Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding procedural admissibility of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court distorted a 1975 letter by treating it as a full set-off proposal, but the court found this claim baseless. The court ruled that the second instance court correctly evaluated the letter alongside other evidence without relying exclusively on it, thus rejecting the distortion allegation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The allegation of document distortion is inadmissible if the court of second instance considered the document among other evidence without relying exclusively on it to form its finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1470 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1470/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας που εδρεύει στην ..., με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Κοκκίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αδελφοί ... ΟΕ", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. ..., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 15 Δεκεμβρίου 1983 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και β) από 30 Νοεμβρίου 1993 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7244/1984, 3289/1986, 2979/1994 και 1836/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 5002/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Κατά το άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την ανταγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του αντεναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο αντενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την ανταγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο αντεναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.
Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η ανταγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του αντεναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (Α.Π. 979/2003).
Στην περίπτωση που κρίνεται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την 1836/2007 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την δια των από 16.3.1984 προτάσεων της αναιρεσείουσας ανταγωγή, για το ποσό των 7.500.000 δρχ, κατ' αποδοχή της ενστάσεως των αντεναγομένων - αναιρεσιβλήτων περί υπάρξεως συμφωνίας για περιορισμό της αρχικής τους οφειλής εκ δρχ 20.000.000.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίπτοντας κατ` ουσίαν την εναντίον αυτής έφεση της αναιρεσείουσας-αντενάγουσας, με τους λόγους της οποίας αυτή παραπονείται για την, κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων, αποδοχή εν μέρει της αγωγής της.
Με την άσκηση της έφεσης αυτής και μέσα στα καθοριζόμενα από τους λόγους της όρια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, ως ενιαίο και αδιαίρετο κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο η ανταγωγή, όσο και η κατ` αυτής ως άνω ένσταση των αναιρεσιβλήτων - αντεναγομένων και δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά αυτής με τις προτάσεις τους, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.
τρόπο (σύντομη περίληψη αυτής και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων που την περιέχουν, με προσκομιδή και των τελευταίων). Έτσι, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του την ένσταση αυτή, που νομότυπα μεταβιβάστηκε σε αυτό με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και αποτέλεσε μέρος του αντικειμένου της ενώπιόν του δίκης, για το οποίο, όπως είχε υποχρέωση, αποφάνθηκε, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο, πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται σε αυτό η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ). Από τη διάταξη του άρθρου 529 §1 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία δύνανται να προσαχθούν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και νέα έγγραφα, προς άμεση απόδειξη ή συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων, αρκεί να μην υπάρχει το από την παράγραφο 2 απαράδεκτο, σαφώς συνάγεται ότι είναι αδιάφορο αν τα ίδια έγγραφα είχαν προσαχθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά την πάροδό της από το νόμο (άρθ. 237 και 341 ΚΠολΔ) οριζόμενης προθεσμίας. Το εφετείο δε αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερομένους στο άρθρο 529 παρ.2 λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ..Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς
α) την από 4.7.1975 επιστολή του αναιρεσιβλήτου ...,
β) το από 12.4.1976 σημείωμα του Συμβουλίου εργασιών της αναιρεσείουσας,
γ) τις από 28.1.1983 και 16.5.1983 επιστολές της αναιρεσείουσας, και δ) τον .... λογαριασμό καθυστέρησης, που είχαν προσαχθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στην μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4.7.1975 επιστολής του αναιρεσιβλήτου ..., δεχόμενο ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί πρόταση συμψηφισμού του συνόλου των οφειλών των αναιρεσιβλήτων προς την αναιρεσείουσα, με περαιτέρω αποτέλεσμα να δεχθεί ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη των ανταγωγή της τελευταίας.
Στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η ως άνω επιστολή που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., για την αναίρεση της 5002/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ