1470/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39589/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/3/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1470/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι το ως άνω ποσό των 45.000 ευρώ της αμοιβής του, συμφωνήθηκε να του καταβληθεί με την κατάρτιση του εργολαβικού συμβολαίου και ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του, μεταξύ των ανωτέρω εντολέων του, στις 12-10-2005, εργολαβικό προσύμφωνο οικοδομής ακινήτου με το σύστημα της ανιπαροχής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1470 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1470/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Κατασκευαστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τσόη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39589/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/3/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 17/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου και έκτου από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως μεσιτικής αμοιβής είναι α) η ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως μεσιτείας και β] η έγκυρη σύναψη της σκοπούμενης (κυρίας) συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που αξιώνει την καταβολή μεσιτικής αμοιβής, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή του, όπως το αίτημα της περιορίστηκε νόμιμα σε αναγνωριστικό για το ποσό των 115 900 ευρώ, ότι όντας νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων στη Θεσσαλονίκη, περί τα μέσα του 2003 έλαβε εντολή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης - αναιρεσείουσας να υποδείξει σ' αυτήν ευκαιρία και να διαμεσολαβήσει στη σύναψη συμφωνίας για οιοδήποτε ακίνητο στην περιοχή της Πυλαίας Θεσσαλονίκης προσφερόταν προς ανέγερση οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ότι το Νοέμβριο του 2004, η συνοικοπεδούχος οικοπέδου στην περιοχή της Πυλαίας, Π. Π., ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών συνοικοπεδούχων, του ανέθεσε την εντολή να της υποδείξει αξιόπιστο εργολάβο προκειμένου να ανεγείρει οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής στο οικόπεδο της. Ότι τον Ιανουάριο του 2005, έφερε σε επαφή την ανωτέρω οικοπεδούχο με το νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρείας και με τη διαμεσολάβηση του συνήψαν σύμβαση ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ότι κατά τη σύναψη της, μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου εταιρείας, συμφωνήθηκε: α) να του καταβάλει η τελευταία ως μεσιτική αμοιβή το συνολικό ποσό των 45.000 ευρώ, ήτοι ποσό 15.000 ευρώ, που κατά τη συμφωνία τους βάρυνε τους οικοπεδούχους και ποσό 30.000 ευρώ, που βάρυνε την εργολάβο και β) ποσοστό 1% επί των πωλήσεων των διαμερισμάτων της οικοδομής που θα συνιστούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα της αντιπαροχής της εργολάβου εταιρείας, αναθέτοντας αποκλειστικά στον ίδιο τη διαχείριση και την πώληση τους σε αγοραστές - πελάτες της επιχείρησης του.
Ότι το ως άνω ποσό των 45.000 ευρώ της αμοιβής του, συμφωνήθηκε να του καταβληθεί με την κατάρτιση του εργολαβικού συμβολαίου και ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του, μεταξύ των ανωτέρω εντολέων του, στις 12-10-2005, εργολαβικό προσύμφωνο οικοδομής ακινήτου με το σύστημα της ανιπαροχής.
Ότι η εναγομένη, ενεργώντας κατά παράβαση των συμφωνηθέντων αφενός μεν δεν του κατέβαλε το ως άνω ποσό των 45.000 ευρώ της αμοιβής του, αφετέρου δε απέκλεισε τον ίδιο και ανέθεσε την πώληση των διαμερισμάτων της οικοδομής σε άλλους μεσίτες, οι οποίοι διαμεσολάβησαν στην πώληση τους, με αποτέλεσμα να απωλέσει :
α) το συνολικό ποσό των 38.530 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε ως αμοιβή κατά τη συμφωνία τους από την αντίδικο του, ήτοι ποσοστό 1% επί του τιμήματος των δεκατριών διαμερισμάτων της αντιπαροχής, που περιγράφει κατά θέση, εμβαδόν και τίμημα, καθώς και το ποσό των 77.060 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε ως αμοιβή του από τους αγοραστές των διαμερισμάτων αυτών, αφού αυτός και μόνο κατά τη συμφωνία των διαδίκων είχε το δικαίωμα να διαμεσολαβήσει κατά την κατάρτιση της σύμβασης μεταβίβασης τους τόσο για την πωλήτρια όσο και για τον αγοραστή.
Ζήτησε δε α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 45.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας κατάρτισης του συμβολαίου (12-10-2005), άλλως της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την εξόφληση και β} να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει επί πλέον το ποσό των 115.590 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, καθόσον εκτίθεντο με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ειδικότερα αναφέρονταν η υπόσχεση αμοιβής της εναγομένης για τη διαμεσολάβηση στη σύμβαση εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής από τον ενάγοντα και η έγκυρη σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής ως συνέπεια της διαμεσολάβησης του, η αποκλειστική ανάθεση στο ενάγοντα της διαχείρισης και πώλησης σε αγοραστές - πελάτες της επιχείρησης του των διαμερισμάτων της αντιπαροχής, η παράβαση εκ μέρους της εναγομένης της συμφωνίας αυτής με τον αποκλεισμό του ενάγοντος από την έγκυρη σύναψη της κύριας σύμβασης, ήτοι της πώλησης των διαμερισμάτων, ως συνέπεια της μεσολάβησης του και η ζημία που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης.
Επίσης διαλαμβάνονταν οι πράξεις διαμεσολάβησης του ενάγοντος και συγκεκριμένα ότι έφερε σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη και ότι τελικά χάρις στις προσπάθειες του, συμφώνησαν να καταρτίσουν την εργολαβική σύμβαση της ανέγερσης ενός συγκροτήματος τριών ορόφων κτιρίων - οικοδομών στο ανωτέρω αναφερόμενο οικόπεδο, με το σύστημα της αντιπαροχής σε ποσοστό 50%, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στην αγωγή ο αριθμός και το είδος των διαμεσολαβήσεων του ενάγοντος, ο τρόπος με τον οποίο επηρεάστηκε ή όχι η δικαιοπρακτική βούληση των ενδιαφερομένων μερών στην κατάρτιση της κυρίας σύμβασης και με ποια ουσιώδη στοιχεία της κυρίας σύμβασης επηρεάστηκε η βούληση αυτή.
Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας την σχετική ένσταση αοριστίας που πρόβαλε με λόγο έφεσης η αναιρεσείουσα, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής λόγω αοριστίας και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔικ πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 703 Α.Κ., εκείνος, που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και ως εκ τούτου, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο όρων και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών.
Αντίθετα, η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι ο μεσίτης ενημερώνει απλώς με αυτή τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως, που τον ενδιαφέρει. Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο τη μεσολάβηση ή μόνο την υπόδειξη ευκαιρίας ή και αμφότερες.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς, όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του. δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα : "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων και διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο από το Μάρτιο του 2001 στην οδό ..., αριθμός 36, στη Θεσσαλονίκη... Το Νοέμβριο του 2004 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του η Π.
Π. του H., και αφού του γνωστοποίησε ότι είναι συνοικοπεδουχος μαζί με τη μητέρα της Ε. χήρα Η. Π., την οποία εκπροσωπεί, του ζήτησε να βρεί κάποιον αξιόπιστο εργολάβο, προκειμένου να αναλάβει την ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο της με το σύστημα της αντιπαροχής. Του γνωστοποίησε δε ότι επρόκειτο για ένα ακίνητο συνολικής έκτασης δέκα στρεμμάτων περίπου, στη συμβολή των οδών ..., ..., ...
και ..., στο Δήμο Πυλαίας, επί του οποίου η Π. και Ε. Π. είχαν συγκυριότητα σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία. Μετά ταύτα, ο ενάγων γνωστοποίησε τη βούληση των ανωτέρω οικοπεδούχων στο Μ. Κ., πολιτικό μηχανικό και ομόρρυθμο εταίρο και διαχειριστή της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ομόρρυθμης εργολάβου εταιρίας, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της ανέγερσης οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ενόψει του ότι μέρος του οικοπέδου που αναλογούσε στις ως άνω συγκύριες ανέρχονταν σε έκταση δύο στρεμμάτων περίπου, βρισκόταν εντός σχεδίου πόλης, σε περιοχή όπου η αξία των ακινήτων είναι μεγάλη και οι τιμές πώλησης των διαμερισμάτων υψηλές, υπήρχε δε ζήτηση αυτών και επωλούντο σχετικά εύκολα, δήλωσε στον ενάγοντα ότι ενδιαφέρεται να αναλάβει η εταιρία του να οικοδομήσει το εν λόγω ακίνητο με το σύστημα της αντιπαροχής και συμφώνησε προφορικά με αυτόν ότι εάν με τη μεσολάβηση του συναφθεί σύμβαση εργολαβίας με την Π.
Π., θα του κατέβαλε κατά την κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου, ως μεσιτική αμοιβή, το ποσό των 30.000 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων είχε και στο παρελθόν συνεργασθεί με την εναγομένη, αφού είχε μεσολαβήσει για την πώληση δύο διαμερισμάτων που είχε κατασκευάσει και την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος και τη θεωρούσε αξιόπιστη και φερέγγυα εργολάβο εταιρία.
Πράγματι, παρότι η οικοπεδούχος δεν υπέγραψε σχετική έγγραφη εντολή, και τούτο διότι δήλωσε ότι η ίδια δεν ήταν διατεθειμένη να του καταβάλει αμοιβή και θα αμειβόταν μόνον από τον εργολάβο, ο ενάγων έφερε σε επαφή την Π. Π. με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης. Ακολούθησε σειρά συναντήσεων μεταξύ της οικοπεδούχου και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, σε ορισμένες από τις οποίες συμμετείχε και ο ενάγων, ώστε με τη μεσολάβηση του τελευταίου, ο οποίος κάθε φορά ασκούσε πίεση στο καθένα από τα μέρη για να επιτύχει σύγκλιση των απόψεων τους σχετικά με το ύψος της αντιπαροχής, επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ τους.
Μάλιστα, ο Μ. Κ., ενεργώντας για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας, ήλθε σε επαφή με τους λοιπούς συνοικοπεδούχους του ακινήτου συνολικής έκτασης δέκα στρεμμάτων περίπου, μεταξύ των οποίων και με τον Α. Α., πλην όμως. χωρίς τη μεσολάβηση του ενάγοντος, δεν συμφώνησαν να αναλάβει η εταιρία του να οικοδομήσει και το δικό τους ποσοστό οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ακολούθησε η διενέργεια σειράς νομικών πράξεων για τη συνένωση ομόρων οικοπέδων, τη μεταβίβαση ποσοστών τους μεταξύ των περισσοτέρων συνιδιοκτητών και τη διανομή αυτών, με το υπ' αριθμ. .../5.10.2005 οριστικό συμβόλαιο μερικής διανομής ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνάς Αρβανιτίδου - Δεληνάσιου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.
Δυνάμει του συμβολαίου αυτού περιήλθε στην Π. Π. και στη μητέρα της Ε. Π., κατά ποσοστό συγκυριότητας 52,770/100 στη πρώτη και 47,230/100 στη δεύτερη εξ αδιαρέτου, ένα οικόπεδο έκτασης 1.907.138 τ..μ., με πρόσοψη στη συμβολή των οδών ... και ..., στο υπ' αριθμ. Γ 198 οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου Πυλαίας, στη Θεσσαλονίκη. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../ 2.10.2005 προσύμφωνο συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου, η Ε.
Π. υποσχέθηκε τη μεταβίβαση του ποσοστού της συγκυριότητας στο ανωτέρω οικόπεδο έκτασης 1.907, 138 τ.μ., στα τρία τέκνα της και συγκεκριμένα στην Π. Π. κατά ποσοστό 19,835/100 εξ αδιαιρέτου, στον Χ. Π. κατά ποσοστό 17,152/100 εξ αδιαιρέτου και στο Δ. Π. κατά ποσοστά 15,183/100 εξ αδιαιρέτου, καθώς και το δικαίωμα ανοικοδόμησης του.
Ακολούθως, με το ίδιο προσύμφωνο συμβόλαιο, η Π. Π., ο Χ. Π. και ο Δ. Π. ανέθεσαν στην εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία την ανέγερση τριών τριώροφων κτιρίων εντός του ως άνω ακινήτου, με το σύστημα της αντιπαροχής. Με αυτό συμφώνησαν οι μεν οικοπεδούχοι να λάβουν δέκα(ΊΟ) διαμερίσματα, μαζί με αποθηκευτικούς χώρους και κλειστές θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο των οικοδομών και η εναγόμενη να λάβει τα υπόλοιπα δεκατρία (13) διαμερίσματα και μεζονέτες των τριών οικοδομών, συνολικής επιφάνειας χιλίων (1000) τ.μ.
περίπου. Παρότι όμως η ως άνω συμφωνία επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του ενάγοντος, η εναγομένη, κατά την κατάρτιση του προαναφερθέντος εργολαβικού συμβολαίου στις 12 10.2005, ενεργώντας κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τη μεσιτική του αμοιβή ύψους 30.000 ευρώ. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνήψε σύμβαση μεσιτείας με τον ενάγοντα, ότι ούτε στο παρελθόν είχε συνεργασθεί μαζί του, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της γνώριζε την Π.
Π. και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του ακινήτου από τις αρχές του 2004 και διαπραγματευόταν μαζί τους την κατάρτιση εργολαβικής σύμβασης και ότι ο ενάγων, ως πελάτης του φαρμακείου που διατηρεί η Π. Π. στη Θεσσαλονίκη, ενδιαφέρθηκε να μάθει τους όρους της αντιπαροχής που της είχαν προτείνει, προκειμένου να τη συμβουλεύσει και για το λόγο αυτό συναντήθηκε μια φορά με τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της το Νοέμβριο του 2004 ... .
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η εναγομένη, λόγω της συνεργασίας που είχε και με τον ενάγοντα, ενεργώντας δια του νομίμου εκπροσώπου της, έδωσε και σ' αυτόν την εντολή, όπως και σε άλλους μεσίτες της περιοχής, να προβεί στην εύρεση πελατών για την πώληση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής της. Για το λόγο αυτό τον προμήθευσε χειρόγραφη κατάσταση, με τα ακριβή στοιχεία των δεκατριών (13) διαμερισμάτων που περιήλθαν στην εναγομένη ως εργολαβική της αμοιβή, όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων ο όροφος, η καθαρή επιφάνεια, το εμβαδόν των ημιυπαίθριων χώρων, η αναλογία επί των κοινοχρήστων μερών:
η ύπαρξη χώρου στάθμευσης, κήπου κ.α.: καθώς και η αρχική τιμή πώλησης αυτών, όπως αυτή εκτιμάται από την πωλήτρια εταιρεία, στοιχεία που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αυτός εάν δεν του τα γνωστοποιούσε η εναγομένη ... . Επομένως, κατά τα συμφωνηθέντα, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής του, ήτοι από την επομένη της κατάρτισης του ανωτέρω εργολαβικού προσυμφώνου (13.10.2005) μέχρι την εξόφληση ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ, την οποία αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφαση του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και αυτό γιατί και με βάση τις παραδοχές του, προκύπτει με σαφήνεια ότι η κατάρτιση της ανωτέρω κυρίας σύμβασης υπήρξε το αποτέλεσμα των διαμεσολαβητικών ενεργειών του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος έφερε σε επαφή τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας με την εκ των συνοικοπεδούχων του εκτεθέντος κοινού οικοπέδου, όπως προέκυψε αυτό, μετά τις επελθούσες νομικές πράξεις επί μεγαλύτερης έκτασης κοινού οικοπέδου, με τη συνένωση αυτού με όμορα οικόπεδα και τη διανομή του εντεύθεν προκύψαντος μεγαλύτερης έκτασης οικοπέδου, Π.
Π., η οποία εκπροσωπούσε και τη μητέρα της, Ε. Π., σε ορισμένες συναντήσεις των οποίων συμμετείχε και αυτός ασκώντας μάλιστα και σχετικές πιέσεις για να επιτύχει σύγκλιση απόψεων των ενδιαφερομένων μερών και ότι ως εκ τούτου δικαιούνταν στη απόληψη της μεσιτικής αμοιβής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις που εμπεριέχονται στο μέρος του λόγου αυτού από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου περί του ότι δεν αιτιολογείται 1) σε ποιες και σε πόσες συναντήσεις μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και των συνοικοπεδούχων συμμετείχε ο αναιρεσίβλητος και τι συμφωνήθηκε σ' αυτές, 2) αν υπήρχε πριν ή μετά από αυτές τις συναντήσεις διαφωνία ως προς το ύψος της αντιπαροχής και ποια ήταν αυτή, 3) με ποιους οικοπεδούχους υπήρξε διαφωνία, 4) ποιες ήταν οι διαφορές στις απόψεις της αναιρεσείουσας και των οικοπεδούχων ως προς το ύψος της αντιπαροχής, 5) ποιες πιέσεις και με ποιο τρόπο ασκήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο προς τους οικοπεδούχους και με ποιους απ' αυτούς ως προς το ύψος της αντιπαροχής, 6) ποιο ήταν το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα των πιέσεων αυτών. 7) ποιες ακριβώς πιέσεις και με ποιο τρόπο ασκήθηκαν αυτές προς την αναιρεσείουσα προς το σκοπό να συγκλίνουν οι απόψεις της με αυτές των οικοπεδούχων και ποιο ήταν το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα αυτών, 8} πότε λύθηκε η διαφωνία αυτή ως προς το ύψος της αντιπαροχής και για ποιο λόγο οφείλεται αυτή η άρση της διαφωνίας στις πιέσεις του αναιρεσιβλήτου, 9) σε ποιο ποσοστό αντιπαροχής συνέκλιναν τελικά οι εκατέρωθεν απόψεις των ενδιαφερομένων μερών, 10) αν και για ποιο λόγο η επιτευχθείσα σύγκλιση των εκατέρωθεν απόψεων οφείλεται στις ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, 11) αν και για ποιους λόγους η ως άνω σύγκλιση δεν θα είχε επιτευχθεί χωρίς τις πιέσεις και τη διαμεσολάβηση του αναιρεσιβλήτου, 12) αν η σύγκλιση αυτή έγινε προς όφελος ή προς ζημία της αναιρεσείουσας και για ποιο λόγο να δικαιούται ο αναιρεσίβλητος μεσιτικής αμοιβής στην περίπτωση που αυτή υποχώρησε στις πιέσεις του ως προς το ύψος της αντιπαροχής και 13) αν και για ποιο λόγο οι πιέσεις που φέρεται ότι άσκησε ο αναιρεσίβλητος στα ενδιαφερόμενα μέρη, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανές να επιφέρουν σύγκλιση των απόψεων της αναιρεσείουσας και των συνοικοπεδούχων ως προς το ύψος της αντιπαροχής, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στη στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως εκτίθεται σαφώς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως. ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Επίσης, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 707 Α.Κ., αν η συμφωνημένη αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη στο μέτρο που αρμόζει. Με τον όρο δυσανάλογα μεγάλη νοείται η υπέρμετρη αμοιβή σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και συγκεκριμένα (και ενδεικτικά) τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες) τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση, αλλά και τον τρόπο μεσολαβήσεως (επιμελείς ή αμελείς ενέργειες κλπ), όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος (υλικό ή ηθικό) του εντολέα, λαμβανομένων υπόψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από το χρόνο συνάψεως της μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτόπιων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών και κυρίως της οικονομικής δυναμικότητας του εντολέα.
Τέλος ως χρόνος κρίσεως του δυσαναλόγου της αμοιβής δεν είναι ο χρόνος συνάψεως της μεσιτείας αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο κατέστη απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη η αμοιβή και στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο. Έτσι για την κρίση περί του δυσαναλόγου της αμοιβής λαμβάνονται υπόψη και οι τυχόν εν τω μεταξύ υποτιμήσεις του νομίσματος, αυξήσεις της αξίας των ακινήτων κλπ.
Και τα πραγματικά αυτά περιστατικά πρέπει να εκτίθενται στην απόφαση γιατί αποτελούν ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη μεγάλη δυσαναλογία της συμφωνηθείσας ή νόμιμης μεσιτικής αμοιβής και τον περιορισμό αυτής στο προσήκον μέτρο (ΑΠ 1592/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, σε σχέση με την προβληθείσα από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ένσταση μειώσεως της μεσιτικής αμοιβής ως δυσανάλογα μεγάλης και τα εξής: "Τέλος, καθόσον αφορά το ποσό των 30.000 ευρώ της μεσιτικής αμοιβής του ενάγοντος, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη:
α) τη μεσιτική παροχή του τελευταίου, δηλαδή τους κόπους και τις προσπάθειες που κατέβαλε προκειμένου να επιτευχθεί μεταξύ των μερών, ήτοι των προαναφερθέντων οικοπεδούχων και της εναγομένης εργολάβου εταιρείας, η εργολαβική συμφωνία οικοδόμησης του ως άνω οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής, το χρόνο της απασχόλησης του και η εν γένει επιμέλεια που επέδειξε για την επίτευξη της κατάρτισης της ως άνω κυρίας σύμβασης, β) το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση νόμιμο περιουσιακό και ηθικό όφελος της εναγομένης εταιρείας ως μεσιτικού εντολέα, το οποίο ανέρχεται, αφαιρούμενης της δαπάνης κατασκευής των δέκα διαμερισμάτων που περιήλθαν στους οικοπεδούχους, σε 200,00 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και συνολικά για τα χίλια (1.000) τετραγωνικά μέτρα της αντιπαροχής της στο ποσό των (200,00 ευρώ το τ.μ.
επί 1.000 τ,μ,) 200.000,00 ευρώ, γ) την μέση οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και την καλή οικονομική κατάσταση της εντολέως του, δ) τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα από το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης μεσιτείας μέχρι το χρόνο γένεσης της αξίωσης για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής του ενάγοντος και στ) τις επιτόπιες συνήθειες, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής σύναψης της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, η οποία στην εργολαβία με το σύστημα της αντιπαροχής καθόσον αφορά τον εργολάβο ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί του ποσού των καθαρών κερδών του, χαρακτηρίζει τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή του ενάγοντος ύψους 30.000 ευρώ, ως δυσανάλογα μεγάλη και θα πρέπει, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης, να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, το οποίο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανέρχεται στο ποσό των 20.000 ευρώ".
Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της 39.589/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο αυτό, που επιδίκασε όλο το αιτηθέν ως άνω ποσό των 30.000 ευρώ, και διακράτηση της υπόθεσης, δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε αυτή (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως μεσιτική αμοιβή το ανωτέρω ποσό των 20.000 ευρώ.
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 707 ΑΚ, ενόψει του ότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στην προσβαλλομένη απόφαση του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ένστασης της μείωσης της μεσιτικής αμοιβής, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 707 ΑΚ, που εφάρμοσε, καθόσον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε με επιμέλεια κατά την εκτέλεση της μεσιτικής εντολής, δεν αναφέρει σε ποιες επιμελείς ενέργειες προέβη αυτός, ούτε τους κόπους και τις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλε, ούτε τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, αλλ' ούτε το χρόνο που διέθεσε για να φέρει σε πέρας την ως άνω μεσιτική εντολή.
Επίσης, δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η επίδικη αμοιβή του αναιρεσίβλητου μεσίτη ήταν δυσανάλογα μεγάλη και δ) τα γεγονότα που μεσολάβησαν τυχόν υποτίμησης νομίσματος, αύξησης ή μείωσης της αξίας του ακινήτου κλπ από τη σύναψη εκάστης συμβάσεως μεσιτείας μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ.
και όχι και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την κρίση του Εφετείου για τη μείωση της μεσιτικής αμοιβής στο μέτρο που αρμόζει και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 106/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2012 . Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ