1470/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1470/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δίδεται, έτσι, αναγνωριστική η καταψηφιστική αγωγή με αίτημα την αποζημίωση (ΑΠ 12/2009). Από τις πιο πάνω διατάξεις, δεν αποκλείεται η επιβοηθητική ευθύνη κατά της διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904..ΑΚ, για την επανόρθωση, τυχόν αδικίας από μία ελαττωματική και αδικαιολόγητη μετατόπιση περιουσιακών στοιχείων (ΑΠ 12/2009, ΑΠ 305/2009).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1470 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1470/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπειζκής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Γιολδασέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6779/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός υπάρχει όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη, κατ'ακρίβειαν εφαρμογή, υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ'αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 1393/2010, ΑΠ 159/2004), Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και -μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1549/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της, 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Και τούτο διότι, μόνο κατ'αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998 ΑΠ 1036/2000 ΑΠ 1353/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 940 τταρ.3 ΚΠολΔ, η οποία έχει χαρακτηρισθεί, ως διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 100/1997) αν ακυρωθεί αμετάκλητα, η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα, Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημίωσης στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 κα 919 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 9/2010).
Δίδεται, έτσι, αναγνωριστική η καταψηφιστική αγωγή με αίτημα την αποζημίωση (ΑΠ 12/2009). Από τις πιο πάνω διατάξεις, δεν αποκλείεται η επιβοηθητική ευθύνη κατά της διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904..ΑΚ, για την επανόρθωση, τυχόν αδικίας από μία ελαττωματική και αδικαιολόγητη μετατόπιση περιουσιακών στοιχείων (ΑΠ 12/2009, ΑΠ 305/2009).
Ως ζημία αποκαταστατέα στο πλαίσιο των αποζημιωτικών αγωγών, με βάση τα άρθρα 940 παρ.3 ΚΠολΔ και 914 ΑΚ, νοείται, όχι μόνο η θετική αλλά και η αποθετική, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αλλά και η μη περιουσιακή ζημία (ΑΠ 73/1999), αλλά και η ηθική βλάβη εφ'οσον ισχύουν οι ειδικές γι' αυτήν προϋποθέσεις και όροι (ΑΠ 273/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αποφαινόμενη για αξίωση αποζημίωσης, μετά από αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτου του αναιρεσίβλητου, μετά από επίσπευση της αναιρεσείουσας Τράπεζας, δέχτηκε/κατά την ανέλεγκτο ουσιαστική κρίση της, τα ακόλουθα: ''Η αρχικά εναγόμενη ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS, προς ικανοποίηση απαιτήσεως της, ποσού 8.681.826 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, κατά του εφεσίβλητου-εκκαλούντος Ε.
Δ., επέσπευσε κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση, με βάση αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση της 100/94 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Ακολούθως, προέβη, με την 3072/14.4.1997 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή ... Ε. Δ., σε αναγκαστική κατάσχεση ενός ακινήτου του οφειλέτη, μέσα στην πόλη των ..., στη συνοικία του ..., στη συμβολή των οδών ...
και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου του, άρτιου και οικοδομήσιμου, συνολικού εμβαδού 140,80 τ,μ., μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής. Στο ισόγειο της εν λόγω οικοδομής ο εφεσίβλητος-εκκαλών λειτουργούσε επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρικών ειδών. Ακολούθως, με βάση την 3073/16.4,97 περίληψη της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή ορίστηκε η 12η Μαίου 1997, ως ημέρα πλειστηριασμού.
Όμως, μετά από ανακοπή του εκκαλούντος-εφεσίβλητου κατά της πιο πάνω κατασχετήριας έκθεσης, εκδόθηκε η 252/97 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία διορθώθηκε η αξία του ακινήτου σε 125.000.000 δραχμές, καθορίστηκε, ως τιμή πρώτης προσφοράς, το ποσό των 62.500,000 δραχμών και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 23* Ιουλίου 1997.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3085/97 Α' επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, αλλά κατόπιν της 385/97 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ο πλειστηριασμός ανεστάλη για ένα εξάμηνο. Προκειμένου να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, οι διάδικοι συμφώνησαν, να προβαίνει ο εκκαλών εφεσίβλητος σε σταδιακές καταβολές ενόψει των επαναληπτικών περιλήψεων που θα εκδιδόντουσαν, ώστε το μεταξύ των δύο περιλήψεων ποσό να είναι ανώτερο από 1.000.000 δραχμές.
Έτσι, κατόπιν σχετικών εντολών της εκκαλούσας - εφεσίβλητης, εκδόθηκαν από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή οι 3118/98 Β', 3153/98 Γ', 3158/98 Δ', 3165/98 Ε' επαναληπτικές περιλήψεις της κατασχετήριας έκθεσης, ενόψει δε των τμηματικών καταβολών στις οποίες προέβαινε ο οφειλέτης, που ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 9.900,192 δραχμών, αναβαλλόταν κάθε φορά συναινετικά ο πλειστηριασμός, πλην της τελευταίας.
Συγκεκριμένα, με την τελευταία από τις παραπάνω επαναληπτικές περιλήψεις, είχε οριστεί, ως ημέρα πλειστηριασμού, η 27η Ιανουαρίου 1999. Παρά δε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, κατά την οποία ο εκκαλών -εφεσίβλητος έπρεπε, να καταβάλει στην επισπεύδουσα μέχρι τις 27/1/99 το ποσό του 1.000.000 δραχμών, το οποίο αυτός είχε καταβάλει, εκείνη αξίωσε την καταβολή επιπλέον ποσού 500.000 δραχμών, από το οποίο ο εκκαλών -εφεσίβλητος κατέβαλε 320.000 δραχμές, ενώ δεν μπόρεσε, να καταβάλεί 180.000 δραχμές.
Έτσι, η επισπεύδουσα προχώρησε στον πλειστηριασμό, κατά τον οποίο μοναδικός πλειοδότης υπήρξε η ΑΤΕ, στην οποία κατακυρώθηκε το ακίνητο του εκκαλούντος - εφεσίβλητου, έναντι πλειστηριάσματος που υπερέβαινε την τιμή της πρώτης προσφοράς κατά 1.000 δραχμές. Κατά του ως άνω πλειστηριασμού ο εκκαλών-εφεσίβλητος άσκησε την από 24/5/99 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ισχυριζόμενος ότι ο διενεργηθείς πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος εκ μέρους της επισπεύδουσας εκκαλούσας-εφεσίβλητης.
Με την 7261/02 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έγινε αμετάκλητη, λόγω μη ασκήσεως κατ' αυτής αναιρέσεως και παρελεύσεως τριετίας από τη δημοσίευση της, ακυρώθηκε ο επίμαχος πλειστηριασμός, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της ανακοπής του. Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση έγινε δεκτό, ότι η άσκηση του δικαιώματος της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, να προβεί στον πλειστηριασμό του μεγάλης αξίας (άνω των 125.000.000 δραχμών) ακινήτου του εκκαλούντος-εφεσίβλητου οφειλέτη της, επειδή δεν μπόρεσε να καταβάλεί το ποσό των 180.000 δραχμών, ενώ η απαίτηση της ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο, συγκεκριμένα δε με πρώτη και δεύτερη προσημείωση, για ποσό 18.500.000 δραχμών και οι ίδιος ο οφειλέτης επεδείκνυε συνέπεια στην εκπλήρωση των μεταξύ τους συμφωνιών για τη σταδιακή εξόφληση του ανεξόφλητου μέρους της απαιτήσεως της, υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Η εν λόγω συμπεριφορά της εκκκαλουσας-εφεσίβλητης υπήρξε παράνομη και υπαίτια, κατά την έννοια των άρθρων 281,914 ΑΚ καθόσον αυτή διαθέτουσα οργανωμένη νομική υπηρεσία και γνωρίζοντας όλες τις πιο πάνω περιστάσεις, δολίως προχώρησε στην πραγματοποίηση του επίμαχου πλειστηριασμού, αλλά και ζημιογόνος, για τον εκκαλούντα-εφεσίβλητο, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα.
Μετά την κατά τα προαναφερθέντα κατακύρωση του ακινήτου του στην ΑΤΕ, ο εκκκαλών-εφεσίβλητος, προκειμένου να μη διακόψει την ασκούμενη εκεί επαγγελματική του δραστηριότητα, αναγκάστηκε να το μισθώσει από την ΑΤΕ και να της καταβάλει τα εξής μισθώματα: 1) για τους 11 μήνες του έτους 1999 ποσό 1.800.000 δραχμών ή 5.282,46 ευρώ, 2) για όλο το έτος 2000 ποσό 3.000.000 δραχμών ή 8,804,10 ευρώ, 3) για όλο το έτος 2001 ποσό 9.149,08 ευρώ, 4) για 11 μήνες του έτους 2002 ποσό 8.686,92 ευρώ και συνολικά για μισθώματα κατέβαλε το ποσό των 31.922,56 ευρώ.
Κατά το ποσό τούτο προκλήθηκε στον εκκαλούντα-εφεσίβλητο ισόποση περιουσιακή ζημία, η οποία τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την προαναφερθείσα καταχρηστική και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας εφεσίβλητης, η οποία συνάπτεται με την πραγματοποίηση του ακυρωθέντος πλειστηριασμού..". Περαιτέρω, δε, έκρινε πως "Επίσης, από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 281 ΑΚ, συμπεριφορά της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, προκλήθηκε στον εκκαλούντα-εφεσίβλητο, κατ' αιτιώδη συνάφεια, ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασε και της όλης ταλαιπωρίας, που υπέστη προς ακύρωση του επίμαχου πλειστηριασμού.
Προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, είναι επιδικαστέα υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 12.000 ευρώ. Το ποσό τούτο κρίνεται εύλογο με βάση το σύνολο των συνθηκών, οι οποίες ήδη αναφέρθηκαν, την έκταση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε, το είδος του προσβληθέντος εννόμου αγαθού, το βαθμό πταίσματος των προστηθέντων από την εκκαλούσα-εφεσίβλητη προσώπων και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών'' Εν όψει των παραπάνω κρίσεων, δεν υπήρξε από το δίκασαν Εφετείο παραβίαση, άμεση ή έμμεση, των πιο πάνω διατάξεων, ούτε υφίσταται, αποκλειστικά, δικαίωμα, από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.ΑΚ, ως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Η αξίωση από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις δεν αποκλείεται, ούτε μετατρέπεται σε αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και μόνο κατά του υπερθεματιστή, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται παραπάνω. Συνακόλουθα, η προβαλλόμενη συναφώς πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ δεν είναι σύννομη και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 353/2004) και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ'αυτές, εφ'οσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ,ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Εδώ, κατά τα προτεκτεθέντα:
α) σύννομα το Εφετείο, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ του αναιρεσίβλητου, εφ' όσον κατά τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, επρόκειτο για αποζημίωση, μετά την εφαρμογή του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, και όχι λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς, δηλονότι, της επίσπευσης πλειστηριασμού, παρά την αντίθετη συμφωνία των μερών.
Άρα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο οποίος καταλογίζει στην αναφεσιβαλλόμενη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επί πλέον, η παραδοχή του Εφετείου, πως για την αναστολή του πλειστηριασμού, η συμφωνία των μερών προέβλεπε καταβολή, κάθε φορά, ποσού ανώτερου του 1.000.000 δραχμών, ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης, γίνεται μνεία για καταβολή ποσού 1,000.000 δραχμών, με παράλειψη της λέξης ανώτερου, δεν αποτελεί πρόδηλα αντιφατική αιτιολογία, εφ'οσον τούτο δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, το αίτημα δε της αγωγής, εδράζεται στην τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού.
Οι πιο πάνω συμφωνίες των διαδίκων δε, αναφέρονται προς στοιχειοθέτηση της συμπεριφοράς (αδίκου) της αναιρεσείουσας η οποία με σαφήνεια περιγράφεται και οριοθετείται, σε συνέπεια με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ούτε δε η επάλληλη αιτιολογία της εφετειακής απόφασης, σύμφωνα με την οποία ο πλειστηριασμός εχώρησε, καίτοι η απαίτηση της επισπεύδουσας-αναιρεσείουσας Τράπεζας ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια, αποτελεί παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 932, 914, 281 ΑΚ και 969 παρ.3 και 1019 παρ,2 ΚΠολΔ (πλημμέλεια από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ).
Κι αυτό γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τούτο αναφέρεται, ως παραδοχή της με αριθμό 72/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία ακύρωσε τελεσίδικα (αμετάκλητα ήδη), τον παραπάνω πλειστηριασμό (4ο και 5ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης). Άρα, οι προβαλλόμενες στο δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), πλημμέλειες, δεν είναι βάσιμες, και ο λόγος αυτός, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Μετά ταύτα, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, η τελευταία, η τελευταία πρέπει να απορριθφεί ως αβάσιμη και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/4/2009 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία:¨ "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" για αναίρεση της με αριθμό 6779/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη την οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ