Legislator Case Law & Legislation
1470/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's decision on evidence and statute of limitations.

Case Number 1470/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment, ruling that the appeal was inadmissible due to a lack of proper notification to a trade union. The court found the lower court had correctly considered all evidence and did not err in its assessment of the statute of limitations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appeal request was not properly served on a third party required to be notified, and a claim that the statute of limitations expired is unfounded if the lower court explicitly considered relevant witness testimonies and documents.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal service of process statute of limitations third party notification evidence assessment legal costs trade union

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1470 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1470/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ιωάννας Χατζησταματίου του Θεοδώρου, κατοίκου Ιλίου Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητρουλάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της καθής η κλήση - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης στο "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΖΙΝΟ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ - ΤΕΛΕΦΕΡΙΚ ΠΑΡΝΗΘΑΣ", που διατηρεί γραφεία στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4376/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 449/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 16/6/2021 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου εταιρίας στη δικαστική της δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16.06.2021 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 13.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης 7449/701/13.10.2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4376/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία (συζήτηση) είχε κηρυχθεί απαράδεκτη με τη με αριθμό 449/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, για το λόγο ότι η αίτηση αναίρεσης δεν είχε κοινοποιηθεί στο προσθέτως παρεμβάν "Σωματείο Εργαζομένων ...-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Παρνηθας" και δεν είχε κληθεί το σωματείο αυτό κατά τη δικάσιμο της 12.11.2019. Τούτο διότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης και η από 16.06.2021 κλήση με την από 8.9.2021 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται δικάσιμος για τη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης η αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης (δηλαδή η 22.3.2022), έχουν επιδοθεί στο ως άνω Σωματείο, σύμφωνα με τις με αριθμούς 11020/13.9.2021 και 11021/13.9.2021 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Η. Ζ..

Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 του ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 13.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης 7449/701/2017 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 4376/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η αναιρεσείουσα προέβη στην κατάθεση του με αριθμό .../2017 ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκησή της.

Με τη προσβαλλόμενη, με αριθμό 4376/2015, απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 13.5.2013 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 262/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 25.10.2010 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα -εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα- εργαζόμενη, επικαλούμενη την ακυρότητα της εκ μέρους της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας -εργοδότριας καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ζητούσε όσα αναφέρονται στην αγωγή.

Επομένως, η ένδικη διαφορά είναι εργατική και ως τέτοια απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτού το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αυτής (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 144/2019). Με την από 13.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης 7449/701/13.10.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4376/12.10.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 13.5.2013 και με αριθμό κατάθεσης 2592/2013 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 262/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 25.10.2010 και με αριθμό κατάθεσης 186968/6417/2010 αγωγής της ενάγουσας -αναιρεσείουσας, με την οποία, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εξέθετε, αυτή ζητούσε κατά τα κύρια αιτήματά της:

α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 30.7.2010 και 6.10.2010 καταγγελιών της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη- εργοδότριά της, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της τελευταίας, άλλως λόγω επιλογής προς απόλυση της ενάγουσας -αναιρεσείουσας για οικονομοτεχνικούς λόγους χωρίς να τηρηθούν κοινωνικοοικονομικά κριτήρια (σε περίπτωση τυχόν προβολής σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας), άλλως λόγω καταβολής αποζημίωσης απόλυσης μικρότερης της νόμιμης, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου εξυπηρέτησης πελατών στο υπό την εκμετάλλευσή της ..., με τους αυτούς όρους και με μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.914,09 ευρώ, με την απειλή χρηματικού ποσού 150 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης, γ)να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 84.508,61 ευρώ ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας για τη χρονική περίοδο από 30.7.2010 μέχρι 30.9.2012, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθός έπρεπε να καταβληθεί και δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 30.000 ευρώ, και επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι είναι έγκυρη η από 30.7.2010 καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 492,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 30.7.2010, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η ως άνω καταγγελία και έγκυρη η από 6.10.2010 (μεταγενέστερη) καταγγελία, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει την ως άνω οφειλόμενη διαφορά αποζημίωσης με το νόμιμο τόκο από 13.10.2010 και τις οφειλόμενες αποδοχές της για τη χρονική περίοδο από 30.7.2010 μέχρι 13.10.2010, ύψους 7.285,22 ευρώ και την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2010 ύψους 2.015 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επιπλέον ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να της καταβάλει και το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο της όφειλε λόγω της αντισυμβατικής αποστέρησης της ιδιωτικής ασφαλιστικής της κάλυψης με το νόμιμο τόκο από 18.5.2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 262/2013 απόφασή του, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής της βλάβης και ως αόριστη ως προς το αίτημα που αφορά την υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, έκρινε, κατά παραδοχή του επικουρικού αιτήματος της αγωγής, ότι ήταν άκυρη η πρώτη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και έγκυρη η δεύτερη, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τα σχετικά, επικουρικά αιτούμενα για την περίπτωση αυτή κονδύλια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της πρώτης και δεύτερης καταγγελίας, λόγω καταχρηστικότητας αυτών, και δέχθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη ως προς το αίτημα καταβολής στην ενάγουσα -αναιρεσείουσα του ποσού των 3.000 ευρώ, λόγω αντισυμβατικής αποστέρησης της ιδιωτικής της ασφαλιστικής κάλυψης, επιδικάζοντας σε αυτήν τον ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας επί της από 13.5.2013 και με αριθμό κατάθεσης 2592/2013 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε τη με αριθμό 262/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την από 25.10.2010 αγωγή και τη δέχθηκε εν μέρει, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της γενόμενης στις 2.8.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας- εκκαλούσας -αναιρεσείουσας, καθώς και της γενόμενης στις 13.10.2010 δεύτερης (επικουρικής) καταγγελίας της ίδιας σύμβασης λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και υποχρεώνοντας την εναγομένη -εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα-εκκαλούσα -αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 13.257,55 ευρώ (στο οποίο περιλαμβάνονται μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2.8.2010 μέχρι 15.11.2010 και το επιδικασθέν πρωτοδίκως στην ενάγουσα ποσό των 3.000 ευρώ) με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις.

Η ένδικη, από 13.10.2017, αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 13.10.2017 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 12.10.2015 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 353, 648 και 656 του ΑΚ, ως και εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι στην περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για οιονδήποτε λόγο, όπως είναι και οι περιπτώσεις εκείνες που η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθούν οι από το άρθρο 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν.2556/1997, νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφος τύπος, καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του τελευταίου και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού (ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 949/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε αδυναμία παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης (ΑΠ 949/2019).

Εξάλλου, ως προσήκουσα προσφορά της εργασίας από πλευράς εργαζόμενου, σε άρνηση αποδοχής της οποίας εκ μέρους του εργοδότη περιέρχεται ο τελευταίος σε υπερημερία κατά τις διατάξεις του άρθρου 656 ΑΚ, νοείται, σε περίπτωση ασθένειας του εργαζόμενου, αυτή που ο εργοδότης υποχρεούται, κατά τα άρθρα 288 και 652 ΑΚ, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα όπως απαιτεί η καλή πίστη, να προσδιορίσει και να του αναθέσει και την οποία είναι ικανός ο εργαζόμενος να παράσχει (ΑΠ 750/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, όπως ισχύει μετά το Ν.4842/2021 κατ' αρθ. 116 παρ. 2β αυτού είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια ν' αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 949/2019, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 949/2019, ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 949/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 949/2019).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:

Ότι η ενάγουσα -εκκαλούσα-αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στις 16.6.2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη -εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία που εκμεταλλεύεται το ..., για να εργασθεί σε αυτό με την ειδικότητα του τεχνικού επιτραπέζιων παιγνίων, αντί του προβλεπόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις για την ειδικότητά της μισθού.

Ότι την 1.9.2006 με ιδιαίτερη έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ανατέθηκαν στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα τα καθήκοντα υπαλλήλου εξυπηρέτησης πελατών (host), τα οποία έκτοτε ασκούσε απασχολούμενη κατά τη νυκτερινή βάρδια, δηλαδή από 22:30' έως 06:00 ώρα. Ότι σύμφωνα με ρητό όρο (2ο) της ως άνω έγγραφης συμφωνίας, η ανάθεση στην ενάγουσα -αναιρεσείουσα των καθηκόντων εξυπηρέτησης πελατών μπορούσε να παύσει με μονομερή δήλωση κάθε μέρους οποτεδήποτε και αναιτιολόγητα, όποτε αυτή θα επανερχόταν σε καθήκοντα της ειδικότητάς της, όπως αυτά θα προσδιορίζονταν από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατά την ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και σύμφωνα με τις ανάγκες της, με τον ίδιο δε όρο διευκρινίσθηκε ότι η για οποιοδήποτε λόγο και οποτεδήποτε ανάκληση της ως άνω ανάθεσης καθηκόντων εκ μέρους της τελευταίας δεν θα συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας.

Ότι από τις αρχές Απριλίου 2009 η ενάγουσα-αναιρεσείουσα λάμβανε διαδοχικές αναρρωτικές άδειες λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (αυχενιοβραχιόνιο σύνδρομο για το οποίο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση) και ότι στις 29.12.2009 υπέστη κάκωση ΑΜΣΣ δεξιού ώμου και αγκώνα δεξιά κατά τον τραυματισμό της σε τροχαίο ατύχημα, εξαιτίας του οποίου κρινόταν με διαδοχικές γνωματεύσεις της υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ ανίκανη προς εργασία και ελάμβανε αναρρωτικές άδειες.

Ότι στις 2.8.2010 και ενώ η ενάγουσα -αναρεσείουσα βρισκόταν ακόμη σε αναρρωτική άδεια, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη της κοινοποίησε την από 30.7.2010 έγγραφη καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, προσφέροντάς της (δια τραπεζικής επιταγής έκδοσής της) αποζημίωση ύψους 9.750,35 ευρώ, που η ενάγουσα -αναιρεσείουσα δεν αρνείται ότι εισέπραξε.

Ότι την καταγγελία αυτή η ενάγουσα -αναιρεσείουσα αντέκρουσε με την από 3.8.2010 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση -δήλωση, που στις 6.8.2010 επέδωσε στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη και στις 22.9.2010 ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας κατά τη συζήτηση της από 5.8.2010 προσφυγής της, ισχυριζόμενη ότι ήταν άκυρη ως εκδικητική.

Ότι με την από 6.10.2010 εξώδικη δήλωση-προσφορά- επίδοση, που κοινοποίησε στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα στις 13.10.2010, η εναγομένη -αναιρεσίβλητη κατήγγειλε επικουρικά τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση υπό την αίρεση ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, καταβάλοντας ταυτόχρονα προς συμπλήρωση της αποζημίωσης το ποσό των 3.356,08 ευρώ (δια τραπεζικής επιταγής), το οποίο η ενάγουσα -αναιρεσείουσα εισέπραξε.

Ότι δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας-αναιρεσείουσας ότι η πρώτη καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης οφειλόταν σε εμπάθεια της Ι. Τ., από 1.8.2010 διευθύντριας προσωπικού της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, προκληθείσα από τις από 22.1.2009 και από 3.2.2009 αναφορές της ενάγουσας -αναιρεσείουσας κατά του Ι.

Μ. -προϊσταμένου του τμήματος επιτραπέζιων παιγνίων και συζύγου της Ι. Τ. και από την από 13.5.2010 εξώδικη δήλωση πρόσκληση διαμαρτυρία της, που κοινοποίησε στην εναγομένη -αναιρεσίβλητη, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι στις 31.1.2010 η τελευταία διέκοψε, χωρίς να την ενημερώσει, την ιδιωτική της ασφάλιση με βάση ομαδικό ασφαλιστήριο που είχε συνάψει για το προσωπικό της με την ασφαλιστική εταιρεία "..." και δεν την συμπεριέλαβε στο νέο ομαδικό ασφαλιστήριο που συνήψε με την ασφαλιστική εταιρεία "...".

Με βάση δε τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι η πρώτη και η δεύτερη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας από την εναγομένη δεν έγιναν από την τελευταία κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της, επικυρώνοντας, έτσι, τη με αριθμό 262/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας -αναιρεσείουσας.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε τις ακόλουθες κρίσιμες για την έρευνα της βασιμότητας των πρώτου και δεύτερου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης παραδοχές: "Περαιτέρω, η εναγομένη κατά την ημέρα που επέδωσε στην ενάγουσα το έγγραφο της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης πρόσφερε σ' αυτήν, [...] ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 9.750,35 ευρώ [...].

Με βάση όμως το χρονικό διάστημα εργασίας της ενάγουσας (συμπληρωμένα 6 έτη) και τις αποδοχές που αυτή θα δικαιούταν να λάβει τον τελευταίο πριν από την καταγγελία μήνα [...], ποσού 2.914,09 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν κατά το μήνα Μάρτιο του 2009 οι μηνιαίες αποδοχές της, όπως προκύπτει από την από 6-10-2009 βεβαίωση της εναγομένης (αφού από τον Απρίλιο του έτους αυτού και εφεξής η ενάγουσα βρισκόταν, κατά τα ανωτέρω, σε συνεχή αναρρωτική άδεια), η κατά νόμο οφειλόμενη σ' αυτήν αποζημίωση απόλυσης ανερχόταν στο ποσό των 13.599,09 ευρώ (2.914,09 ευρώ X 4 μήνες=11.656,36 + 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) και όχι στο άνω ποσό των 9.750,35 ευρώ που η εναγομένη της κατέβαλε.

Επομένως, όπως δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μη προσβαλλόμενο μέρος της, η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης. Για το λόγο αυτό η άνω καταγγελία δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να περιέλθει έκτοτε η εναγομένη σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και να οφείλει σ' αυτή μισθούς υπερημερίας.

Ακολούθως, [...] η εναγομένη προέβη, στις 13-10-2010. σε δεύτερη (επικουρική) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. καταβάλλοντάς της προς συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 3.356.08 ευρώ. [...]. Όμως και με το προαναφερόμενο ποσό που η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα κατά τη δεύτερη καταγγελία, προς συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης, η καταβληθείσα στην τελευταία αποζημίωση απόλυσης υπολειπόταν και πάλι της νόμιμης αποζημίωσης, αφού με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό δικαιούται να λάβει το ποσό των 13.599,09 ευρώ, έλαβε όμως συνολικά το ποσό των 13.106,43 ευρώ (9.750,35 ευρώ κατά την πρώτη καταγγελία + 3.356,08 ευρώ κατά τη δεύτερη). [...]..

Επομένως και η δεύτερη (επικουρική) καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης, με συνέπεια να μην αρθεί, κατά τα ανωτέρω, η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει η εναγομένη με την πρώτη (άκυρη) καταγγελία και, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της ενάγουσας, να εξακολουθεί να της οφείλει μισθούς υπερημερίας. [...].Εσφαλμένα [...] τούτο (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης στην ενάγουσα, αντί να κρίνει και αυτήν άκυρη, κατά τα ως άνω, για τον παραπάνω λόγο, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον συναφή 6° λόγο της έφεσης.

Περαιτέρω, [...] η εναγομένη δια του αρμοδίου οργάνου της, με την από 1-11-2010 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 12-11-2010, δήλωσε στην τελευταία την πρόθεση της να άρει τα αποτελέσματα της γενόμενης καταγγελίας και να την απασχολήσει εκ νέου, την κάλεσε δε να της δηλώσει εντός δύο (2) ημερών από τη λήψη της ως άνω εξώδικης δήλωσης την πρόθεσή της να συμπράξει στις αναγκαίες για την ανάκληση της απόλυσης της ενέργειες, προσερχόμενη στο γραφείο προσωπικού της εταιρείας, ώστε να τοποθετηθεί για εργασία σύμφωνα με τις ανάγκες της εταιρείας και την τρέχουσα δυνατότητά της (ενάγουσας).

Η ενάγουσα ανταποκρινόμενη στην άνω πρόσκληση εμφανίστηκε, στις 15-11-2010, ενώπιον της Β. Ζ., Υποδιευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, η οποία, όπως προκύπτει από το συνταχθέν σχετικό πρακτικό που υπέγραψε με επιφύλαξη και η ενάγουσα, την κάλεσε να δηλώσει την κατάσταση της υγείας της και να προσκομίσει σχετική ιατρική βεβαίωση γιατί η εταιρεία δεν είχε ενημέρωση για το μετά την 30-9- 2010 (εκ παραδρομής αναγράφεται στο πρακτικό 2020) χρονικό διάστημα, της δήλωσε δε ότι υφίστατο η δυνατότητα απασχόλησής της σε θέση τεχνικού επιτραπέζιων παιγνίων, και ότι το είδος των καθηκόντων που θα της ανατίθεντο θα εξαρτιόταν από τη φυσική της κατάσταση, όπως αυτή θα προέκυπτε από την ιατρική βεβαίωση.

Με τη δήλωση αυτή της εναγομένης, ότι αποδέχεται την εργασία της ενάγουσας, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του ισχυρισμού της εναγομένης, έπαυσε η υπερημερία στην οποία αυτή είχε περιέλθει με την γενόμενη, στις 2-8-2010. άκυρη απόλυση της ενάγουσας, και η οποία υπερημερία της δεν ήρθη, όπως προεκτέθηκε, με τη νέα (επικουρική), αλλά άκυρη, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, καταγγελία της σύμβασης της στην οποία προέβη στις 13-10-2010.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα κλήθηκε από την εναγόμενη να αναλάβει καθήκοντα τεχνικού τραπεζικών παιγνίων, δεν συνιστά πρόσκληση προς την ενάγουσα για ανάληψη εργασίας με διαφορετικούς όρους από αυτούς που ίσχυαν πριν από την καταγγελία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, με την από 16-6-2004 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα προσλήφθηκε για να εργαστεί στο ...

με την ως άνω ειδικότητα (τεχνικού τραπεζικών παιγνίων), με την ιδιαίτερη δε από 1-9-2006 καταρτισθείσα μεταξύ αυτών συμφωνία, με την οποία της ανατέθηκαν καθήκοντα υπαλλήλου εξυπηρέτησης πελατών ρητά, κατά τα ανωτέρω, προβλέφθηκε ότι η ανάθεση στην ενάγουσα καθηκόντων υπαλλήλου εξυπηρέτησης πελατών μπορούσε να παύσει με μονομερή δήλωση εκάστου των μερών, επομένως και της εργοδότριας-εναγομένης, οποτεδήποτε και αναιτιολόγητα, οπότε η ενάγουσα θα επανερχόταν σε καθήκοντα της ειδικότητας της, δηλαδή αυτής με την οποία προσλήφθηκε.

Κατά συνέπεια, η εναγομένη για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, δηλαδή από τις 2-8-2010, οπότε κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας της, μέχρι τις 15-11-2010, οπότε με την άνω δήλωσή της ότι αποδέχεται την εργασία της ενάγουσας έπαυσε η υπερημερία της, οφείλει στην τελευταία για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 10.257,55 ευρώ [2.914,09 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 3 μήνες=8.742,27 + (2.914,09 : 25=116,56 X 13 ημέρες=1.515.28 ευρώ)]. [...].

Εξάλλου, ενόψει όσων παραπάνω εκτέθηκαν ως προς την παύση της υπερημερίας της εναγομένης από 15-11-2010, με την άνω δήλωσή της ότι αποδέχεται την εργασία της ενάγουσας, καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου απορριπτέο το αίτημα της ενάγουσας να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία της, όπως και ο 3ος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα διατυπώνει παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε το εν λόγω αίτημα ως αόριστο. [...]." Με τον πρώτο και υπό την επίκληση του αριθμού 1 εδαφ.

α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής των διατάξεων 281, 288 και 652 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι, αν και δέχθηκε ότι από τις αρχές Απριλίου 2009 η ενάγουσα (δηλαδή η αναιρεσείουσα) λάμβανε διαδοχικές αναρρωτικές άδειες λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε (αυχενοβραχιόνιο σύνδρομο για το οποίο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση), ότι στις 28.12.2009 τραυματίσθηκε σε τροχαίο ατύχημα υποστάσα κάκωση ΑΜΣΣ, δεξιού ώμου και αγκώνα δεξιά, εξαιτίας δε του τραυματισμού της αυτού κρινόταν με διαδοχικές γνωματεύσεις της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής του ΙΚΑ -ΕΤΑΜ ανίκανη προς εργασία και λάμβανε αναρρωτικές άδειες και ότι στη συνέχεια, και ενώ η ενάγουσα βρισκόταν ακόμη σε αναρρωτική άδεια, η εναγομένη της κοινοποίησε, στις 2.8.2010 την από 30.7.2010 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης, εν τούτοις δεν εφάρμοσε τα άρθρα 281, 288 και 652 ΑΚ, με βάση τα οποία θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι:

α) η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, παρά το γνωστό σε αυτήν πρόβλημα υγείας στο δεξιό χέρι της αναιρεσείουσας, που καθιστούσαν αδύνατη την εκ μέρους της τελευταίας εκτέλεση καθηκόντων τεχνικού παιγνίων, να αλλάξει τα καθήκοντά της σε σχέση με αυτά που της είχε αναθέσει πριν την καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, δηλαδή, να την απασχολεί ως τεχνικό επιτραπέζιων παιγνίων, συνιστούσε καταχρηστική και μη προσήκουσα ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και β) ότι συνακόλουθα δεν έπαυσε η υπερημερία της αναιρεσίβλητης για την χρονική περίοδο μετά την 15η Νοεμβρίου 2010.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμησή του και όχι από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός (αντέστανση προς απόκρουση της ένστασης της εναγομένης-εφεσίβλητης αναιρεσίβλητης περί παύσης της υπερημερίας της ως εργοδότριας), που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί από την ενάγουσα- εκκαλούσα -αναιρεσείουσα νομίμως τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι για την παύση της υπερημερίας του εργοδότη αρκεί η δήλωση αυτού ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου σύμφωνα με τους πριν από την απόλυση όρους και με την υφιστάμενη φυσική του κατάσταση.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις ως άνω παραδοχές του ότι, δηλαδή, στις 15.11.2010 η εναγομένη -αναιρεσίβλητη κάλεσε την ενάγουσα-αναιρεσείουσα να δηλώσει την κατάσταση της υγείας της και να προσκομίσει σχετική ιατρική βεβαίωση, ότι της δήλωσε ότι υφίστατο η δυνατότητα απασχόλησής της σε θέση τεχνικού επιτραπέζιων παιγνίων και ότι το είδος των καθηκόντων που θα της ανέθετε θα εξαρτάτο από τη φυσική της κατάσταση, όπως αυτή θα προέκυπτε από την ιατρική βεβαίωση και σύμφωνα με το αποδεικτικό πόρισμα που εξήγαγε από αυτές, ότι δηλαδή, στις 15.11.2010 έπαυσε η υπερημερία της αναιρεσίβλητης -εργοδότριας στην οποία είχε περιέλθει με τη γενόμενη στις 2.8.2010 άκυρη απόλυση της αναιρεσείουσας- εργαζόμενης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 174, 180, 349, 350, 353, 288, 648, 652 και 656 του ΑΚ, που αναλύονται στην προηγηθείσα σκέψη και ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ.

Με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα-ενάγουσα αιτιάται ότι, με δεδομένο ότι στην ένδικη αγωγή της έχει υποβάλει ρητά αίτημα να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη -εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της στη θέση και με τα καθήκοντά της ως υπαλλήλου εξυπηρέτησης πελατών στο υπό την εκμετάλλευσή της ..., με τους αυτούς όρους εργασίας όπως πριν από την απόλυσή της και με μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.194,09 ευρώ και με δεδομένο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αμφότερες οι καταγγελίες της σύμβασης εργασίας της από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη ήταν άκυρες, τούτο όφειλε, αν εφάρμοζε ορθά το άρθρο 656 ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2012) και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου (διορθ.σφαλμ.

ΦΕΚ Α 92/2013) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, να διατάξει την πραγματική της απασχόληση στη θέση την οποία κατείχε πριν από την άκυρη καταγγελία, ήτοι αυτή του υπεύθυνου εξυπηρέτησης πελατών και να της επιδικάσει μισθούς υπερημερίας για όλο το αιτούμενο με την αγωγή της χρονικό διάστημα (δηλαδή από 30.7.2010 έως 30.9.2012).

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, όπως βάσιμα υποστηρίζεται και από την αναιρεσίβλητη με τις από 24.3.2022 προτάσεις της. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενόψει των ως άνω εκτεθεισών παραδοχών του ως προς την παύση της υπερημερίας της εναγομένης-αναιρεσίβλητης από τις 15.11.2010, που επήλθε με τη δήλωσή της ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, έκρινε ότι καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου απορριπτέο το αίτημα της ενάγουσας- αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί η εναγομένη -αναιρεσίβλητη να αποδέχεται την εργασία της (βλ.

την πίσω σελίδα του 10ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης).

Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν δέχθηκε ότι και για την περίοδο από 16.11.2010 μέχρι 30.9.2012 (όπως εκτίθετο στην αγωγή) η εναγομένη -αναιρεσίβλητη ήταν υπερήμερη εργοδότης, ώστε να πρέπει να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 656 του ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.

γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 163/2021, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 1312 / 2019).

Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο, από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 7630/2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Α. Τ., καθώς και τις με αριθμούς 7629/2010 και 7744/2010 ένορκες βεβαιώσεις του μάρτυρά της Λ. Μ., οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών χωρίς κλήση της αναιρεσίβλητης, καθώς λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της αναιρεσίβλητης, τις οποίες με επίκληση είχε προσκομίσει και με τις οποίες, αν λαμβάνονταν υπόψη, αφενός θα γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός της ότι η αναιρεσίβλητη για λόγους "αντεκδίκησης και τιμωρίας" την απέλυσε καταχρηστικώς και έτσι θα γινόταν δεκτή η αξιώσή της για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που της προξένησε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αντιδίκου της και αφετέρου δεν θα γινόταν δεκτό ότι στις 15.11.2010 έπαυσε η υπερημερία της αναιρεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από τη βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι αυτό έλαβε υπόψη " ....τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, [...], τις 4764/1.11.2012 και 131/1.11.2012 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Όλγας Γεωργαντίδου - Μαλαφέκα και Μαρίας Κουτσογιάννη -Αντωνίου, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας η πρώτη και της εναγομένης η δεύτερη, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου (βλ.

τις καταχωρισθείσες στα άνω πρακτικά σχετικές δηλώσεις-γνωστοποιήσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων), καθώς και [...] όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...]", σε συνδυασμό με την πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη κατά τα άνω αιτιολογία της απόφασης αυτής, ουδεμία γεννάται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα σε σχέση με τους πιο πάνω προς απόδειξη ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τη με αριθμό 7630/2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της Α.

Τ., καθώς και τις με αριθμούς 7629/2010 και 7744/2010 ένορκες βεβαιώσεις του μάρτυρά της Λ. Μ., τις οποίες, άλλωστε, δεν όφειλε να μνημονεύσει ειδικά, αφού αυτές είχαν ληφθεί στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, κατά το μέρος που υπό την επίφαση του ως άνω αναιρετικού λόγου, πλήττεται από την αναιρεσείουσα η περί του αντιθέτου επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4376/12.10.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος με αριθμό .../2017 ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 13.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης 7449/701/13.10.2017 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4376/12.10.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ