Legislator Case Law & Legislation
1471/2007 AI generated

1471/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1471/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1471/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν ο απολειπόμενος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1471 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1471/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" (ΝΠΙΔ/ΕΙΝ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ΄ ων η κλήση: (αναφέρονται 13 αναιρεσίβλητοι). Οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαγιάννη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Οι 8η, 9η, 10η, 11η, 12η και 13η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 607/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 365/2001 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 17-11-2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1/8-2-2006 διάταξη του Αρείου Πάγου, που διέταξε τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης από το πινάκιο της 7ης Μαρτίου 2006 (Τμήμα Β1΄). Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 14-4-2006 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 23-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης με την επιφύλαξη του παραδεκτού της εμπρόθεσμης άσκησής της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν ο απολειπόμενος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Προκύπτει επίσης ότι αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος δεν αρκεί για το νόμιμο της κλητεύσεως του η επίδοση σ΄ αυτόν μόνο της κλήσεως προς συζήτηση αλλά απαιτείται να έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ΄ άρθρο 575 εδ.

β του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκους για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν οι 8η, 9η, 10η, 11η, 12η και 13η των αναιρεσιβλήτων. Τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει το αναιρεσείον. Αυτό επικαλείται και προσκομίζει τις ...., ....., ......, ......., .......

και ........ εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ....... από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.11.2004 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την 7.3.2006 και κλήση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση ματαιώθηκε επιδόθηκε στις ως άνω αναιρεσίβλητες.

Περαιτέρω το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει τις ......, ......, ......., ......., ......εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 14.4.2006 κλήσεως του μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την 19.12.2006, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα στις ίδιες αναιρεσίβλητης, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε αυτός κατέθεσε, κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως πρέπει να εξεταστεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτές παρούσες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι΄ αυτές για την προκειμένη μετ΄ αναβολή δικάσιμο (άρθρ. 576 παρ. 2).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη (καταχρηστική προθεσμία). Το εκπρόθεσμο της αναιρέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτεται αυτή ως απαράδεκτη (Ολ.

ΑΠ 412/1981). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου, με το ίδιο ή χωριστό δικόγραφο ή ακόμη και με τις προτάσεις.

Οι καταχρηστικές όμως προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτές τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ΄ αυτές αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία.

Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η τριετής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη και προσφυγής στο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα που προσκομίζονται προκύπτουν τα ακόλουθα :

Η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, που δημοσιεύτηκε στις 7.9.2001, δεν έχει επιδοθεί και κατά συνέπεια η προθεσμία της αναίρεσης κατ΄ αυτής (τρία χρόνια) έληγε στις 8.9.2004. Από την επί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως καταχωρημένη έκθεση κατάθεσης δικογράφου με αριθμό 49/2004 του Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων προκύπτει ότι η αναίρεση ασκήθηκε στις 18.11.2004, ήτοι μετά την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Εξάλλου, η σωρευόμενη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την οποία ζητείται να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως εμπρόθεσμη, λόγω του ότι το αναιρεσείον δεν μπόρεσε να την ασκήσει εντός της ανωτέρω (καταχρηστικής) προθεσμίας, εξαιτίας ανώτερης βίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω.

Επομένως και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη και πρέπει ν΄ απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.11.2004 αίτηση του Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ" για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, καθώς και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτησης για αναίρεση της 365/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ