Legislator Case Law & Legislation
1470/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite document contents and improper examination of witnesses.

Case Number 1470/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court distorted specific expert reports and improperly examined witnesses, but the court found the appeal grounds vague and unsupported by the record. Consequently, the appeal was dismissed as inadmissible for failing to cite document contents verbatim and as unfounded for mischaracterizing the evidence evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 339 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to cite the content of documents verbatim, and an examination of parties without oath is not a valid means of proof under Article 339.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to cite content improper witness examination distorted evidence code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 294(1) of the Code of Civil Procedure
Article 295(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Articles 415-417 and 530 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1470 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1470/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αθανασιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου για τον 5ο αναιρεσίβλητο (Χ1).

Των αναιρεσιβλήτων: 1)...... , 2)......., 3).....,4)......,5) Χ1 και 6)....... Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη. Οι 3ος,4ος,5ος και 6ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1988 αγωγή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσιβλήτων και της Ζ1 και με την από 2-4-1999 κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και του 6ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2346/2000 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας,28731/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου και 2800/2002 μη οριστική, 2524/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 6-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2-2-2004 αιτήσεως αναιρέσεως της 2524/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από τις 2043β/6-4-2005, 2050β/7-4-2005 και 2080β/12-4-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ιωάννη ...., αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους τρίτο, τέταρτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων (.....), .... και .....), οι οποίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.

Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Όσο αφορά τον πέμπτο αναιρεσίβλητο Χ1 ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε, ευθύς με την εκφώνηση της υποθέσεως, ότι παραιτείται του δικογράφου της αναιρέσεως ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, με συνέπεια, την κατάργηση της αντίστοιχης δίκης (άρθρ. 294 εδαφ.1 295 παρ.1 εδ.α, 299 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να στραφεί κατά του έκτου αναιρεσιβλήτου, ...... , με τον οποίο, ως απλό ομόδικό του, είχε ασκήσει την από 2-4-1999 κυρία παρέμβαση, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει κάποια διάταξη ωφέλιμη για τον έκτο αναιρεσίβλητο και βλαπτική για τον αναιρεσείοντα (άρθρα 75, 76 και 558 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένως δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση αρμοδιότητας του μονομελούς.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο εφέσεως, που στρεφόμενη κατ' αποφάσεως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της περιφέρειας εκείνου, υπάγεται, κατά τα άρθρα 18 αρ. 2 και 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην και απορρίπτει αντίστοιχο λόγο εφέσεως, ή δεν απαντά καθόλου σε σχετικό ισχυρισμό των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1991, 30/1995).

Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της στρεφόμενης κατ' αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης αναιρέσεως, από τους, κατά το αναιρετήριο, αριθ. 4,5 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση του, ότι εσφαλμένως ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητα τα διαδοχικώς δικάσαντα την προκειμένη υπόθεση στον πρώτο βαθμό Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν την παρέπεμψαν προς εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης που ήταν το καθ' ύλην αρμόδιο, δεν συνιστά κατά νόμο τον από την ως άνω διάταξη (αρθρ. 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ) λόγο αναιρέσεως, ούτε λόγο αναιρέσεως από διάταξη άλλου αριθμού αυτού του άρθρου (Ολ.ΑΠ 30/1995) και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεώς υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο, η οποία έγινε πριν τελεσιδικήσει η 2346/2000 παραπεμπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων, του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν προέβαλε εκεί τον παραπάνω ισχυρισμό, χωρίς μάλιστα να συντρέχει νόμιμη περίπτωση απαλλαγής από την υποχρέωση της προβολής αυτού του λόγου σε εκείνο το δικαστήριο.

ΙV.- Από το άρθρο 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία ή, κατ' άλλη, έκφραση, στην κατοχή του, με διάνοια κυρίου, για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο αποκτά την κυριότητα του πράγματος, αυτός δε ο τρόπος κτήσεως κυριότητας αποκαλείται έκτακτη χρησικτησία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 28.731/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το δικαστήριο εκείνο επελήφθη αφ' ενός μεν της με αριθ. κατάθεσης 2209/1988 αγωγής των Ζ1, ήδη μη διαδίκου, ....., ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, και ......., ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά των ...., ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, ....., ήδη Τέταρτου αναιρεσιβλήτου, και Χ1, ήδη πέμπτου αναιρεσιβλήτου, για την αναγνώριση της κυριότητας εκείνων καθεμιάς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί αγρού εκτάσεως 896,75 τιμ., αφετέρου δε της με αριθ.τοποθέσεως 30, 962/1999 κύριας παρεμβάσεως του Χ1, ήδη αναιρεσείοντος, και του ....., περί του οποίου έγινε ήδη λόγος, για την αναγνώριση της κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος επί τμήματος του προαναφερόμενου αγρού εκτάσεως 332 τ.μ., προβαλλόμενου ως ήδη οικοπέδου, το ίδιο δε δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατ' ουσία και δέχθηκε και κύρια παρέμβαση κατά τη βάση της από έκτακτη χρησικτησία, η οποία βάση συνίστατο στο ότι ο κύριος παρεμβαίνων νεμήθηκε το ως άνω τμήμα του αγρού από το έτος 1978 μέχρι την άσκηση της κύριας παρέμβαση και το έτος 1999, ήτοι για μια εικοσαετία και πλέον.

Όπως προκύπτει δε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο επελήφθη της μοναδικής εφέσεως κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ήτοι της εφέσεως των, δύο εναγουσών, την οποία και έκανε δεκτή, κρατώντας δε την υπόθεση για επιδίκαση, απέρριψε κατ' ουσία την κύρια παρέμβαση, ενώ, σημειωτέον, δέχθηκε την αγωγή κατά το μέρος της που αναφέρονταν στις εκκαλούσες, αποφάσισε δε έτσι αφού προηγουμένως δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την απόρριψη της κύριας παρεμβάσεως γεγονότα:

Το επίδικο αποτελείται από ένα αγρό εκτάσεως 896,75 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση «......» του Δήμου ...... Θεσσαλονίκης. Φέρεται εγγεγραμμένος στο καθολικό βιβλίο κτημάτων (ΕΣΑΣ) της Τουρκικής Οικονομικής Υποδιοικήσεως Θεσσαλονίκης, που τηρείται στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, του έτους 1907, με γενικό αύξοντα αριθμό 436 και αριθμό μετώπου 117, ως άμπελος, που ανήκε στην ιδιοκτησία .....… Ο επίδικος αγρός περιήλθε κατ' έτος 1930 στη νομή, ήτοι στην κατοχή με διάνοι κυρίου, της μητέρας των εναγουσών-εκκαλουσών Φ1 με την άτυπη συναίνεση του πεθερού της ......

Έκτοτε εκείνη ασκούσε σ' αυτό εμφανείς και σύμφωνες με τον προορισμό του πράξεις νομής, ήτοι κατοχής με διάνοια κυρίας, και με καλή πίστη μέχρι την προτεραία της εισαγωγής του ΑΚ, έκτοτε δε (23-2-1946) ανεξάρτητα από καλή πίστη μέχρι το έτος 1954, καλλιεργώντας αυτό αυτοπροσώπως με μπάμιες και άλλες συναφείς καλλιέργειες.

Έκτοτε συνέχισε να ασκεί νομή στο επίδικο με αντιπρόσωπο και ειδικότερα με τον μάρτυρά της ....., στον οποίο το εκμίσθωσε και ο οποίος το καλλιεργούσε με τις ίδιες καλλιέργειες (μπάμιες, αρακά, δημητριακά) μέχρι το έτος 1982. Κατά το έτος αυτό ο μισθωτής το εγκατέλειψε, λόγω των επιχωματώσεων που ακολούθησαν τη διάνοιξη τάφρου και που κατέστησαν αδύνατη της καλλιέργειά του.

Περί το έτος 1983 οι εναγόμενοι τρεις πρώτοι των εφεσιβλήτων, αυθαιρέτως και εναντίον της θελήσεως της μητέρας των εναγουσών-εκκαλουσών, κατέλαβαν από κοινού, μεταξύ άλλων ομόρων ιδιοκτησιών και διάφορα τμήματα του επιδίκου και προχώρησαν στην κατασκευή «τεσσάρων ισογείων παραπηγμάτων από ξύλο και αμιαντολαμαρίνες». (βλ.

την από 12-6-1986 έκθεση αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης). Στην ενέργειά τους αυτή αντέδρασε η μητέρα των εναγουσών-εκκαλουσών και με την από 4-6-1986 αίτησή της προς τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, προκάλεσε την άμεση παρέμβαση της πιο πάνω υπηρεσίας, η οποία δια των υπαλλήλων της ....

και .....ενήργησε αυτοψία στις 12-6-1986 και στη σχετική έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων αυτών καταγράφηκαν οι πιο πάνω αυθαίρετες κατασκευές. Κατά της εκθέσεως αυτής οι εναγόμενοι τρεις πρώτοι των εφεσιβλήτων άσκησαν την από 12-6-1986 ένστασή τους, ζητώντας την ακύρωση της σχετικής εκθέσεως αυτοψίας, η οποία ένσταση όμως απορρίφθηκε, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της Υπηρεσίας αυτής.

Στη συνέχεια, η μητέρα των εναγουσών-εκκαλουσών, προέβη στη σύσταση γονικής παροχής προς τις ενάγουσες-εκκαλούσες και της Ζ1 και μεταβίβασε προς αυτές το επίδικο, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, με το νόμιμα μεταγραμμένο 3535/25-11-1987 συμβολαιογραφικό συμβόλαιο. Από δε την σαφή, κατηγορηματική και χωρίς αντιφάσεις κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα ......αποδεικνύεται ότι η κατάληψη του επιδίκου, κατ' έτος 1983, και η κατασκευή των παραπηγματικών κατασκευών έγιναν από τους εναγομένους-εφεσιβλήτους, οι οποίοι μάλιστα με την πιο πάνω ένστασή τους, η οποία ασκήθηκε το έτος 1986, όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την κατοχή του επιδίκου, αλλά επιχείρησαν να νομιμοποιήσουν τις παράνομες και αυθαίρετες κατασκευές τους στο επίδικο και να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας σ' αυτό με έκτακτη χρησικτησία, γεγονός που δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν.

Ο δε ισχυρισμός των κυρίως παρεμβάντων – εφεσβιτλήτων ότι άσκησαν νομή στα αναφερόμενα στην παρέμβαση τμήματα του επίδικου αγρού (των 332 και 153,60 τ.μ. αντίστοιχα) από το 1978 έως την άσκηση της παρέμβασης δεν αποδεικνύεται αληθής. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αυτοί υπήρξαν νομείς τμημάτων του επιδίκου και μάλιστα από του έτους 1978, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι.

Αν συνέβαινε αυτό, θα διαπιστωνόταν κατά την αυτοψία των προαναφερομένων υπαλλήλων της Πολεοδομίας, και θα καταγραφόταν στη σχετική έκθεση αυτοψίας. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που γίνονται πιο πάνω δεκτά, η μητέρα των εκκαλουσών, με την αδιάλειπτη άσκηση διακατοχικών πράξεων, τις οποίες ενεργούσε με διάνοια κυρίας, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή της, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία αναδρομικά από του έτους 1983 (23-2-1946 έως 1983), κατέστη κυρία του επιδίκου.

Εφόσον δε, μετά τη συμπλήρωση του αναγκαίου χρόνου χρησικτησίας από τη δικαιοπάροχο των εκκαλουσών στο επίδικο, οι κυρίως παρεμβαίνοντες (δ' και ε' των εφεσιβλήτων), δεν άσκησαν νομή στα εδαφικά τμήματα που προσδιόρισαν με την κυρία παρέμβασή τους και αναφέρονται πιο πάνω, και μάλιστα για τόσο χρονικό διάστημα όσο είναι αναγκαίο για την θεμελίωση δικής τους κυριότητας, με χρησικτησία έκτακτη (20ετία), όπως ισχυρίσθηκαν, δεν καταλύθηκε η κυριότητα εκείνης και συνεκδοχικά των εναγουσών-εκκαλουσών, οι οποίες με τη μεταγραφή του συγκεκριμένου νομίμου τίτλου (συμβολαίου), κατέστησαν παραγώγως συγκυρίες του επιδίκου, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προεκτιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού για το μοναδικό ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της νομής του κυρίως παρεμβαίνοντος-αναιρεσείοντος στο εκ 332 τ.μ.

τμήμα του προαναφερόμενου αγρού από το έτος 1978 μέχρι την άσκηση της παρέμβασης κατά το έτος 1999 παρέθεσε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, και γι' αυτό οι περί των αντιθέτων και από τους αριθ.1 και 19 τέταρτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι στον τέταρτο λόγο αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 180, 238, 239, 976, 979, 980, 981, 992, 1033, 1036, 1041, 1046, 1048, 1049 και 1050 ΑΚ, καθ' όσο μεν μέρος στηρίζονται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο επίδικος αγρός εγκαταλείφθηκε από την πλευρά των εναγόντων, με την εκδήλωση της βουλήσεως τους να μην εξουσιάζουν για τον εν λόγο αγρό, από το έτος 1982 και μετέπειτα λόγω των σ' αυτόν επιχωματώσεων που ακολούθησαν τη διάνοιξη τάφρου και που κατέστησαν αδύνατη την καλλιέργειά του, είναι, ενόψει του ότι τέτοια παραδοχή του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη δεν υπάρχει, απορριπτέες ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, κατά το υπόλοιπο δε μέρος είναι απορριπτέες ως αόριστες, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτές τα ακόλουθα στοιχεία, ήτοι αφενός το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, καίτοι τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για το ορισμένο των υπό συζήτηση αιτιάσεως (άρθρ. 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 32/1996).

Οι δε στον τρίτο λόγο αιτιάσεις ότι είναι ανεπαρκής οι αιτιολογίες του Εφετείου που αφορούν αφενός μεν τη σχέση του πεθερού της Φ1 με τον επί Τουρκοκρατίας ιδιοκτήτη του επιδίκου ..... και τον τρόπο που ο τελευταίος απέκτησε την αντίστοιχη ιδιοκτησία, αφετέρου δε τη μισθωτική σχέση της Φ1 με τον ..... ως προς το κατά πόσο το μίσθωμα θα ήταν χρηματικό ή σε καρπούς του επίδικου αγρού ή μικτό, είναι, ενόψει του ότι τα ζητήματα, στα οποία αυτές αναφέρονται, δεν είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, απορριπτέες ως απαράδεκτες.

V.- Kατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για οτν αναιρεσείοντα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα και δη λάθος στην απόδοση ή, κατ' άλλη έκφραση, στην «ανάγνωση» του κειμένου του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου πρέπει να γίνεται στο αναιρετήριο παράθεση κατά λέξη του περιεχομένου του εγγράφου και του περιεχομένου, το οποίο αποδόθηκε στο έγγραφο εκ μέρους του δικαστηρίου.

Στην κρινομένη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρ. 559 αιρθ.20 ΚΠολΔ) διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο το μεν και κυρίως «της από 12-6-1986 εκθέσεως αυτοψίας της Δ/νσεως Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης», το δε των λοιπών αναφερομένων στον λόγο αυτό εγγράφων («από 10-9-1987 κοινής ενστάσεως», «450/1988 αποφάσεως του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος Ν.

Θεσσαλονίκης» κλπ). Ο ως ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν κατά λέξη το περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει το Εφετείο δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, αλλά τα συνεκτίμησε με τα λοιπά, αναφερόμενα στην απόφαση αυτή, αποδεικτικά στοιχεία.

VII.- Από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων ..... και ..... , τους οποίους μάλιστα κατονομάζει ρητώς, όπως επίσης και τις 638/2002 και 3147/2002 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων.

Όσο αφορά την 1556 (ο σωστός αριθμός είναι 1566) της 5-4-2001 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, δεν είχε γίνει παραδεκτή επίκλησή της στο δικαστήριο εκείνο, αφού δεν αναφέρονται στις σχετικώς επικαλούμενες στο αναιρετήριο, από 10-9-2002 και 18-4-2003 προτάσεις των τρίτου, τετάρτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της εξετάσεως των μαρτύρων και η αντίστοιχη ή αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως κλήσεων για παράσταση κατά την εξέταση των μαρτύρων.

Τέλος, όπως, επίσης, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι διάδικοι κλητεύθηκαν από το Εφετείο για την εκ μέρους αυτού τους δευτεροβάθμιους δικαστηρίου υποβολή ερωτήσεων και την εκ μέρους εκείνων παροχή διασαφήσεων, σχετικών με την υπόθεση (άρθρα 245 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ) πράγμα που δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 339 ΚΠολΔ) και όχι για ένορκη ή χωρίς όρκο εξέταση των διαδίκων, η οποία και αποτελεί αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ) (άρθρα 415-417 και 530 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ο έκτος, από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως κατά μεν το ανωτέρω πρώτο μέρος του ως αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο (εξέταση διαδίκων) ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-2-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2524/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερης αναιρεσιβλήτων (..... και ......), τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ