Supreme Court dismisses appeal for vague procedural errors and factual distortion claims under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding two concurrent lawsuits. The appellant argued the lower court committed procedural errors and distorted evidence, but the court found these arguments too vague and unsupported by specific details. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) KPolD; Art. 559(11)(c), 19, 20 KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal must specify the exact grounds for review; vague allegations of evidence distortion or lack of reasoning are inadmissible as they fail to challenge the final judgment's substantive basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1471 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1471/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....................., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Σωτήριος Γκεκόπουλος.
Της αναιρεσίβλητης: ................., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Κυπραίου και Παναγιώτη Κουτλή.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, θέλει να προσκομίσει στο παρών Δικαστήριο έγγραφα δημόσια. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβαν το λόγο και οι πληρεξούσιοι της αντιδίκου οι οποίοι δεν συναίνεσαν στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής, χορήγησε προθεσμία προκειμένου να προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα μέχρι 24/2/2006 και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-4-2002 και 25-9-2002 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19993/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2259/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 20-10-2004 αιτήσεως αναιρέσεως της 2259/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τόπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσία ή αν γίνει δεκτή κατ΄ ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης αποφάσεως και κρίνοντας ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η με αριθμό κατάθεσης 34.060/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' εκείνου και να απορριφθεί κατ' ουσία η με αριθμό κατάθεσης 19993/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αντιδίκου του, απέρριψε την έφεση κατ' ουσία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος, που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ.- Για το ορισμένο των λόγων αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ με αριθμούς 1 και 19 (για τις περιπτώσεις αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών), στρεφομένων κατά αποφάσεως δικαστηρίου της ουσίας, που ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτούς και οι αντίστοιχες παραδοχές εκείνου του δικαστηρίου επί της ουσίας (βλ.
και άρθρο 118 αρ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 966, 1054 και 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι ο επικαλούμενος κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι το ακίνητο αυτό είναι δεκτικό χρησικτησίας, αλλά ο ισχυριζόμενος ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας αντίδικος οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ιδιότητα αυτή του επιδίκου, διότι προτείνει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα, την οποία εξαίρεση καθιερώνουν τα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους Γ1 και Γ2 λόγους της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζει, κατ' ορθή εκτίμηση εκείνων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπουν οι ως ανωτέρω διατάξεις των αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφενός μεν διότι δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, παραβιάζοντας έτσι τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 966 και 1054 ΑΚ, αφού στο επίδικο ήταν συγκύριο, σε ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου, το Ελληνικό Δημόσιο, αφετέρου δε διότι το ίδιο δικαστήριο το μεν δεν αιτιολογεί επαρκώς πως ο ..............(δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης) απέκτησε κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενόσω προϋπήρχαν ακέραια τα δικαιώματά του εκ των οριστικών συμβολαίων και ποτέ δεν παραιτήθηκε από αυτά, το δε στην απόφασή του διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι αποδείχθηκε αφενός ότι ο ........................
ασκούσε την δραστηριότητά του εντός του επιδίκου ακινήτου με βάση του νόμιμους τίτλου ιδιοκτησίας του, που αναφέρθηκαν, ως εξ αδιαιρέτου δικαιούχος, και αφετέρου ότι αυτός απέκτησε αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στο επίδικο λόγω της μακροχρόνιας άσκησης σ' αυτό νομής και κατοχής (ενόσω προϋπήρχε της κτήσεως αυτής το δικαίωμά του ως εξ αδιαιρέτου κυρίου).
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι, ο μεν πρώτος διότι δεν παρατίθενται σ' αυτόν παραδοχές του Εφετείου περί της συγκυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου, ο δε δεύτερος, επίσης, ελλείψει σχετικών παραδοχών του Εφετείου, αφού παρατίθενται σ' αυτόν παραδοχές μόνο του πρωτοδικείου.
Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τον πρώτο (1) λόγο, από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων και δη των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της εφέσεώς του και των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι δεν διατυπώθηκε ο επίμαχος ισχυρισμός από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, αντιθέτως, επικαλείται το μεν ότι η νομή του επιδίκου παραδόθηκε σ' αυτόν από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, το δε ότι απέκτησε ο ίδιος την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Οσο αφορά δε τον δεύτερο λόγο (Γ2), από την εφετειακή απόφαση προκύπτει ότι η επί του επιδίκου κυριότητα του ...................... συνομολογήθηκε από τον αναιρεσείοντα και γι 'αυτό το Εφετείο ασχολήθηκε μόνο με το ζήτημα της επί του επιδίκου ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος με έκτακτη χρησικτησία.
ΙΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, προκύπτουν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) «παραμόρφωση» υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου) και μάλιστα σε ζήτημα, που αφορά ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, β) ο σχετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος και γ) ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει αφενός να εκτίθεται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 επ. ΚΠολΔ και αφετέρου να παρατίθεται σ' αυτόν, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο και να προκύπτει, έστω και εμμέσως, ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα, συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, στους Γ3, Γ4 και Δ' λόγους αναιρέσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τις διατάξεις των αριθ. 11 περ.γ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και όσο μεν αφορά εκείνες των αριθ. 11 περ.γ και 19 οι ανωτέρω λόγοι είναι αόριστοι και γι' αυτό απορριπτέοι, αφού για μεν εκείνη του αριθ. 11 περ.γ δεν προσδιορίζονται από τον αναιρεσείοντα ποια «από τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα» (που και αυτά αναφέρονται αορίστως) δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, για δε εκείνη του αριθ. 19 δεν μνημονεύονται οι αντιφάσεις ή η ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο «χωρίς επαρκή αιτιολόγηση δέχθηκε ότι η από 9-3-1976 εξουσιοδότηση υπογράφηκε πράγματι μετά το 1985» δεν είναι ορισμένος ως προς την ανεπάρκεια, αφού δεν καθορίζει τι λείπει από την αιτιολογία, το οποίο, αν υπήρχε, θα την καθιστούσε επαρκή, επίσης δε δεν είναι ορισμένος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, υπάρχουν και άλλες σχετικές παραδοχές, που ο λόγος αυτός δεν τις αναφέρει.
Ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, που θεμελιώνεται από τον αναιρεσείοντα στην «παραμόρφωση» από το Εφετείο της προαναφερομένης «από 9-3-1976» εξουσιοδοτήσεως σε δύο σημεία της και συγκεκριμένως στην ως άνω ημερομηνία, την οποία το δικαστήριο δεν θεώρησε αληθινή (δέχθηκε ότι η εξουσιοδότηση αυτή συντάχθηκε μετά το 1985) και στη φράση «του παρέχω από σήμερα πλήρη κυριότητα νομής και κατοχής του κτήματος στη θέση Άνω ...................…», για την οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποτελούσε «υπόσχεση για μελλοντική μεταβίβαση της νομής και κατοχής του επιδίκου», πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραπάνω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε απλώς με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Οσο αφορά δε την χρονολογία, δεν υπάρχει διαγνωστικό λάθος του Εφετείου, αφού εκείνο ανέγνωσε ορθώς το έγγραφο σε σχέση με τη χρονολογία, δέχθηκε, όμως, με επαρκή αιτιολογία, ότι η ημερομηνία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ότι δηλαδή η ανωτέρω «εξουσιοδότηση» είναι προχρονολογημένη. Τα υπόλοιπα αναφερόμενα στους πιο πάνω λόγους πλήττουν απαραδέκτως την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτίμηση, εκ μέρους του Εφετείου, πραγματικών γεγονότων, μεταξύ των οποίων είναι και το περιεχόμενο των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι γι' αυτό απορριπτέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-10-2004 αίτηση του................ για αναίρεση της 2259/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 19993/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΚαιΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ