχόμενο αυτό, η ένδικος αίτηση φέρει το χαρακτήρα αγωγής αποζημιώσεως του άρθρου 105 του εισαγ. Ν. Α.Κ., εφόσον έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση ιδιώτου και την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αυτού, από παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων των, στα πλαίσια της, ως άνω, αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που έλαβαν χώρα μετά τον καθορισμό της αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.
Επομένως, για την εκδίκαση αυτής είχαν δικαιοδοσία τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και όχι το Εφετείο, ως πολιτικό δικαστήριο. Έτσι κρίνοντας και το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αίτηση αυτή, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας τούτου, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψη διατάξεις και ο μόνος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 5 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το δεύτερο μέρος του οποίου εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 14 του αυτού άρθρου με τον οποίο υποστηρίζεται ειδικότερα ότι το Εφετείο είχε δικαιοδοσία για να εξετάσει τα ως άνω αυτά (κατά της αιτήσεως), εφόσον πρόκειται για συναφή με την απαλλοτρίωση αναφορά, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2007 αίτηση των ... και ..., περί αναιρέσεως της 67/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ