1470/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2010 αίτηση-δήλωση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 27/5/2013 παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2415/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Legislator headnote
AI generated1470/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ρύθμιση δικαιολογείται, κατ’ αρχήν, από τον παρακολουθηματικό χαρακτήρα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και από την ταχύτητα της διαδικασίας και συνδυάζεται με τον κανόνα του αρθρ. 347 ΚΠολΔ. Αποδεσμεύεται έτσι ο δικαστής από τις διατάξεις που ισχύουν στη διαγνωστική δίκη για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους και λαμβάνει υπόψη του και εκτιμά ελεύθερα οποιοδήποτε μέσο κρίνει πρόσφορο (ΑΠ 1675/1995, 1284/2004).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1470 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1470/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ρούσσο και Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει τυπικά στα ..., ουσιαστικά στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... LTD" που εδρεύει στην …, διατηρεί υποκατάστημα στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ι. Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Καλαβρό και Δημήτριο Βούτσινο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2010 αίτηση-δήλωση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 27/5/2013 παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2415/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 308/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις, μετ’ επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενες, υπ’ αριθμ..../2-11-16 εκθέσεις επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Ν. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση, από 21-7-16 και με αριθμ.καταθ...., αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ’ αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από την επισπεύδουσα την τελευταία αναιρεσείουσα, στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Εφόσον όμως οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (αρθ.573 παρ.1 ΚΠολΔ) δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους (αρθ.576 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αρκέσθηκε σε πιθανολόγηση, ενώ απαιτείται από το νόμο πλήρης απόδειξη, αφού στην περίπτωση αυτή δέχεται ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς την αξιουμένη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 1382/1995, 499/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 690§1 ΚΠολΔ, σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών. Η πιθανολόγηση ή ατελής απόδειξη αφορά σε ζήτημα διαδικασίας της σχετικής δίκης και σημαίνει μικρότερο βαθμό πεποίθησης ως προς τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αρκεί να κρίνονται απλώς πιθανά από το δικαστή προκειμένου να παρασχεθεί η ζητουμένη δικαστική προστασία.
Η ρύθμιση δικαιολογείται, κατ’ αρχήν, από τον παρακολουθηματικό χαρακτήρα των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και από την ταχύτητα της διαδικασίας και συνδυάζεται με τον κανόνα του αρθρ. 347 ΚΠολΔ. Αποδεσμεύεται έτσι ο δικαστής από τις διατάξεις που ισχύουν στη διαγνωστική δίκη για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμη τους και λαμβάνει υπόψη του και εκτιμά ελεύθερα οποιοδήποτε μέσο κρίνει πρόσφορο (ΑΠ 1675/1995, 1284/2004).
Το ίδιο ισχύει, δηλαδή αρκεί η πιθανολόγηση, και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, όπως η παρούσα, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικάζονται κατά νομοθετική παραπομπή, κατά τη σχετική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 401/2016, ΑΠ 67/2012), βασικό γνώρισμα της οποίας είναι η πιθανολόγηση των κρισίμων περιστατικών.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε πράγματα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια ότι αρκέστηκε σε πιθανολόγηση των κρισίμων πραγματικών περιστατικών αντί της πλήρους αποδείξεως η οποία απαιτείτο ενόψει του χαρακτήρος της ενδίκου υποθέσεως, η οποία, ανεξαρτήτως της εκδικάσεώς της, [κατ’ επιταγή των διατάξεων των άρθρων 90 ΚΙΝΔ και 14 του ν.1923/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 19-11-1976 Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου "για τον περιορισμό της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις"] κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν αποτελεί υπόθεση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας αλλά γνησία υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας απαιτούσα πλήρη απόδειξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα προεκτεθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδαφ.α’ της από 19-11-1976 Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου "για τον περιορισμό της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις", που κυρώθηκε με το ν.1923/1991 "Με την επιφύλαξη των άρθρων 3 και 4, (που δεν αφορούν στην ένδικη υπόθεση) θα είναι αντικείμενο περιορισμού ευθύνης, ανεξάρτητα από τη βάση της ευθύνης, [πλήν άλλων], και οι απαιτήσεις που προέρχονται από απώλεια ζωής ή σωματικές βλάβες, από απώλεια ή ζημία σε πράγματα (περιλαμβάνοντας ζημίες σε λιμενικά έργα, δεξαμενές, διαύλους και βοηθήματα της ναυσιπλοΐας) που συνέβησαν πάνω στο πλοίο ή σε άμεση σχέση με την εκμετάλλευση του πλοίου ή με επιχειρήσεις επιθαλάσσιας αρωγής και από κάθε άλλη απώλεια που προήλθε σαν συνέπεια τους". Ως εκμετάλλευση, κατά την έννοια του διαλαμβανομένου στην παραπάνω διάταξη σχετικού όρου, νοείται και η από τεχνικής πλέον της οικονομικής/εμπορικής απόψεως εκμετάλλευση του πλοίου και συνεπώς υπόκεινται σε περιορισμό και οι απαιτήσεις από ζημίες που προκαλούνται (και) σε χρόνο που το πλοίο δεν βρίσκεται σε πλού αλλά σε στάδιο επισκευών ή δοκιμών αφού και αυτές αναμφιβόλως, τελούν σε άμεση σχέση προς την κατά την ως άνω έννοια της εκμεταλλεύσεως, την οποία και εξυπηρετούν.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 εδαφ.α’ της από 19.11.1976 Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου, που κυρώθηκε με το ν.1923/1991, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τον περιορισμό των ζημιών που προκλήθηκαν στις λιμενικές εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας από το ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων ρυμουλκό πλοίο κατά την υπ’ αυτού πραγματοποίηση, στο πλαίσιο διενεργουμένων επισκευών, δοκιμής έλξεως, "παρά το ότι οι ζημίες αυτές δεν τελούν σε άμεση σχέση με την οικονομική και εμπορική εκμετάλλευση του πλοίου, αφού η δοκιμή έλξης (αποτελώντας επισκευαστική εργασία) δεν συνιστά πράξη ευρισκομένη σε άμεση σχέση με την εν λόγω εκμετάλλευση", κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Περαιτέρω στο άρθρο 4 της παραπάνω από 19.11.1976, Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου ορίζεται ότι "Πρόσωπο που υπέχει ευθύνη δεν δικαιούται να περιορίσει την ευθύνη του εάν αποδειχθεί ότι η απώλεια προήλθε από προσωπική του πράξη ή παράλειψη που έγινε με πρόθεση να προκληθεί αυτή η απώλεια ή απέδειξε αδιαφορία και με γνώση ότι μία τέτοια απώλεια θα επακολουθήσει πιθανά".
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται μορφή υπαιτιότητας σε βαθμό δόλου και βαρειάς (ενσυνείδητης) αμέλειας, την οποία αποδεικνύει αυτός που την επικαλείται, δηλαδή ο δανειστής του οποίου η απαίτηση καλύπτεται από τον περιορισμό της ευθύνης του υποχρέου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απώλεια του δικαιώματος περιορισμού της ευθύνης προϋποθέτει δόλο (ευθύ ή ενδεχόμενο) ή ενσυνείδητη αμέλεια προσωπικά του ίδιου του δικαιούχου του περιορισμού της ευθύνης, δηλαδή του οφειλέτη, και αν είναι νομικό πρόσωπο των οργάνων που το εκπροσωπούν κατ’ άρθρο 71 ΑΚ, ενόψει του ότι ο διαλαμβανόμενος στην παραπάνω διάταξη όρος "αδιαφορία" δεν έχει την έννοια της αποδοχής της πιθανής επελεύσεως της ζημίας, ώστε σε συνδυασμό με τον όρο "γνώση" η προϋπόθεση του άρθρου 4 να υπαχθεί στον ενδεχόμενο δόλο αλλά αναφέρεται σε συμπεριφορά του υπευθύνου προσώπου που υπάγεται στην ευσυνείδητη αμέλεια, η οποία συντρέχει όταν αυτό (υπεύθυνο πρόσωπο) έχει επίγνωση της πιθανής επελεύσεως της ζημίας για την οποία ζητείται ο κατ’ άρθρο 2 της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως περιορισμός, και παρολαυτά ενεργεί εξ αφροντισίας, (ΑΠ 1519/87) χωρίς όμως να την αποδέχεται, αφού τότε θα επρόκειτο για ενδεχόμενο δόλο.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 4 της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου (από 19-11-1976), που κυρώθηκε με το ν.1923/1991 απέρριψε, ως αβάσιμη ουσιαστικά, την δια της παρεμβάσεως της αναιρεσείουσας προβληθείσα ένσταση αποκλεισμού του, κατ’ άρθρο 2 παρ.1 εδαφ.α’ της παραπάνω Συμβάσεως, προταθέντος από τους αναιρεσιβλήτους περιορισμού της ευθύνης τους για τις προκληθείσες από το πλοίο της ιδιοκτησίας τους ζημίες στις λιμενικές εγκαταστάσεις αυτής (αναιρεσείουσας) δεχθείσα τη μη συνδρομή περιπτώσεως αποκλεισμού του προταθέντος περιορισμού, κατά το άρθρο 4 της παραπάνω Συμβάσεως, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλοντα την παραδοχή της προβληθείσας ενστάσεως της αναιρεσείουσας.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) είναι πλοιοκτήτρια του υπό σημαία ...
ρυμουλκού πλοίου ..." (νηολογίου ...). Η δεύτερη εκκαλούσα (β’ αναιρεσίβλητη) είναι εταιρεία εγκατεστημένη στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του α.ν. 89/1967 με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη διαχείριση εμπορικών πλοίων και υπήρξε διαχειρίστρια του προαναφερόμενου ρυμουλκού από 1-8-2007 έως τουλάχιστον την επέλευση του ενδίκου συμβάντος.
Ο τρίτος εκκαλών (γ’ αναιρεσίβλητος) είναι νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εκκαλούσας και μοναδικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εκκαλούσας. Η παρεμβαίνουσα (αναιρεσείουσα) είναι εταιρεία προμήθειας και διύλισης αργού πετρελαίου, παραγωγής και εμπορίας πετροχημικών/χημικών, υδρογονανθράκων, πετρελαίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της λειτουργούν οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις Ελευσίνας (διυλιστήριο, δεξαμενές πετρελαιοειδών, προβλήτες φόρτωσης- εκφόρτωσης πετρελαιοειδών) απ’ όπου η παρεμβαίνουσα εφοδιάζει πλοία με πετρελαιοειδή καύσιμα. Στις 31-10-2008, ο τρίτος των εκκαλούντων, επικοινώνησε προφορικά με τον Διευθυντή Λειτουργίας των προαναφερόμενων βιομηχανικών εγκαταστάσεων Ελευσίνας (στο εξής Β.Ε.Ε.) και συμφώνησε να χρησιμοποιήσει ρυμουλκό της εταιρείας του τις εν λόγω εγκαταστάσεις για να πραγματοποιήσει δοκιμή έλξης (bollard pull test) σε δέστρες των εκεί λιμενικών εγκαταστάσεων, χωρίς όμως να τον ενημερώσει ότι το εν λόγω ρυμουλκό δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τις επισκευές που επί ένα μήνα πραγματοποιούσε στο ...
στο Κερατσίνι. Στις 5-11-2008, το ως άνω ρυμουλκό έφθασε στις Β.Ε.Ε. με σκοπό να χρησιμοποιήσει, όπως είχε συμφωνηθεί, τις δέστρες της δυτικής πλευράς της υπ’ αριθ. 7 νησίδας της προβλήτας υπ’ αριθ. 2 και να πραγματοποιήσει εκεί δόκιμη έλξης. Έως την 13.00 περίπου ώρα της ίδιας ημέρας, το ρυμουλκό παρέμεινε αγκυροβολημένο σε απόσταση 250 μέτρων από την υπ’ αριθ.2 προβλήτα αναμένοντας εντολές από τα αρμόδια όργανα της παρεμβαίνουσας περί του χρόνου ενάρξεως της δοκιμής.
Περί ώρα 13.10, το ρυμουλκό, χωρίς ακόμα να έχει λάβει τις σχετικές εντολές, ξεκίνησε τη διαδικασία απάρσεως της άγκυρας προκειμένου να πλεύσει προς το χώρο όπου θα γινόταν η δοκιμή. Κατά την διάρκεια αυτής της διαδικασίας το ρυμουλκό βρέθηκε με την πρύμνη σε κάθετη θέση προς την υπ’ αριθ.2 προβλήτα της παρεμβαίνουσας, μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης νησίδας αυτής και σε απόσταση 140 μέτρων από την έβδομη νησίδα, στις δέστρες της οποίας θα γινόταν η δοκιμή.
Στη θέση αυτή και ενώ συνεχιζόταν η προσπάθεια απάρσεως της άγκυρας, το ρυμουλκό ανέπτυξε ανεξέλεγκτα ταχύτητα προς την προβλήτα υπ’ αριθ.2 χωρίς να έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την άπαρση της άγκυρας και τελικά προσέκρουσε μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης νησίδας της προβλήτας. Από την πρόσκρουση αυτή έσπασε η προστατευτική αλυσίδα που υπήρχε μεταξύ των δυο νησίδων της προβλήτας, προκλήθηκαν εκτεταμένες βλάβες στο σύνθετο γεφύρωμα που αποτελείται από τρεις συνδεδεμένες δοκούς προεντεταμένου σκυροδέματος μεταξύ των ανωτέρω νησίδων και επίσης έσπασαν τρεις δοκοί υποστήριξης της γέφυρας μεταξύ της 4ης και της 5ης νησίδας, οι οποίες βυθίστηκαν.
Επίσης καταστράφηκαν τμήματα σωλήνων μεταφοράς καυσίμων και καλωδίων που βρίσκονταν πάνω στην προβλήτα. Η παρεμβαίνουσα άσκησε κατά των εκκαλούντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 31-12-2009 (αριθ. κατ. 13219/2009) αγωγή, με την οποία, επικαλέστηκε παράνομη και υπαίτια πράξη των προστηθέντων οργάνων της πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών καθώς κα του νομίμου εκπροσώπου αυτών - τρίτου εκκαλούντος - συνιστάμενη στο ότι όλοι οι προαναφερθέντες ενώ γνώριζαν την κακή επάνδρωση και την αδυναμία ασφαλούς πλεύσεως του ρυμουλκού και ειδικότερα την αδυναμία ασφαλούς εκτελέσεως της δοκιμής έλξεως και το ενδεχόμενο να προκληθεί η ένδικη πρόσκρουση και να υποστεί η παρεμβαίνουσα την αναφερόμενη στην αγωγή θετική και αποθετική ζημία.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι προαναφερόμενοι (καθώς και τέταρτος εναγόμενος-μη διάδικος στην παρούσα δίκη) να της καταβάλουν ως αποζημίωσή της συνολικό ποσό 1.567.498,61 ευρώ, άλλως και επικουρικώς ποσό 1.552.421,14 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη. Η αγωγή δεν έχει συζητηθεί ακόμα.
Η ένδικη απαίτηση της παρεμβαίνουσας συγκαταλέγεται σε αυτές για τις οποίες δύναται να γίνει περιορισμός ευθύνης σύμφωνα με την ανωτέρω διεθνή σύμβαση, καθόσον υπάγεται (η απαίτηση) στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α’ αυτής, δηλαδή προέρχεται από ζημία σε λιμενικά έργα, που συνέβη κατά την εκμετάλλευση του πλοίου.
Οι δε δηλούντες (εκκαλούντες) συγκαταλέγονται μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται να προβούν στον εν λόγω περιορισμό, η μεν πρώτη ως πλοιοκτήτρια του ζημιογόνου ρυμουλκού, η δεύτερη ως διαχειρίστρια αυτού (αρθ. 1 παρ. 1, 2) και ο τρίτος ως πρόσωπο για τις πράξεις του οποίου ευθύνεται ο πλοιοκτήτης (αρθ 1 παρ. 4 της ανωτέρω σύμβασης σε συνδ.
με αρθ. 71 ΑΚ). Η ένδικη πρόσκρουση, οφείλεται στο γεγονός ότι κατά την εκτέλεση του προπεριγραφόμενου ελιγμού, οι γεννήτριες του πλοίου, έπαθαν "μπλακ-άουτ", με αποτέλεσμα αυτό να συνεχίσει να κινείται ανεξέλεγκτα μέχρι τη στιγμή της προσκρούσεως. Ειδικότερα, κατά τον ένδικο χρόνο, στο ρυμουλκό υπήρχαν δύο κύριες μηχανές και τέσσερις ντηζελογεννήτριες, από τις οποίες τρεις είναι κύριες και μία είναι βοηθητική γεννήτρια λιμένος.
Η ισχύς της υπ’ αριθ 1 γεννήτριας έπρεπε να ανέρχεται στα 230 κιλοβάτ, σύμφωνα με τις εργοστασιακές προδιαγραφές αλλά η συγκεκριμένη δεν μπορούσε να δεχθεί περισσότερα από 127 κιλοβάτ, όπως ήταν σημειωμένο πάνω σε αυτή και της έλλειπαν τα χερούλια από τις βάνες και τα προστατευτικά της τροχαλίας, πράγμα που καταδεικνύει ότι κατά το χρόνο της ένδικης προσκρούσεώς ήταν υπό επισκευή, κατά την ημέρα δε της ένδικης προσκρούσεως δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου γιατί βρισκόταν εκτός λειτουργίας λόγω ελλείψεως βασικού της εξαρτήματος (βλ.
προσκομιζόμενες επιστολές - εκθέσεις Π. Ν.). Η υπ’ αριθ.2 γεννήτρια δεν μπορούσε να δεχθεί περισσότερα από 60 κιλοβάτ, όπως ήταν σημειωμένο με το χέρι πάνω σε αυτή, αντί της εργοστασιακά καθορισμένης ισχύος των 230 κιλοβάτ, ή δε υπ’ αριθ. 3 γεννήτρια δεν μπορούσε να δεχθεί περισσότερα από 50 κιλοβάτ αντί των 230.
Αποτέλεσμα τούτων ήταν ότι, όταν το ρυμουλκό ξεκίνησε τον ελιγμό του, υπερφορτώθηκε η υπερφορτώθηκε η γεννήτρια υπ’ αριθ.3, κάηκε μια από τις ασφάλειές της θέτοντας τη γεννήτρια αυτή εκτός λειτουργίας και μετατέθηκε όλο το ηλεκτρικό φορτίο, στην υπ’ αριθ. 2 γεννήτρια, η ισχύς του οποίου (φορτίου) ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα 60 κιλοβάτ που μπορούσε αυτή να δεχθεί, με συνέπεια να προκληθεί "μπλακ-άουτ", δηλαδή να μείνει χωρίς ηλεκτρική ενέργεια το μηχανοστάσιο του ρυμουλκού και όλα τα όργανά του, όπως οι υδραυλικές αντλίες μέσω των οποίων ρυθμίζονται οι προπέλες.
Αποτέλεσμα του μπλακ-άουτ ήταν να σταματήσει η λειτουργία των ηλεκτροϋδραυλικών συστημάτων της προπέλας μεταβλητού βήματος και το σύστημα πλοήγησης του ρυμουλκού και συγκεκριμένα να παραμείνει ανεξέλεγκτο και στην "ανάποδα" (όπισθεν) κίνηση το σύστημα ελέγχου βήματος ελίκων, με αποτέλεσμα το ρυμουλκό να συνεχίσει να κινείται με ανεξέλεγκτη ταχύτητα περίπου 5,8 κόμβων εωσότου προσέκρουσε στην προβλήτα.
Η σύγκρουση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπό των δύο πρώτων εκκαλουσών οργάνων αλλά και του ίδιου του τρίτου εκκαλούντος, οι οποίοι από αμέλεια και ειδικότερα έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν αδιαφόρησαν για την κακή κατάσταση στην οποία βρισκόταν το μηχανοστάσιο και ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός του ρυμουλκού, το οποίο ένα τουλάχιστον μήνα πριν την ένδικη σύγκρουση βρισκόταν στο ...
στο Κερατσίνι για επισκευές, οι οποίες όμως δεν είχαν ακόμα ολοκληρωθεί και ενώ όλοι γνώριζαν τα προαναφερόμενα προέβησαν στον ανωτέρω ελιγμό εντός των λιμενικών εγκαταστάσεων της παρεμβαίνουσας χωρίς να λάβουν κανένα μέτρο για την αποτροπή της συγκρούσεως, όπως π.χ. να ποντίσουν τη δεύτερη άγκυρα του ρυμουλκού όταν συνέβη το "μπλακ-άουτ" ώστε να ανακόψουν την ταχύτητα αυτού ή να πατήσουν ένα από τα κουμπιά έκτακτης ανάγκης (emergency stop) που βρίσκονταν στη γέφυρα και στο μηχανοστάσιο του ρυμουλκού.
Σημειώνεται ότι κατά τη στιγμή του ένδικου συμβάντος στο ρυμουλκό επέβαιναν ο τρίτος των δηλούντων, ο αρχιμηχανικός της διαχειρίστριας κ. Τ. και ο αρχιπλοίαρχος της κ. Μ.. Ωστόσο, δεν πιθανολογείται ότι οι προαναφερθέντες συνυπαίτιοι της ένδικης συγκρούσεως γνώριζαν ότι από την ως άνω αμελή συμπεριφορά τους ήταν πιθανό να επέλθει η συγκεκριμένη ζημία, δηλαδή η πρόσκρουση του ρυμουλκού στην προβλήτα νο 2 και οι εξαιτίας αυτής προαναφερόμενες βλάβες στις εκεί εγκαταστάσεις.
Κατά συνέπεια, εφόσον πιθανολογείται μεν ότι οι προαναφερθέντες συνυπαίτιοι απλά γνώριζαν τον κίνδυνο να προκληθούν γενικά ζημίες από την πράξη τους να θέσουν σε λειτουργία το ρυμουλκό υπό τις ανωτέρω συνθήκες και επέδειξαν αδιαφορία ως προς την πιθανότητα επελεύσεώς τους αλλά δεν πιθανολογείται ότι ενήργησαν με επίγνωση της πιθανότητας να επέλθει η συγκεκριμένη ζημία, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 4 της διεθνούς συμβάσεως περί αποκλεισμού του περιορισμού της ευθύνης, απορριπτομένων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμων όσων αντίθετων υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αποδιδόμενη (με τον από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο) πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 4 της από 19-11-1976 Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου, που κυρώθηκε με το ν.1923/1991 υπό την έννοια της μη ορθής υπαγωγής των, ως αποδειχθέντων, γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του παραπάνω κανόνα δικαίου.
Ειδικότερα, αν και δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι, επιθυμούντες να προβούν σε δοκιμή έλξεως του ρυμουλκού πλοίου τους δια της χρησιμοποιήσεως των δεστρών της δευτέρας προβλήτας των λιμενικών εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας, άρχισαν τη διαδικασία ελιγμού απάρσεως της αγκύρας προκειμένου αυτό να προσεγγίσει την προβλήτα της δοκιμής, παρόλο που εγνώριζαν την κακή κατάσταση του ηλεκτρολογικού μηχανισμού του μηχανοστασίου του πλοίου και ειδικότερα ότι η μεν υπ’ αριθμ.1 γεννήτρια ήταν εκτός λειτουργίας ελλείψει βασικού εξαρτήματος, οι δε υπ’ αριθμ.2 και 3 γεννήτριες ήταν μειωμένης ισχύος, μη δυνάμενες να δεχθούν περισσότερα από 60 και 50 αντίστοιχα κιλοβάτ αντί των 230 (κιλοβάτ) και την εξ αυτής (κακής καταστάσεως) πιθανότητα προκλήσεως (πλήν άλλων), μπλάκ - άουτ, συνεπαγομένου αδυναμία πλοηγήσεως, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για την πιθανότητα επελεύσεως τόσο της βλάβης του ηλεκτρολογικού μηχανισμού όσο και της (προκλήσεως) ζημίας στις λιμενικές εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας με αποτέλεσμα την πρόκληση μπλάκ - άουτ στο μηχανοστάσιο εξαιτίας της αδυναμίας του ηλεκτρολογικού μηχανισμού να ανταποκριθεί στα αυξημένα φορτία ενέργειας που απαιτούσε ο παραπάνω ελιγμός και την εξ αυτού (μπλάκ - άουτ) παύση της λειτουργίας των ηλεκτροϋδραυλικών συστημάτων της προπέλας μετεβλητού βήματος και του συστήματος πλοήγησης, που είχε ως συνέπεια την ανεξέλεγκτη (στην ανάποδα) κίνηση του πλοίου και την πρόσκρουση στην προβλήτα δέχθηκε, κατά πιθανολόγηση, ότι η επιδειχθείσα ως άνω συμπεριφοράδεν θεμελιώνει (όπως έπρεπε) την από τη διάταξη του άρθρου 4 της Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου απαιτουμένη για τον αποκλεισμό του περιορισμού της ευθύνης ενσυνείδητη αμέλεια της γνώσεως δηλαδή της πιθανότητος επελεύσεως του ζημιογόνου αποτελέσματος (πρόσκρουση στην προβλήτα) και της κατά την προαναφερθείσα έννοια αδιαφορίας για την επέλευσή του, αλλά (ότι θεμελιώνει) απλή αμέλεια με την εσφαλμένη αιτιολογία "της μη πιθανολογήσεως της επιγνώσεως (της πιθανότητας) να επέλθει η συγκεκριμένη ζημία" η οποία, ενόψει των συνθηκών του συμβάντος (πραγματοποίηση δοκιμής έλξεως στις δέστρες της προβλήτας των λιμενικών εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας και ελιγμών προσεγγίσεως του πλοίου σ’ αυτήν (προβλήτα) γνώση της κακής καταστάσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού του μηχανοστασίου του πλοίου ενέχουσα πιθανότητα μπλάκ - άουτ, συνεπαγομένου, πλην άλλων, απώλεια ελέγχου πλοηγήσεως) πρέπει να θεωρηθεί ως αποκλειομένη θεμελιώνουσα την έννοια της ενσυνείδητης αμέλειας αφού οι προαναφερθείσες συνθήκες, που έγιναν δεκτές από την προσβαλλομένη απόφαση δεν αποκλείου αλλά αντιθέτως δικαιολογούν την πιθανολόγηση τόσο της γνώσεως των υπαιτίων αναιρεσιβλήτων περί της (πιθανότητος) επελεύσεως (και) της συγκεκριμένης ζημίας, της προσκρούσεως δηλαδή στην προβλήτα των λιμενικών εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας, όσο και την επίδειξη αδιαφορίας για την επέλευσή της, δεκτής γενομένης συνακολούθως ως βασίμου της προβαλλομένης ως άνω αιτιάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω, από το αρθρ.559 αρ.1 τρίτος αναιρετικός λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο σ’ αυτό (λόγο) κεφάλαιο και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.228/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, όπως διορθώθηκε με την 308/2016 του ιδίου Δικαστηρίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση (ως προς το παραπάνω κεφάλαιο) στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ