Legislator Case Law & Legislation
1470/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds regarding factual assessment of property possession duration.

Case Number 1470/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Athens' judgment regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred in assessing the duration of their possession and the validity of evidence, but the Court held that factual evaluation is not subject to appellate review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it challenged the court's assessment of evidence rather than a violation of law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 nos. 8, 10, 11, 12 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court's review of a lower court's decision is limited to legal errors; challenges based on the factual assessment of evidence or the duration of possession are inadmissible.

Keywords

AI generated
appellate review factual assessment possession duration admissibility of appeal property ownership evidence evaluation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 nos. 8, 10, 11, 12 of the Code of Civil Procedure
Art. 1033 of the Civil Code
Art. 1045 of the Civil Code
Art. 974 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1470 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1470/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: Χ1 και Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νεράντζη.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1 και Ψ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: α) την από 21-11-1995 αγωγή β) την από 10-10-1996 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσιβλήτων και γ) με την από 2-5-1996 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.925/1998 προδικαστική, 2415/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3206/2004 προδικαστική, 7496/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 3206/2004 και 7496/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-2-2007 αίτησή τους και με τους από 28-3-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 7496/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 3206/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α'του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Δέσποινας Μηλιώτη- Δενδρινού, που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη ενάγουσα, Ψ2 μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα Ψ1, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, παρακρατώντας την επικαρπία τούτου, ήτοι ενός οικοπέδου, εκτάσεως 200 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Ηρακλείου Αττικής, εντός του σχεδίου πόλης, στο Ο.Τ. ...

και επί της οδού ... και το οποίο εικονίζεται, αφενός στο από του μηνός Ιουλίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α, που προσαρτήθηκε στο πιο πάνω συμβόλαιο, με περιμετρικά στοιχεία Α'- Β'- Γ- Δ - Α' και αφετέρου στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β με τα στοιχεία ΙΚΜΗΙ.

Στην πρώτη ενάγουσα περιήλθε το ακίνητο αυτό με αγορά από το σωματείο με την επωνυμία "Γενική Αρμενική Ένωσις Αγαθοεργίας", δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Λυκούργου Γκογκόρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ..... πράξη εξοφλήσεως του ίδιου συμβολαιογράφου, που επίσης έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Το παραπάνω ..... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που έχει εξωτερικώς όλα τα στοιχεία του έγκυρου τίτλου, αποτελεί κατά νόμο (άρθρο 1041 ΑΚ) τίτλο για κτήση κυριότητας από την πρώτη ενάγουσα, Ψ2, με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι για τη συγκρότηση του νόμιμου τίτλου αρκούν τα περιστατικά που συνιστούν μεταβίβαση της κυριότητας, χωρίς να απαιτείται και ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, η οποία χρειάζεται μόνο για την παράγωγη κτήση αυτής.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η ανωτέρω ενάγουσα (Ψ2), αφότου περιήλθε σ' αυτήν με την αγορά το επίδικο ακίνητο, δηλαδή από τις 7-7-1966 που μεταγράφηκε το πιο πάνω ... συμβόλαιο και μέχρι τις 2-8-1991, που μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα στη δεύτερη ενάγουσα (Ψ1), νεμόταν αυτό συνεχώς με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητά του, και με νόμιμο τίτλο το παραπάνω συμβόλαιο αγοράς.

Η άσκηση από αυτήν της νομής επί του επιδίκου γινόταν με τις κατωτέρω υλικές και εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ήταν δηλωτικές της βούλησής της να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό της. Συγκεκριμένα αυτή οριοθέτησε το επίδικο ακίνητο και το περιέφραξε, μετά την αγορά του, επιτηρώντας τα όριά του.

Η περίφραξη του επιδίκου, αλλά και των ομόρων προς αυτό ακινήτων, φαίνεται στην αεροφωτογραφία του ΥΠΕΧΩΔΕ, με στοιχεία ....., έτους λήψης 1970, και στην υπό στοιχεία ..... πινακίδα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.), που συντάχθηκε κατά τα έτη 1968-1969, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες από 30-9-1992 έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε ο τεχνολόγος Δασοπονίας ... .

Με το από 29-29-1983 Π.Δ/μα προβλέφθηκε η δημιουργία στη θέση του επιδίκου χώρου πρασίνου (άλσους) και ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας Γ, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτής, προέβη σε ενέργειες για τον αποχαρακτηρισμό τούτου, υποβάλλοντας προς το Δήμο Ηρακλείου την από 9-7-1986 σχετική αίτηση. Μετά τις ενέργειες αυτές αποχαρακτηρίσθηκε το εν λόγω ακίνητο και ήδη αποτελεί οικόπεδο του με αριθμό 443 Α οικοδομικού τετραγώνου, η δε πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στον ίδιο Δήμο τις δαπάνες αποχέτευσης που αναλογούσαν σ' αυτό.

Τον Απρίλιο του έτους 1991 ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας Γ, καθώς και οι ιδιοκτήτες των ομόρων προς το επίδικο ακινήτων, διαπίστωσαν μετατόπιση των οροσήμων του και φθορά των πασσάλων της περίφραξης και, απευθυνθέντες στο Α.Τ. Ηρακλείου Αττικής, κατήγγειλαν το γεγονός αυτό. Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι οι ενέργειες αυτές προέρχονταν από τις εναγόμενες, οι οποίες κατά το ίδιο έτος 1991, επίσης περιέφραξαν και κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο, στη συνέχεια δε αυτές αναγνωρίσθηκαν νομείς αυτού με σχετικές δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν τόσο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όσο και κατά την τακτική διαδικασία.

Αφορμή της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας αποτέλεσε η είσοδος της δεύτερης ενάγουσας στο επίδικο και η εκσκαφή αυτού κατά το έτος 1992, με σκοπό την ανοικοδόμησή του, μετά την έκδοση στο όνομά της νόμιμης άδειας ανέγερσης οικοδομής. Ο ισχυρισμός των εναγομένων - αντεναγουσών ότι η από μέρους τους ενιαία περίφραξη του επιδίκου και των συνεχομένων προς αυτό ακινήτων, σχήματος παραλληλογράμμου, έγινε σε αντικατάσταση παλαιότερης περίφραξης, την οποία είχαν τοποθετήσει οι δικαιοπάροχοί τους ...

και ... ήδη από το έτος 1973, δεν αποδεικνύεται. Η κατάθεση του μάρτυρά τους Δ, τέως Δημάρχου του Δήμου Ηρακλείου, που περιέχεται στην 341/1999 εισηγητική έκθεση, στην οποία αυτός επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων, δεν κρίνεται πειστική, διότι έρχεται σε αντίθεση με τις περιεχόμενες στην ίδια εισηγητική έκθεση καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών, από τους οποίους ο πρώτος Ε, που επίσης διετέλεσε Δήμαρχος του πιο πάνω Δήμου, βεβαίωσε ότι ο αποχαρακτηρισμός του επιδίκου από χώρο πρασίνου έγινε με πρωτοβουλία των εναγουσών και των ομόρων ιδιοκτητών και ότι ο ίδιος με αφορμή τον αποχαρακτηρισμό του διενήργησε αυτοψία σ' αυτό και διαπίστωσε ότι ήταν περιφραγμένο με σκουριασμένους πασσάλους και συρματόπλεγμα που διατηρούνταν μέχρι το έτος 1989, ο δε δεύτερος ΣΤ, κάτοικος της περιοχής από το 1965, βεβαίωσε ότι επί της οδού ...

υπήρχαν τέσσερις χωριστές περιφράξεις για το επίδικο και τα όμορα προς εκείνο οικόπεδα, καθώς και καγκελόπορτες, για το καθένα χωριστά, οι οποίες αφαιρέθηκαν κατά το έτος 1991-1992 και περιφράχθηκε, με ενιαία περίφραξη, ολόκληρη η ευρύτερη έκταση σε σχήμα παραλληλογράμμου. Εξάλλου το επιχείρημα των εναγομένων ότι η περίφραξη αυτή είχε γίνει από τις δικαιοπαρόχους τους με σκοπό τη συνένωση των δύο τριγωνικών οικοπέδων τους σε ένα παράλληλόγραμμο, ώστε να προσφέρεται για ανοικοδόμηση και να πωληθεί στον ίδιο αγοραστή, δεν ευσταθεί, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι άνω δικαιοπάροχοι των εναγομένων επέδειξαν οποτεδήποτε ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των τριγωνικών οικοπέδων, είτε με τη μέριμνά τους για την επέκταση του σχεδίου πόλεως στη θέση όπου βρίσκονται, όπως είχαν πράξει παλαιότερα για τις ανατολικά της οδού ...

κείμενες ιδιοκτησίες τους, γεγονός που αναφέρεται στην 226/1969 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είτε με οχλήσεις προς το Δήμο Ηρακλείου Αττικής, ανάλογες προς εκείνες της ενάγουσας, για τον αποχαρακτηρισμό του χώρου που καταλαμβάνουν, όταν αυτός καθορίσθηκε ως χώρος πρασίνου, είτε, τέλος, με την εκποίησή τους, ως ενιαίου ακινήτου, στον ίδιο αγοραστή και όχι ως αυτοτελών οικοπέδων σε διαφορετικούς αγοραστές.

Περαιτέρω, για την άσκηση της νομής στο επίδικο από την πρώτη ενάγουσα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αλλά και τις αποκρούσεις από αυτήν επιβουλών και διαταράξεων της νομής της, σαφείς είναι οι καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου μαρτύρων των εναγουσών ΣΤ και Ζ, οι οποίοι στηρίζουν τα όσα κατέθεσαν σε άμεση αντίληψή τους.

Οι καταθέσεις δε των μαρτύρων αυτών, οι οποίες, λαμβανόμενες υπόψη σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι, είναι ικανές να στηρίξουν ασφαλή δικανική πεποίθηση για την κατάφαση των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων- αντεναγουσών Η και Α.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της στις 7-7-1976, με την παρέλευση δεκαετίας από τη μεταγραφή του διαληφθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί το νόμιμο τίτλο της, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στις 7-7-1986, με την παρέλευση εικοσαετίας από τότε που αυτή άρχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο.

Ήταν, λοιπόν, αυτή κυρία, όταν το έτος 1991, κατά τα προεκτιθέμενα, το μεταβίβασε με γονική παροχή στη δεύτερη ενάγουσα. Άρα, η δεύτερη ενάγουσα κατέστη με τον παράγωγο αυτό τρόπο ψιλή κυρία του επιδίκου ακινήτου, ενώ η πρώτη ενάγουσα είναι επικαρπώτρια αυτού, το δικαίωμά της δε αυτό προστατεύεται όπως και η κυριότητα.

Περαιτέρω, δεν έγινε επίκληση από τις εναγόμενες-αντενάγουσες δεδικασμένου αναφορικά με την κυριότητα του επιδίκου, η δε τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή νομής ακινήτου, δεν αποτελεί δεδικασμένο σε δίκη για την προστασία της κυριότητας, ακόμη και αν η τελευταία βασίζεται στη χρησικτησία, γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς.

Εξάλλου στην απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι δυνατόν να υπάγεται και ο τρόπος κτήσης του ασκούμενου δικαιώματος. Ωστόσο, στην κρινόμενη υπόθεση, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, το δικαίωμα κυριότητάς της η πρώτη ενάγουσα το απέκτησε με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, στην πρώτη δε περίπτωση η νομή της ασκήθηκε με νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. .....

συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Λυκούργου Γκογκόρη και όχι το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Ζαρρή, με το οποίο φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, λόγω δωρεάς, στο δικαιοπάροχο αυτής σωματείο με την επωνυμία "Γενική Αρμενική Ένωσις Αγαθοεργίας", και συνεπώς η ακυρότητα ή μη της γενόμενης με το τελευταίο συμβόλαιο μεταβίβασης δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή ως προς τον τρόπο κτήσης των ασκούμενων με την ένδικη αγωγή δικαιωμάτων των εναγουσών και ουδεμία συμπεριφορά αυτών τείνουσα στην πραγμάτωση των δικαιωμάτων τους έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε α) ότι η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγουσών περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, της στηριζόμενες στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την πρώτη ενάγουσα, (δικαιοπάροχο της δεύτερης ενάγουσας), με τους πρωτότυπους τρόπους της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, και από τη δεύτερη ενάγουσα στην με τον παράγωγο τρόπο της σύμβασης γονικής παροχής, ενώ είναι αβάσιμη κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την πρώτη ενάγουσα με παράγωγο τρόπο, δηλαδή τη διαληφθείσα σύμβαση αγοράς, διότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του πωλητή δικαιοπαρόχου της και β) ότι η ανταγωγή περί αναγνωρίσεως κυριότητας, που άσκησαν με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά τη βάση της επικαλούμενης από παράγωγο τρόπο κτήσης από αυτές της κυριότητας του επιδίκου, όσο και κατά τη βάση τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, με χρησικτησία.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απορρίψει την ανταγωγή των αναιρεσειουσών. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045 και 974, 976 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Ψ2, στην τακτική και την έκτακτη χρησικτησία, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1048 και 1050 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, αφού οι αναιρεσείουσες - εναγόμενες δεν πρότειναν με λόγο της έφεσής τους ισχυρισμό περί διακοπής της χρησικτησίας της ίδιας αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο το ..... συμβόλαιο αγοράς επί μία τουλάχιστον συνεχή δεκαετία από τις 7-7-1966, που μεταγράφηκε το συμβόλαιο αυτό, αλλά και επί μία συνεχή εικοσαετία μέχρι το έτος 1991 που το κατέλαβαν οι αναιρεσείουσες, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες συγκεκριμένες εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, οι οποίες συνιστούν αναμφίβολα πράξεις νομής, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής όλες οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στο επίδικο από τις αναιρεσείουσες - αντενάγουσες και τους δικαιοπαρόχους τους και κατά συνέπεια την απόκτηση από αυτές της κυριότητας του επιδίκου με τις επικαλούμενες στην ανταγωγή συμβάσεις αγοράς ή με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη).

Εξάλλου, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η δεύτερη αναιρεσίβλητη ενάγουσα χρησιδέσποσε το επίδικο ακίνητο με νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο αγοράς, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή στην απόκτηση από αυτήν της κυριότητας του επιδίκου η τυχόν ακυρότητα του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της, και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ αναφορικά με την κτήση από αυτήν του δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, τόσο της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας του επιδίκου από τις αναιρεσείουσες με παράγωγο τρόπο, ή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως οι πρώτος και τρίτος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρώτος, μέρος πρώτο και τέταρτο, και δεύτερος, μέρος πρώτο και τέταρτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του ΑΚ που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, μέρος δεύτερο, και δεύτερο, μέρος δεύτερο, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Π.ολ.Δ., ισχυριζόμενες, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της ανταγωγής τους ισχυρισμούς, που πρότειναν με λόγο της έφεσής τους, α) ότι κατά το χρόνο κατάρτισης και μεταγραφής του υπ' αριθμ. .....

συμβολαίου αγοράς, που αποτελεί τον τίτλο χρησικτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αληθινοί νομείς του επιδίκου ακινήτου τύγχαναν οι δικαιοπάροχοι αυτών ... και ..., οι οποίες ουδέποτε απώλεσαν τη νομή επ' αυτού και συνεπώς ουδέποτε απέκτησε τη νομή τούτου η πιο πάνω αναιρεσίβλητη και β) ότι σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη με την αγωγή χρησικτησία της ανωτέρω αναιρεσίβλητης διακόπηκε από το έτος 1973 μέχρι το έτος 1991, με τη γενόμενη κατά το έτος 1973 περίφραξη του επιδίκου ακινήτου από τις άνω δικαιοπαρόχους τους και την άσκηση έκτοτε υπό τούτων νομής σ' αυτό.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη Ψ2 από την 7-7-1966, ημερομηνία μεταγραφής του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοράς της, παρέλαβε στη νομή της το επίδικο ακίνητο και το νεμήθηκε έκτοτε συνεχώς μέχρι το έτος 1991, που το περιέφραξαν οι αναιρεσείουσες, έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και τους απέρριψε εκ του πράγματος.

Επομένως, οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ. το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτήν ιδιότητα, μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.

Δεν αφορά, συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση που δέχθηκε αγωγή περί αποβολής από τη νομή, αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποβολής, όχι δε και το δικαίωμα κυριότητας του τελευταίου επί του ακινήτου ή την άγουσα σε τέτοια κτήση νομή χρησικτησίας, η τυχόν δε εξέταση από το δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών, προς υποβοήθηση της κρίσης του περί της εριζόμενης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της αποβολής, δεν προσδίδει στις σχετικές με αυτά αιτιολογίες της απόφασης ισχύ δεδικασμένου, καθόσον αυτές αναφέρονται σε δικαιώματα και έννομες σχέσεις που δεν συνιστούν αναγακαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος της καθ' ορισμένο χρόνο νομής του ακινήτου από τον ενάγοντα.

Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο, για την παρούσα επί της άνω διεκδικητικής της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων δίκη, από την υπ'αριθμ. 4532/1997 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε προηγούμενη μεταξύ των αναιρεσειουσών και των αναιρεσιβλήτων δίκη κατόπιν των από 10-6-1992 αγωγών των αναιρεσειουσών περί αποβολής από τη νομή του επιδίκου, ως προς τα με την απόφαση αυτή γενόμενα δεκτά, ότι τα δύο τριγωνικά τμήματα από τα οποία απαρτιζόταν τότε το επίδικο ακίνητο τα είχαν στη νομή τους οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών ...

και ..., οι οποίες ενεργούσαν σ' αυτά πράξεις νομής και το έτος 1973 τα περιέφραξαν με κοινές τους δαπάνες, ότι κατά τα έτη 1983-1984 έγινε από αυτές μερική αποκατάσταση της περίφραξης, που είχε φθαρεί, με δικτυωτό συρματόπλεγμα και ότι, αφότου τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στις αναιρεσείουσες -τότε ενάγουσες- οι τελευταίες συνέχισαν να τα νέμονται για δικό τους λογαριασμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια το άρθρου 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ, οι δε περί του αντιθέτου τέταρτος του κυρίου δικογράφου της αίτησης και πρώτος, μέρος τρίτο, και δεύτερος, μέρος τρίτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο του κυρίου δικογράφου της αίτησης λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 8, 10, 11 και 12 του ΚΠολΔ, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτές επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων και μαρτυρικών καταθέσεων, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, δέχθηκε την άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο από της αναιρεσίβλητες-ενάγουσες από το έτος 1966 μέχρι το έτος 1986, χωρίς να λάβει υπόψη του τις δίκες για τη νομή του επιδίκου που προηγήθηκαν και τις επ' αυτών εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις που επιδικάζουν σ'αυτές και τις δικαιοπαρόχους τους τη νομή τούτου".

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2007 αίτηση και τους από 28-3-2008 πρόσθετους λόγους των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ.7496/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλομένης 3206/2004 απόφασης του ιδίου Εφετείου.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Iουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ