Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds regarding civil damages claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, ruling that the plaintiff's claims were time-barred. The court found that the tortious acts occurred in 1999, triggering a new twenty-year limitation period that expired before the plaintiff filed the suit. Consequently, the court held the appeal unfounded and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249, 250, 254 of the Code of Civil Procedure; Articles 518, 937 of the Civil Code: The court correctly applied the twenty-year limitation period for tort claims, finding the plaintiff's action time-barred as the limitation period had expired prior to the filing of the suit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1470 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1470/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκαν η 1397/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8119/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020, "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1α' του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021, "1.
α) Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", περαιτέρω δε, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021, "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022, "2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην αναστολή των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 υπόκεινται και οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καταχρηστικές προθεσμίες άσκησης των ένδικων μέσων της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης αντίστοιχα (ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 16-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ...31/18-2-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 8119/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17-5-2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1397/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 28-5-2009 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης …/2009) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 5-7-2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 18-2-2022, σύμφωνα όμως με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, η διετής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ ανεστάλη αρχικά από 13-3-2020 έως 31-5-2020, ήτοι επί δύο μήνες και δεκαοκτώ ημέρες, ακολούθως δε από 7-11-2020 έως 6-4-2021, ήτοι επί πέντε μήνες, συνεπώς, αφαιρουμένου του συνολικού χρόνου αναστολής των επτά μηνών και δεκαοκτώ ημερών, η ένδικη αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου την από 28-5-2009 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …2009) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από την τελευταία στις 21-11-1974, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, ενταχθείς στη συνέχεια στο τακτικό προσωπικό αυτής, παρείχε δε τις υπηρεσίες του στην τελευταία από την πρόσληψή του έως την 8-12-2005, οπότε απολύθηκε κατέχοντας τον βαθμό Δ/Α.
Ότι η εναγομένη, ενεργώντας κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, τον ενέταξε στη μισθολογική κατηγορία ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης) αφότου εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής και ακολούθως στη μισθολογική κατηγορία ΤΕ2 (διετούς τεχνολογικής εκπαίδευσης) από την 1-4-1999, επειδή κατά την πρόσληψή του ήταν κάτοχος πτυχίου Ραδιοτηλεγραφητή, ήτοι τίτλου αποκτηθέντος μετά από διετείς μεταλυκειακές σπουδές και αναγνωρισθέντος από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας ως ισότιμου με εκείνους των Ανωτέρων Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών, ενώ θα έπρεπε να τον εντάξει στην κατηγορία ΤΕ (τριετούς ή τετραετούς ανώτερης ή τεχνολογικής εκπαίδευσης), δεδομένου ότι τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, πτυχιούχους Παιδαγωγικής Ακαδημίας με διετείς σπουδές και πτυχιούχους ΑΤΣ-ΟΤΕ με δεκαοκτάμηνες σπουδές, οι οποίοι είχαν τα ίδια τυπικά προσόντα με αυτόν και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, τους ενέταξε ευνοϊκότερα στο μισθολόγιο του ΟΤΕ, ειδικότερα δε, στις κατηγορίες ΑΤ4, ΠΕ4 και ΑΡ3 κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, με συνέπεια οι αποδοχές του να υπολείπονται εκείνων των ως άνω συναδέλφων του.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη παρέλειψε υπαιτίως να τηρήσει την απορρέουσα από τα άρθρα 14 παρ. 4 και 19 του Καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ υποχρέωσή της, η οποία συνίσταται στην εκ μέρους της γνωστοποίηση προς τον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα κάθε μισθολογικής μεταβολής που αναγνωρίζεται στους μισθωτούς της μετά τη συνταξιοδότησή τους, ώστε να αναπροσαρμόζεται αναλόγως η σύνταξή τους, ειδικότερα δε, απέστειλε προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ πίνακα αποδοχών, στον οποίο ο βασικός μισθός του εμφανιζόταν μειωμένος λόγω της ένταξής του στην κατηγορία ΤΕ2 αντί της κατηγορίας ΤΕ.
Ότι το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να του χορηγηθεί σύνταξη ποσού 2.224,67 ευρώ μηνιαίως, υπολογιζόμενη βάσει των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε κατά τον τελευταίο προ της απόλυσής του μήνα ως υπάλληλος κατηγορίας ΤΕ2, αντί του ποσού των 2.475,38 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα του χορηγούνταν ως σύνταξη βάσει των τακτικών αποδοχών που θα ελάμβανε ως υπάλληλος κατηγορίας ΤΕ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ζήτησε δε, με βάση τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως και επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.705,32 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της καταβλητέας σύνταξης κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-2005 έως 31-12-2008, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ετήσιο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου με την υπ' αριθ. 1397/2012 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, τη θεμελιούμενη στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.705,32 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 17-5-2013 έφεσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 8119/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 του ΑΚ, προκειμένου για περιοδικές παροχές που οφείλονται αυτοτελώς και δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αρχίζει από το χρονικό σημείο που η πρώτη καθυστερούμενη δόση έγινε απαιτητή, ενώ κατά το άρθρο 937 του ίδιου Κώδικα, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" προκύπτει ότι εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχάς στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, εφόσον εξαρχής μπορούσε να προβλεφθεί.
Στην περίπτωση αυτή (της αξίωσης για αποκατάσταση ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση) η νέα εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν είχε υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μετά την τελεσιδικία ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία τον χρόνο της αδικοπραξίας απέχει από εκείνον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επιμέρους αξιώσεων (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 767/2016).
Η ρύθμιση του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ έχει ως δικαιολογητικό λόγο ότι μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η αξίωση δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί σε συνδυασμό και με τη λειτουργία του δεδικασμένου, υπάρχει δε πλήρης βεβαιότητα γι' αυτήν και ουδεμία δυσχέρεια απόδειξης υφίσταται πλέον, με συνέπεια να εκλείπει ο λόγος καθιέρωσης της βραχείας παραγραφής.
Και ναι μεν κατά το εδ. β' της ιδίας διάταξης του άρθρου 268 του ΑΚ, "αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή", τούτο δε ισχύει και επί ζημίας λόγω απώλειας εισοδημάτων περιοδικώς επαναλαμβανόμενων συνεπεία αδικοπραξίας, πλην όμως εάν κάποιες από τις ως άνω επαναλαμβανόμενες περιοδικά παροχές έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά τον χρόνο της τελεσιδικίας, ως αναγόμενες σε προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, το εδ.
β' της πιο πάνω διάταξης δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και εφαρμόζεται το εδ. α' της ίδιας διάταξης για επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 12/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, 1443/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 1163/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 249, 250 και 254 του ΑΚ, όσον αφορά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε η παραδεκτώς προβληθείσα από την εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα από αυτήν, με σχετικό λόγο έφεσης, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση παραγραφής του καθόλου δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και συνακόλουθα παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων, επειδή από την 1-1-1985, οπότε ίσχυσε η ΕΣΣΕ με βάση την οποία ο τελευταίος ζητεί την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, έως την άσκηση της αγωγής (11-5-2010) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (δικάζοντας ως Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εκκαλούσα το έτος 1974 εντασσόμενος στο διοικητικό κλάδο.
Έκτοτε εξελίχθηκε υπηρεσιακά με βάση την προβλεπόμενη υπηρεσιακή βαθμολογική εξέλιξη, μέχρι το χρόνο της αποχώρησής του λόγω συνταξιοδότησης (8-12-2005), ανερχόμενος στο βαθμό Δ/Α, ενώ από 1-1-1999 εντάχθηκε ως προσωπικό ΑΡ2 και από 1-4-1999 στο μισθολογικό κλιμάκιο ΤΕ2, λαμβάνοντας τις μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν στο κλιμάκιο αυτό.
Εξάλλου, κατά τον χρόνο της πρόσληψης του κατείχε, πέραν του απολυτηρίου λυκείου (εξατάξιου γυμνασίου) και πτυχίο ραδιοτηλεγραφητή των αντίστοιχων σχολών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οι οποίες σε μεταγενέστερο χρόνο εξελίχθηκαν σε Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού Ραδιοτηλεγραφητών τριετούς φοίτησης, ανήκουσες στη βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.
Εξάλλου, μετά την έκδοση της ήδη τελεσίδικης 822/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου (κατόπιν παραίτησης από το δικόγραφο της έφεσης από την εκκαλούσα κατά της άνω απόφασης, σχ. το υπ' αριθ. 17692/2018 πιστοποιητικό του τμήματος πινακίων της τακτικής διαδικασίας του πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε εκδοθεί επί της από 11-11-2008 αγωγής του εφεσίβλητου κατ' αυτής, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης η εκκαλούσα, κατόπιν εφαρμογής του όρου 11 § 12 του ενιαίου μισθολογίου της, όφειλε να έχει εντάξει τον εφεσίβλητο από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ και ότι για τον λόγο αυτό του οφείλει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του κλιμακίου, που αυτός κατετάγη, και του κλιμακίου, που έπρεπε να καταταγεί, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 8-12-2005 ποσού 10.803,16 ευρώ.
Ακολούθως, οι ένδικες αξιώσεις του εφεσίβλητου έχουν ως προδικαστικό ζήτημα το δικαίωμα που κατά τα προαναφερόμενα κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου, δηλαδή την ένταξη του εφεσίβλητου στα προαναφερόμενα μισθολογικά κλιμάκια, καθώς με βάση αυτά υπολογίζονται οι συντάξιμες αποδοχές του, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει μεταβληθεί το νομικό καθεστώς, που διέπει την έννομη σχέση των διαδίκων, ή τα πραγματικά περιστατικά, που τέθηκαν ως βάση της παραπάνω κρίσης.
Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο τούτο δεσμεύεται, ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη της παραπάνω κρίσης, από το δεδικασμένο που απορρέει από την παραπάνω απόφαση του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου ως προς το προδικαστικό ζήτημα για το ότι ο εφεσίβλητος έπρεπε να ενταχθεί από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 του όρου 2§1 του μισθολογίου της εκκαλούσας και από 1-4-1999 στη μισθολογική βαθμίδα ΤΕ με τις αντίστοιχες αποδοχές, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης....
Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 254 ΑΚ παραγραφή του καθόλου δικαιώματος, από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, αρχίζει αφότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση. Ο χρόνος, όμως, παραγραφής του δικαιώματος αυτού δεν συμπίπτει προς τον χρόνο παραγραφής κάθε ληξιπρόθεσμης παροχής, αλλά είναι όσος προβλέπεται κάθε φορά, δηλαδή αν δεν υπάρχει διάφορη ρύθμιση εικοσαετής, κατ' άρθρο 249 ΑΚ.
Η εναγομένη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και ήδη με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ότι το καθολικό δικαίωμα του ενάγοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από 1-1-1985, δηλαδή από όταν ίσχυσε η ΕΣΣΕ, με βάση την οποία ο ενάγων αξιώνει μισθολογικές διαφορές μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών.
Η ένσταση, όμως, αυτή της εναγομένης είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών του ενάγοντος αφορούν το χρονικό διάστημα από 9-12-2005 έως 31-12-2008 και συνεπώς μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή στην οποία υπόκειται το αντίστοιχο καθολικό δικαίωμα το ενάγοντος.
Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση παραγραφής, και όσα υποστηρίζει για το αντίθετο η εκκαλούσα με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.... Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 249, 250 και 254 του ΑΚ, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης έλαβε χώρα την 1-1-1999 και την 1-4-1999 με την κατάταξη του ενάγοντος στην κατηγορία ΑΡ3 και ΤΕ αντίστοιχα, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 822/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτής, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 10.803,16 ευρώ για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 8-12-2005 και κατέστη τελεσίδικη στις 28-6-2015, με την πάροδο της τριετούς από τη δημοσίευσή της (28-6-2012) προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αυτού ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, συνεπώς από την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή του καθόλου δικαιώματος του ενάγοντος προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.
Περαιτέρω δε, κατά τον χρόνο τελεσιδικίας της ως άνω απόφασης, οι ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα από 9-12-2005 έως 31-12-2008, είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και δεν είχαν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 11-5-2010, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτής (βλ.
σχετική σημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Γ. Γ. επί του επιδοθέντος στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αντιγράφου της ένδικης αγωγής, που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία), ενώ με αφετηρία τον χρόνο της αδικοπραξίας (1-1-1999 και 1-4-1999) οι εν λόγω αξιώσεις δεν απέχουν από εκείνον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή αυτών.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ... 31/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 8119/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ