Legislator Case Law & Legislation
1470/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence limit, ruling five sworn statements per claim are legally sufficient.

Case Number 1470/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment in a family dispute regarding divorce and child custody. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected four additional sworn statements submitted as evidence, claiming the limit of five per claim was violated. The court ruled that the appellant had already submitted five statements for each of the four separate claims, making the additional submissions legally inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 422 para. 3 and 559 of the Civil Procedure Code; The court must reject evidence exceeding the statutory limit of five sworn statements per claim, and such rejection does not constitute a violation of constitutional rights or international conventions.

Keywords

AI generated
sworn statements limit evidence admissibility family law dispute Civil Procedure Code supreme court appeal divorce proceedings child custody

Cited Legislation

AI generated
Article 422 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 1390 of the Civil Code
Article 1391 para. 1 of the Civil Code
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1470 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1470/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Σ. του Σ., κατοίκου …, ατομικά και ως ασκούντος την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του α) Σ. Σ. του Θ. και β) Μ. - Ν. Σ. του Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Α., κατοίκου … και 2)επικουρικά, κατ'άρθρο 1490 ΑΚ, Α. Π. του Β. και Μ. Π. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πετρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31/5/2017 και 2/1/2018 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 3/3/2017 και 23/12/2017 αγωγές της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου κ 1504/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/9/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, υπ'αρθμ.1504/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει τις αγωγές των διαδίκων, είχε απαγγείλει τη λύση του γάμου τους, είχε αναθέσει την οριστική επιμέλεια του προσώπου των ανήλικων τέκνων τους στον ενάγοντα πατέρα τους και ήδη αναιρεσείοντα, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα - εν διαστάσει σύζυγό του και ήδη αναιρεσίβλητη μηνιαία διατροφή 500 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 1391 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την καταβολή σε χρήμα της, κατά το άρθρο 1390 του ίδιου κώδικα, οφειλόμενης διατροφής του συζύγου αποτελεί η από τον δικαιούχο διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως από εύλογη γι' αυτόν αιτία.

Το εύλογο ή μη της αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως κρίνεται κυρίως ενόψει: α) του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1386 του ΑΚ αμοιβαίας υποχρεώσεως των συζύγων για συμβίωση "εφόσον η σχετική αξίωση δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος" και β) των εισαγομένων με το άρθρο 1387 του ίδιου κώδικα αρχών ρυθμίσεως του συζυγικού βίου, ότι "οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου και η ρύθμιση από τους συζύγους του κοινού τους βίου πρέπει να μην εμποδίζει την επαγγελματική και την υπόλοιπη δραστηριότητα του καθενός από αυτούς και να μην παραβιάζει τη σφαίρα της προσωπικότητάς του".

Θα πρέπει δε η εύλογη αιτία, υπαίτια ή ανυπαίτια, να αναφέρεται στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή στο πρόσωπο και των δύο, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο για τη διακοπή της έγγαμης σχέσεως γεγονός καθ'εαυτό και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο (ΑΠ 616/2020, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 773/2014, AΠ 1028/2013).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε, ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή του άλλου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση αυτή μόνον όταν η διάσταση επήλθε για λόγους που αποκλειστικά ανάγονται στο πρόσωπο του δικαιούχου, ο οποίος διακόπτει τη συμβίωση από ίδια πρωτοβουλία και υπαιτιότητα και παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου, που επιθυμεί την εξακολούθησή της.

Τέτοια όμως περίπτωση δεν συντρέχει όταν η διακοπή της συμβιώσεως έγινε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, είτε με την πρόθεση αυτών να λύσουν συναινετικά τον γάμο, είτε για άλλη αιτία, διότι η ευθύνη της εν λόγω διακοπής βαρύνει και τον ίδιο τον υπόχρεο, που επιθυμεί τη διακοπή, για την οποία υπάρχει πλέον εύλογος αιτία στο πρόσωπο του άλλου συζύγου, χωρίς τη συνδρομή περιστάσεως που να επιβάλλει την παύση ή τη μείωση της διατροφής αυτού (ΑΠ 662/1990).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβιώσεως έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του αν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρεώσεως συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (Ολ ΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.

ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβιώσεως από παράπτωμα του δικαιούχου. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή) μετά από ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ' αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής.

Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία.

Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται στην αγωγή ούτε στην απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή λόγω διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως η αποτίμηση της συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογενείας. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων που προσδιορίζουν την αναλογία συνεισφοράς καθενός από τους συζύγους στη διατροφή του δικαιούχου ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, καταλυτικής εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 528/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1028/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ9/2013). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγή ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 590/2019, ΑΠ 927/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς το ζήτημα της από εύλογη για την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αιτία διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως και του δικαιώματός της για διατροφή της ίδιας ατομικά, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν ισχυρά τον Αύγουστο του 2015, όταν υπέπεσε στην αντίληψη του Θ.

Σ. ο εξωσυζυγικός δεσμός που είχε συνάψει η σύζυγός του με τον κοινό τους φίλο Β. Κ. Κατόπιν τούτου οι διάδικοι αποφάσισαν να προβούν συναινετικά στη λύση του γάμου τους, για το λόγο δε αυτό συνέταξαν το από 1-9-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν να ανατεθεί η γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους στον πατέρα τους και να αποχωρήσει η μητέρα από την οικογενειακή στέγη, στη συνέχεια δε κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 16-9-2015 κοινή αίτηση για συναινετική λύση του γάμου τους.

Τον Δεκέμβριο του 2015 και ενώ η Α. Π. διέμενε στην οικογενειακή στέγη, διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και υποβλήθηκε σε ολική υστερεκτομή. Τον Ιούνιο του 2016 ο Θ. Σ. αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη και εγκαταστάθηκε σε άλλη οικία, έχοντας ήδη καταθέσει την από 16-5-2016 αίτηση ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία ζητούσε να του ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους και να διαταχθεί η μετοίκηση της συζύγου του.

Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με την αντίθετη αίτηση της Α. Π. και εκδόθηκε η 6605/2016 απόφαση, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην μητέρα τους, ρυθμίστηκε το δικαίωμα της επικοινωνίας του πατέρα με αυτά και υποχρεώθηκε ο πατέρας να καταβάλει για διατροφή τους το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για το καθένα.

Τον Ιούλιο του 2016, ενώ η Α. Π. βρισκόταν σε θερινές διακοπές μαζί με τα τέκνα της, ο Θ. Σ. άλλαξε τις κλειδαριές της οικίας, όπου διέμενε η σύζυγος με τα τέκνα τους και την εκμίσθωσε σε τρίτους, γεγονός που πυροδότησε νέες εντάσεις μεταξύ των διαδίκων. Κατόπιν τούτου, η Α. Π. απέστειλε εξώδικη πρόσκληση - δήλωση στον σύζυγό της και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στον οποίο είχαν χορηγήσει οι σύζυγοι εντολή να προβεί στην κατάθεση της αιτήσεως για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, ανακαλώντας οποιαδήποτε εντολή εκπροσωπήσεώς της και καλώντας τον να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως διαζυγίου.

Με την ίδια εξώδικη δήλωση ισχυρίζεται ότι ο σύζυγός της, καθοδηγούμενος από τον δικηγόρο του, απέσπασε "ομολογίες" και συναινέσεις με άμεσο στόχο τον εξευτελισμό της και με απώτερο στόχο τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, αναφερόμενη τόσο στην από 1-9-2015 υπεύθυνη δήλωση - ομολογία που υπέγραψε, όπου παραδέχεται τη σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης με τον Β.Κ.

όσο και στο από 1-9-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψε για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν σαφώς προκύπτει ότι η Α. Π. διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση που οι σύζυγοι από κοινού αποφάσισαν τη διακοπή αυτής με σκοπό τη λύση του γάμου τους.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων βαρύνει αμφοτέρους τους συζύγους ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, απορριπτομένου στην ουσία του ισχυρισμού του εναγομένου-εκκαλούντος ότι αποκλειστικά υπαίτια της διακοπής είναι η σύζυγός του, η οποία εκ του λόγου τούτου δεν δικαιούται διατροφής...

Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο Θ. Σ. διατηρεί στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας δερμάτινων ειδών, η οποία είναι ιδιαίτερα επικερδής, καθ'όλη δε τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων τους επέτρεπε να ζουν μια πολυτελή ζωή με συνεχή ταξίδια στο εσωτερικό και εξωτερικό, με 24ωρη εσωτερική οικιακή βοηθό, με ιδιωτικά σχολεία για τα τέκνα κλπ.

Για το λόγο αυτό το 2014 μετακόμισαν από το διαμέρισμα στην … σε μονοκατοικία, εμβαδού 300 τμ, με πισίνα και κήπο στο …. Ο εναγόμενος είναι κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, από την εκμετάλλευση της οποίας αποκερδαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ ετησίως, ενώ τα καθαρά ετήσια εισοδήματά του από την επιχειρηματική του δραστηριότητα ανέρχονται κατ'ελάχιστο σε 40.000 ευρώ ετησίως, απορριπτομένου κατ'ουσίαν του ισχυρισμού του περί ζημιογόνου πλέον λειτουργίας της επιχειρήσεώς του, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις συνθήκες διαβιώσεως του ιδίου και των τέκνων του (ταξίδια στο εξωτερικό, ιδιωτικά σχολεία), οι οποίες εξικνούνται πάνω από τον μέσο όρο, όσο και με υψηλά κέρδη που η επιχείρησή του παρουσίαζε έως την έναρξη της αντιδικίας με τη σύζυγό του, ύψους 70.180 ευρώ το έτος 2012, 72.154 ευρώ το έτος 2013, 68.037 ευρώ το έτος 2014 και 41.980 ευρώ το έτος 2015.

Είναι δικαιούχος τραπεζικών καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ, όπως προκύπτει από τα αναγραφόμενα στις φορολογικές δηλώσεις του ποσά τόκων που εισπράττει και κύριος δύο ΙΧΕ αυτοκινήτων. Διαμένει σε ιδιόκτητη οικία και δεν βαρύνεται με δαπάνες ενοικίου, έχει την επιμέλεια των τέκνων του και επιβαρύνεται με την κάλυψη των διατροφικών αναγκών τους συνολικού ποσού 1.300 ευρώ για καθένα από αυτά.

Η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως εργαζόταν στην επιχείρηση δερματίνων ειδών του συζύγου της, με μηνιαίες αποδοχές 600 ευρώ. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως η ενάγουσα δεν εργάζεται αφενός λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει ύστερα από τη χειρουργική επέμβαση και τις ακτινοβολίες στις οποίες υποβλήθηκε και ειδικότερα λόγω της εμφανίσεως λεμφοοιδήματος κάτω άκρων συνεπεία του οποίου αδυνατεί να ασχοληθεί σε εργασίες που απαιτούν ορθοστασία και αυξημένους ρυθμούς εντάσεως και αφετέρου λόγω της στενότητας που επικρατεί στην αγορά εργασίας, η ίδια δε συντηρείται με την οικονομική ενίσχυση των γονέων και του αδελφού της.

Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι απασχολείται με καθεστώς εργασίας στην επιχείρηση που διατηρεί η γυναίκα του αδελφού της στη …, πέραν της βοήθειας που περιστασιακά προσφέρει εκεί. Διαμένει σε μισθωμένη οικία στο …, την οποία μίσθωσε με την προοπτική διαμονής σε αυτή με τα τέκνα της, με μηνιαίο μίσθωμα 500 ευρώ, ενώ δεν διαθέτει εισοδήματα ή περιουσία πέραν του ποσού των 200 ευρώ που λαμβάνει ως επίδομα ανεργίας και ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου αξίας 10.000 ευρώ το οποίο δεν έχει ακόμη αποπληρώσει.

Από τα παραπάνω παρέπεται ότι υπό καθεστώς έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων το κύριο βάρος της συντηρήσεως της οικογένειας το έφερε ο εναγόμενος, η δε ενάγουσα απολάμβανε μέρος των υπέρτερων εισοδημάτων αυτού για την κάλυψη των διατροφικών και των εν γένει βιοτικών αναγκών της, ενώ και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, λαμβανομένης υπόψη και της χωριστής διαβιώσεώς τους, η σύγκριση των οικονομικών τους δυνάμεων και πάλι αποδεικνύεται πλεονασματική υπέρ του εναγομένου.

Επομένως, το δικαίωμα διατροφής της ενάγουσας έναντι του εναγομένου συζύγου της παραμένει ενεργό και κατά τον παρόντα χρόνο, η οποία ωστόσο πρέπει να περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα για τη συντήρησή της (ελαττωμένη διατροφή), καθόσον συνετέλεσε με υπαίτιο παράπτωμά της στη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως, με την εξωσυζυγική σχέση που σύναψε με τον Β.Κ., δεκτής γενομένης της προβληθείσας από τον εναγόμενο σχετικής ενστάσεως...

Το ποσό δε που η ενάγουσα δικαιούται από την αιτία αυτή αφού ληφθούν υπόψη οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων πρέπει να καθοριστεί σε 500 ευρώ μηνιαίως, ποσό το οποίο είναι σε θέση να καταβάλει ο εναγόμενος χωρίς να κινδυνεύει η δική του διατροφή ή η διατροφή των ανήλικων τέκνων του, απορριπτομένης κατ' ουσία της προβληθείσας απ'αυτόν σχετικής ενστάσεως διακινδυνεύσεως με παραπομπή στους γονείς της εν διαστάσει συζύγου του>>. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα της εύλογης αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1391 ΑΚ, κατά την εξειδίκευση της, αποτελούσας στοιχείο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, αόριστης νομικής έννοιας της εύλογης αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως.

Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, καθόσον οι διάδικοι αποφάσισαν από κοινού τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεώς τους με σκοπό να προβούν συναινετικά στη λύση του γάμου τους, καταθέτοντας προς τούτο στο αρμόδιο δικαστήριο κοινή αίτησή τους για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, πληρούσαν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αντίστοιχη αιτίαση. Περαιτέρω, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από εύλογη για την αναιρεσίβλητη αιτία, λόγω κοινής αποφάσεως των συζύγων να διακόψουν την έγγαμη συμβίωσή τους με σκοπό τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ευλόγου της αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1391 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου κατά την εξειδίκευση της ως άνω αόριστης νομικής έννοιας.

Και τούτο διότι διαλαμβάνεται στην απόφαση σαφώς ότι η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων επήλθε τον Αύγουστο του έτους 2015 που διαταράχθηκαν ισχυρά οι σχέσεις τους, όταν υπέπεσε στην αντίληψη του αναιρεσείοντος ο εξωσυζυγικός δεσμός που είχε συνάψει η αναιρεσίβλητη με τον κοινό τους φίλο Β.Κ., οπότε οι διάδικοι αποφάσισαν από κοινού τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεώς τους, με σκοπό τη λύση του γάμου τους και κατέθεσαν κοινή αίτηση για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα του ευλόγου της αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391 και 1392 του ΑΚ κατά τον υπολογισμό των οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων, στηριζόμενο αποκλειστικά στην οικονομική του κατάσταση παρελθόντων ετών, παραλείποντας να λάβει υπόψη τα τρέχοντα εισοδήματά του, καθώς και το εισόδημα που θα μπορούσε να αποκερδαίνει η αναιρεσίβλητη από κατάλληλη γι'αυτήν εργασία.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται , όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016,ΑΠ 931/2019, ΑΠ961/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 1-9-2015 υπεύθυνη δήλωση της αναιρεσίβλητης, απευθυνομένη ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου, με την οποία ομολογούσε ότι συνήψε σχέση με τον Β.Κ., η οποία αποκαλύφθηκε τον Αύγουστο του 2015 από τον αναιρεσείοντα και ότι έκτοτε είναι σε διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως από αποκλειστικά δική της υπαιτιότητα, καθώς και τρία μηνύματα κινητού τηλεφώνου που έστειλε η αναιρεσίβλητη προς την μάρτυρα Ε.

Θ., απ'όπου προκύπτει ότι εργάζεται σε επιχείρηση που διοργανώνει τελετές γάμων και βαπτίσεων, τα οποία προσκόμισε μετ'επικλήσεως. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, κρίνονται απαράδεκτοι, καθόσον πλήττουν την περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία όμως είναι, κατ'άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Πέραν τούτων, η ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί δεν δέχθηκε την ομολογία και οδηγήθηκε σε διαφορετικό από το ομολογούμενο συμπέρασμα δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο (11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), καθόσον επί παραβιάσεως δικονομικού κανόνα που δεν αποτελεί επώνυμο λόγο αναιρέσεως, δεν μπορεί υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας της αιτιολογίας να ιδρυθεί τέτοιος λόγος και ως εκ τούτου η αιτίαση αυτή κρίνεται απαράδεκτη.

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1632/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ.8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα απ'αυτόν ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διατροφής της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διατροφής της αναιρεσίβλητης, όπως ακριβώς προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο τρόπος με τον οποίο επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και αν ήταν νόμιμος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρωτοβάθμιων προτάσεων και της εφέσεως του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι δεν έχει προταθεί ο εν λόγω ισχυρισμός.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 421 και 422 ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, εφόσον έχουν δοθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση, όχι περισσότερες από πέντε για κάθε διάδικο και τρεις για την αντίκρουση.

Το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αποκρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών (άρθρο 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (άρθρο 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές πέντε συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει.

Αν προσκομισθούν από κάποιο διάδικο περισσότερες από πέντε ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη οι πέντε πρώτες, κατά τη σειρά της επικλήσεώς τους. Ο περιορισμός αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας.

Αν όμως εισάγονται στο δικαστήριο δύο ή περισσότερα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα, όπως αγωγές, κάθε διάδικο μέρος έχει δικαίωμα να επικαλεσθεί και να προσκομίσει μέχρι πέντε ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη της κάθε αγωγής του και μέχρι τρεις προς ανταπόδειξη κατά της κάθε αγωγής του αντιδίκου του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που οι περισσότερες αγωγές συνεκδικασθούν, αφού η συνεκδίκαση η οποία εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και η οποία άλλωστε δεν είναι γνωστή στους διαδίκους, δεν ανατρέπει την αυτοτέλεια των αγωγών και δεν βλάπτει τα δικονομικά δικαιώματα των διαδίκων. 'Ετσι, αν στην ίδια δικάσιμο εισάγονται προς εκδίκαση περισσότερες αγωγές, είτε με τους ίδιους, είτε πολύ περισσότερο με διαφορετικούς εν όλω ή εν μέρει διαδίκους, το όριο των πέντε ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει βέβαια και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας για κάθε διάδικη πλευρά, αλλά για κάθε αγωγή ξεχωριστά.

Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος και μάλιστα προσδιορισμός του επιτρεπτού αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, όχι με βάση τον αριθμό των ξεχωριστών αγωγών, αλλά με βάση την ταυτότητα των διαδίκων, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των διαδίκων μερών, αφού με τη λογική αυτή ο ίδιος διάδικος, ως ενάγων ή ως εναγόμενος σε διαφορετικές αγωγές, με διαφορετικούς αντιδίκους, αποτελεί ένα διάδικο μέρος για όλες τις αγωγές και μπορεί να προσκομίσει πέντε μόνο ένορκες βεβαιώσεις για όλες τις αγωγές, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ενώ οι αντίδικοι του αποτελούν ξεχωριστό μέρος σε κάθε αγωγή και μπορεί να προσκομίσουν πέντε ένορκες βεβαιώσεις για κάθε αγωγή. 'Ετσι, όμως παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαδίκων, που καθιερώνεται ρητά με το άρθρο 110 ΚΠολΔ και αξιώνει την παροχή της δυνατότητας σε κάθε διάδικο να υπερασπίζεται την υπόθεση, υπό συνθήκες που δεν θα τον οδηγούν σε μειονεκτική θέση έναντι των αντιδίκων του.

Παραβιάζονται επίσης οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, με τις οποίες καθιερώνεται μεταξύ άλλων στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων σε αστικές υποθέσεις, η οποία επιβάλλει να δίνεται και στα δύο διάδικα μέρη ίση δυνατότητα υποστηρίξεως των απόψεών τους και προσαγωγής των αποδείξεών τους, ώστε να εξασφαλίζεται μια ισόρροπη ακρόαση.

Τέλος, παραβιάζονται και οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων. Ενόψει τούτων, επί συνεκδικάσεως περισσοτέρων αγωγών, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του μέχρι πέντε ένορκες βεβαιώσεις για κάθε συνεκδικαζομένη αγωγή και για κάθε διάδικο μέρος, υποπίπτει στις πλημμέλειες των αριθμών 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και παρά το νόμο τα κηρύσσει απαράδεκτα, καθώς επίσης και στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου ως παραβιάζων τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος που περιέχουν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 514/2018, ΑΠ 88/2016, ΑΠ 740/2016, ΑΠ 309/2016, ΑΠ 1365/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 11γ και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες το Εφετείο, παρά το νόμο και κατά παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων (110 και 422 παρ.3 ΚΠολΔ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου, 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος), κήρυξε απαράδεκτες και δεν έλαβε υπόψη τέσσερις προσκομισθείσες το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τον αναιρεσείοντα, ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη και ανταπόδειξη των προσδιοριζομένων θεμάτων των ενδίκων αγωγών και εφέσεων, ως υπεράριθμες και πέραν του επιτρεπομένου κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ αριθμού των πέντε, μολονότι η υπόθεση αφορούσε σε τέσσερις συνεκδικασθείσες αγωγές, στις δύο από τις οποίες ο αναιρεσείων ήταν ενάγων και στις άλλες δύο εναγόμενος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τις δύο αγωγές της αναιρεσίβλητης και την μια αγωγή του αναιρεσείοντος, απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, ανέθεσε την οριστική επιμέλεια του προσώπου των ανήλικων τέκνων των διαδίκων στον πατέρα τους και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη μηνιαία διατροφή ποσού 500 ευρώ.

Για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων α) τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη υπ'αριθμ. 8526/2017, 8527/2017 και 129/2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ε. Γεωργιάδου και του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης αντίστοιχα και β) την προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. 1050/2018 ένορκη βεβαίωση των πέντε μαρτύρων Α.

Λ., Μ. Κ., Π. Α., Α. Λ. και Κ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ενώ την προσκομισθείσα από τον αναιρεσείοντα υπ'αρθμ.3224/2019 ένορκη βεβαίωση των τεσσάρων μαρτύρων Μ. Μ., Ε. Θ., Π. Σ. και Σ. Τ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, δεν την έλαβε υπόψη διότι την θεώρησε ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, ως πέραν του αριθμού των επιτρεπομένων, κατά το άρθρο 422 παρ.3 ΚΠολΔ, πέντε ενόρκων βεβαιώσεων.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πέντε ένορκες βεβαιώσεις καλύπτουν τα θέματα τόσο των τεσσάρων συνεκδικασθεισών αγωγών, όσο και κάθε μίας ξεχωριστά και γι'αυτό θεωρείται, ενόψει και του ότι η συνεκδίκαση δεν ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα πριν από την εκδίκαση των υποθέσεων, ότι αυτός προσκόμισε τις πέντε ένορκες βεβαιώσεις για κάθε μία εισαχθείσα προς συζήτηση και τελικά συνεκδικασθείσα αγωγή ξεχωριστά.

Άλλωστε, τούτο επιβεβαιώνεται και από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος, δηλ. οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσκομίστηκαν με επίκληση για απόδειξη των θεμάτων της κάθε αγωγής, επαναπροσκομίστηκαν δε παραδεκτά κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ στο Εφετείο για τα θέματα και των τεσσάρων πλέον συνεκδικασθεισών αγωγών, αλλά και κάθε μίας ξεχωριστά.

Επομένως, το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τις πέραν των πέντε αυτών ενόρκων βεβαιώσεων προσκομισθείσες, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 110 και 422 παρ.3 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες και αναλυόμενες στην νομική σκέψη αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 14 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ορθά έκρινε ως απαράδεκτες τις πέραν των πέντε αυτών ενόρκων βεβαιώσεων το πρώτον από τον αναιρεσείοντα προσκομισθείσες στο Εφετείο επιπλέον τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, ήταν πέραν του αριθμού των επιτρεπομένων πέντε ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε αγωγή, ενώ προσέτι δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμβάσεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα της έννομης προστασίας, υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων, μη στοιχειοθετουμένου εντεύθεν του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου.

Ενόψει τούτων, ο υποστηρίζων τα αντίθετα έβδομος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1504/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ