Supreme Court allows partial appeal against electricity company judgment, ordering payment of €123,600 damages to consumer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the electricity company against the Second Instance Court's decision. The company argued that the definition of 'supply' in the Energy Market Law was incorrect, while the consumer contended for breach of contract damages. The court accepted the legal interpretation regarding the scope of supply and ordered the company to pay €123,600 in damages to the consumer.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of Law 4001/2011: The Supreme Court may decide the case itself after annulling a lower court decision if no further factual clarification is needed, and it ruled that the electricity company must pay damages for breach of supply obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 146 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 146/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρίτσιο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2439/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ` αριθ. 2439/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η υπ' αρ. 31/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που είχε απορρίψει την από 20-7-2021 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 123.600 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως αποζημίωση, για τη ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από τη μη εκπλήρωση των έναντι αυτού συμβατικών υποχρεώσεών της. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Με τις διατάξεις του ν. 4001/2011 έλαβε χώρα η προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2019//944 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2019 "σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ ".
Στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου με υπότιτλο "ορισμοί" για την εφαρμογή του νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: "παρ. 1 ..... (κα) Προμήθεια:
Η πώληση, περιλαμβανομένης της μεταπώλησης.......... και ηλεκτρικής ή θερμικής ενέργειας σε Πελάτες. (κβ) Προμηθευτής: Το φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα Προμήθειας Φυσικού Αερίου ή και Ηλεκτρικής Ενέργειας ή και θερμικής ενέργειας... παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ... (ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας:
η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής:
κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για: ια) τη λειτουργία, συντήρηση και παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό, καθώς και την ανάπτυξη, αν είναι αναγκαίο, του δικτύου διανομής σε μια δεδομένη περιοχή και των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς και ιβ) τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.... ".
Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη "ΔΕΗ ΑΕ", και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου, που κάλυπτε και κάθε μελλοντική επέκταση του ΕΔΔΗΕ, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΗ Α.Ε." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχειρίσεως του Ελληνικού Δικτύου Διαχειρίσεως Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχειρήσεώς της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ).
Με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ν.4001/2011, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε ότι η ΔΕΔΔΗΕ υποχρεούται ειδικότερα να διασφαλίζει μεταξύ άλλων, παρ.1..2.. (δ) Την πρόσβαση στο ΕΔΔΗΕ των κατόχων αδειών Παραγωγής, καθώς και των Παραγωγών που εξαιρούνται από την υποχρέωση λήψης της, των Προμηθευτών και των Πελατών, σύμφωνα με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα τιμολόγια που καθορίζονται στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, (ε) ...
τη σύνδεση με το ΕΔΔΗΕ όσων το ζητούν σύμφωνα με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα τιμολόγια που καθορίζονται στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, στ).. την προμήθεια, εγκατάσταση, συντήρηση, καλή λειτουργία και αντικατάσταση των μετρητικών διατάξεων που εγκαθίστανται στο ΕΔΔΗΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΜΗΕ, του Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ και τους όρους της Άδειας Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, καθώς και τη συλλογή των σχετικών μετρήσεων και (ζ) να παρέχει στους χρήστες του ΕΔΔΗΕ και στον Διαχειριστή του ΕΣΜΗΕ τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αποτελεσματική πρόσβαση στο Δίκτυο, όπως αυτές καθορίζονται στον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ.
Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη διανομή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε πελάτες ρυθμίζεται από τον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας σε Πελάτες (από 29.3.2013 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής - ΦΕΚ Β 832/2013). Η διαχείριση και ο έλεγχος του δικτύου διανομής μέχρι και τον μετρητή εκάστου καταναλωτή πραγματοποιείται από την "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", σύμφωνα με την Άδεια διαχειρίσεως του Δικτύου (ΕΔΔΗΕ), που έχει λάβει από την Ανεξάρτητη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), με την 83/2014 Απόφασή της, κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 126 παρ. 2 του ν. 4001/2011.
Με την Άδεια Διαχειρίσεως ΕΔΔΗΕ ανατίθεται στην "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" η ανάπτυξη, η λειτουργία και συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους, του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ). Μεταξύ των αρμοδιοτήτων της "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" που προβλέπει η Άδεια Διαχειρίσεως ΕΔΔΗΕ είναι η κατάρτιση Κώδικα Διαχειρίσεως του ΕΔΔΗΕ, καθώς επίσης και η τακτοποίηση ζητημάτων που αφορούν τη διαχείριση μετρητών και μετρήσεων και την αποφυγή και εντοπισμό ρευματοκλοπών.
Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", είναι κατ` ουσίαν αποκλειστικά υπεύθυνη, μεταξύ άλλων, για την καταμέτρηση των μετρητών των καταναλωτών και για τη διαπίστωση των ρευματοκλοπών, για τις αποκοπές λόγω χρέους κατόπιν εντολής της προμηθεύτριας, ενώ δεν μεταβιβάστηκε στη ΔΕΔΔΗΕ η προμήθεια και εμπορία της ηλεκτρικής ενέργειας, με την έννοια των με στοιχεία κα και κβ ορισμών του άρθρου 2 παρ. 1 και 3 του ν. 4001/2011, οι οποίες παρέμειναν στην κυρία του δικτύου "ΔΕΗ Α.Ε".
Η τιμολόγηση και είσπραξη της κλαπείσας ηλεκτρικής ενέργειας εξακολούθησε, και μετά την ισχύ του Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, ιδίως βάσει των άρθρων 28 παρ. 1 εδ. α, 34 παρ. 4, 39 παρ. 6 εδβ και γ, 39 παρ. 7 και 42 παρ. 1, αλλά και το Εγχειρίδιο Διαχειρίσεως Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθαρίσεως Προμηθευτών Δικτύου, με την απόφαση 182/2013 της ΡΑΕ (ΦΕΚ 1463/17-6-2013), να γίνεται από την ΔΕΗ, με βάση την ενημέρωση διαπιστώσεως ρευματοκλοπής που λάμβανε από την "ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε." και η τελευταία κατόπιν εντολής της "ΔΕΗ Α.Ε." προέβαινε σε διακοπή της παροχής.
Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 128 του ν. 4001/2011 και σε συνδυασμό με την ως άνω Άδεια Διαχείρισης ΕΔΔΗΕ εκδόθηκε η υπ' αρ. 395/2016 Απόφαση της ΡΑΕ (ΦΕΚ Β' 78/2017), με την οποία εγκρίθηκε ο "Κώδικας Διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας", που άρχισε να ισχύει από 20-1-2017, ο οποίος ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Διαχειριστή του Δικτύου και των Προμηθευτών, καθώς και θέματα που αφορούν την ανάπτυξη, τη λειτουργία και την πρόσβαση στο Δίκτυο.
Με το άρθρο 95 του Κώδικα αυτού, με τίτλο "ρευματοκλοπές", ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : παρ.15 : "Ο Διαχειριστής του Δικτύου έχει άμεση αξίωση της ως άνω οφειλής και δικαιούται να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την τακτοποίηση και την είσπραξή της. Ειδικότερα, μέχρι την τακτοποίηση της οφειλής, ο Διαχειριστής του Δικτύου δύναται να επιβάλει περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα του Χρήστη να αποκτά πρόσβαση στο Δίκτυο μέσω άλλης παροχής, αλλά και ως προς τη διαδοχή Χρηστών στην εν λόγω παροχή, υπό τον ίδιο ή διαφορετικό Προμηθευτή.
Επιπροσθέτως, μέχρι την εξόφληση του συνολικού ποσού, ο Διαχειριστής του Δικτύου δύναται να επιβάλει περιορισμό ως προς τη διαδοχή Χρηστών στην εν λόγω παροχή, υπό τον ίδιο ή διαφορετικό Προμηθευτή, ζητώντας από το νέο Χρήστη να αποδείξει ή να δηλώσει υπεύθυνα ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον οφειλέτη Χρήστη.
Ο Διαχειριστής του Δικτύου λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την ταυτοποίηση της καταβολής των οφειλομένων από συγκεκριμένο Χρήστη- οφειλέτη ποσών για ρευματοκλοπή και παρ.16 :Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης τακτοποίησης της οφειλής κατά τα ανωτέρω, καθώς και σε περίπτωση αθέτησης διακανονισμού, ο Διαχειριστής του Δικτύου προβαίνει αμελλητί και άνευ ετέρου σε απενεργοποίηση της παροχής του Χρήστη, ενημερώνοντας σχετικά τον Προμηθευτή.
Η σύνδεση επανενεργοποιείται μόνο εφόσον τακτοποιηθεί η οφειλή, ανεξαρτήτως τυχόν αλλαγής εκπροσώπησης της παροχής υπό τον ίδιο Χρήστη. Σε περίπτωση αθέτησης διακανονισμού μετά από διαδοχή Χρήστη στην παροχή όπου είχε διαπιστωθεί η ρευματοκλοπή, δεν απενεργοποιείται η εν λόγω παροχή αλλά οποιαδήποτε άλλη παροχή μέσω της οποίας ο Χρήστης στον οποίο καταλογίστηκε οφειλή ρευματοκλοπής έχει αποκτήσει πρόσβαση στο Δίκτυο." Έτσι, μετά την 20-1-2017 η ΔΕΔΔΗΕ καθίσταται το πρώτον αρμόδια, επιπλέον του ελέγχου διαπιστώσεως ρευματοκλοπών και για την είσπραξη του συνόλου των κονδυλίων, που αντιπροσωπεύουν την αξία της ηλεκτρικής ενέργειας που δεν καταγράφηκε, λόγω ρευματοκλοπής (AΠ132/2023).
Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 4001/2011 εγκρίθηκε από τη Ρυθμιστή Αρχή Ενέργειας με την υπ' αρ. 404/2015 απόφασή της το "Εγχειρίδιο Διαχείρισης Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθάρισης Προμηθευτών Δικτύου", με το οποίο ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας διαχειρίσεως των μετρήσεων των Μετρητών φορτίου που συνδέονται στο διασυνδεδεμένο με το Σύστημα Δίκτυο και της διαδικασίας περιοδικής εκκαθαρίσεως μεταξύ Προμηθευτών και Αυτοπρομηθευόμενων Πελατών για την κατανάλωση ενέργειας των Πελατών τους, καθώς επίσης και οι λεπτομέρειες σχετικά με θέματα εγκαταστάσεως Μετρητών του Δικτύου και με διαδικασίες καταλογισμού και εισπράξεως χρεώσεων.
Ειδικότερα, στο άρθρο 9 Α του ως άνω εγχειριδίου ορίζεται ότι : "1. Ο Προμηθευτής δύναται να υποβάλλει στον Διαχειριστή του Δικτύου Εντολή Απενεργοποίησης Μετρητή Φορτίου, για να διακοπεί η τροφοδότηση του Πελάτη, όταν το επιθυμεί μονομερώς, αποκλειστικά για λόγους παραβίασης από τον Πελάτη των όρων της μεταξύ τους σύμβασης που αφορούν στην ικανοποίηση των οικονομικών του υποχρεώσεων.....2.
Αν ο Προμηθευτής θεωρεί ότι αίρονται οι λόγοι για τους οποίους υπέβαλε Εντολή Απενεργοποίησης Μετρητή Φορτίου, προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες: α) είτε υποβάλλει Εντολή Επανενεργοποίησης Μετρητή Φορτίου, για να επανενεργοποιηθεί η τροφοδότηση του Πελάτη, στην περίπτωση που είναι ενήμερος ότι ο Διαχειριστής έχει προχωρήσει στη διακοπή της σύνδεσης του Πελάτη, β) είτε ανακαλεί την Εντολή Απενεργοποίησης Μετρητή Φορτίου του Πελάτη του, εάν ο Διαχειριστής του Δικτύου δεν έχει προχωρήσει στη διακοπή της σύνδεσης.....3....4...Οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η απενεργοποίηση ή η επανενεργοποίηση της τροφοδότησης του Πελάτη γνωστοποιούνται στον Προμηθευτή εγγράφως ή με άλλο πρόσφορο μηχανογραφικό μέσο", ενώ στο άρθρο 10Α του ιδίου εγχειριδίου ορίζεται ότι "1....2.
Ο Διαχειριστής του Δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) οφείλει να μεριμνά για την υλοποίηση της Εντολής Απενεργοποίησης εντός χρονικής προθεσμίας δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της, ενημερώνοντας σχετικά τον ενδιαφερόμενο Προμηθευτή. Ο Διαχειριστής του Δικτύου οφείλει να μεριμνά για την υλοποίηση της Εντολής Επανενεργοποίησης Μετρητή Φορτίου εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της, ενημερώνοντας σχετικά τον ενδιαφερόμενο Προμηθευτή...".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ιδίου Εγχειριδίου, οι Προμηθευτές που εκπροσωπούν Πελάτες του Δικτύου οφείλουν να ενημερώνουν τους Πελάτες τους σχετικά με τις διαδικασίες και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο Εγχειρίδιο και τους αφορούν.
Β. Κατά την διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, δηλαδή ούτε την παροχή οφείλει ούτε αποζημίωση και επομένως, επέρχεται απόσβεση της ενοχής, αν η αδυναμία του να εκπληρώσει την παροχή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Από το συνδυασμό δε της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 330, 334 και 335 AK, συνάγεται ότι η αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής είναι ανυπαίτια, όταν αυτή οφείλεται σε γεγονός, το οποίο δεν προέρχεται από δόλο ή αμέλεια του ιδίου του οφειλέτη ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται, ήτοι του νομίμου αντιπροσώπου του ή του βοηθού εκπληρώσεως της παροχής, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο προστηθείς, εφόσον το πταίσμα των τελευταίων αποτελεί και δικό του πταίσμα, η ευθύνη δε, του οφειλέτη, στην περίπτωση αυτή, είναι αντικειμενική, διότι ο νομοθέτης έκρινε ότι ο οφειλέτης πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο, για τις πράξεις των προσώπων που χρησιμοποιεί στις δικές του υποθέσεις (ΑΠ 696/2023, ΑΠ 61/2021, ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 7/2010).
Η υποχρέωση δε προς ειδοποίηση, που αποτελεί απόρροια της αρχής της καλής πίστεως (288 ΑΚ) υπάρχει και πριν από την επέλευση της αδυναμίας, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ή πρέπει να αναμένει ότι αυτή θα επέλθει. Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023, ΑΠ 1406/2021). Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 336 εδ.
β AK και 3 παρ.4 του, εγκριθέντος με την 404/2015 Απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, Εγχειριδίου Διαχειρίσεως Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθαρίσεως Προμηθευτών Δικτύου, με το να δεχθεί εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία : α) ότι είχε την υποχρέωση να διευκολύνει τον αναιρεσίβλητο στην προσπάθειά του να αποτρέψει τη ζημία του, ενημερώνοντας αυτόν για τις διαδικασίες και τα όργανα στα οποία μπορούσε να προσφύγει, αλλά παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωσή της αυτή και συνεπώς ευθύνεται για τη ζημία του αναιρεσιβλήτου και β) ότι μόλις αντιλήφθηκε τη μη εκτέλεση της εντολής της από την ΔΕΔΔΗΕ για επανασύνδεση της παροχής του αναιρεσιβλήτου, όφειλε να ερευνήσει το λόγο της μη εκτελέσεως αυτής και να ενημερώσει γι' αυτό τον αναιρεσίβλητο.
Aπό την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων διατηρούσε στο Καλοχώρι Καστανούσας Σερρών εσταβλισμένη κτηνοτροφική μονάδα μαύρων χοίρων. Για τις ανάγκες κάλυψης των χοίρων σε νερό χρησιμοποιούσε σύστημα αυτομάτου ποτίσματος, το οποίο υδροδοτείτο από ιδιόκτητη γεώτρηση που λειτουργούσε με ηλεκτρικό ρεύμα.
Για την προμήθεια του απαιτούμενου για τις ανάγκες της επιχείρησής του ηλεκτρικού ρεύματος, στις 25-11-2019, σύναψε με την εναγομένη εταιρία διανομής ηλεκτρικού ρεύματος σχετική σύμβαση, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει διαρκώς τις ανάγκες του, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας, η εναγόμενη έδωσε στην εταιρία ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, η οποία έχει τη διαχείριση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, εντολή σύνδεσης μέσω της με αριθμό ... παροχής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27-11-2019, οπότε άρχισε να ηλεκτροδοτείται η χοιροτροφική του μονάδα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια παροχή ηλεκτροδοτούσε αρχικά την ίδια εγκατάσταση στο όνομα του πατέρα του ενάγοντος Χ. Σ. και στη συνέχεια στο όνομα της μητέρας του Ε. Π., στην οποία μεταβιβάστηκε, λόγω οφειλών του συζύγου της. Ακολούθως, προκειμένου να γίνει η μεταφορά της ανωτέρω σύνδεσης στο όνομά του, ο ενάγων με την ως άνω σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ρύθμισε και την ληξιπρόθεσμη οφειλή του πατέρα του σε 24 μηνιαίες δόσεις.
Επειδή όμως, λόγω οικονομικών δυσχερειών, αδυνατούσε να ανταποκριθεί τόσο στην εμπρόθεσμη καταβολή της οφειλής από την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, όσο και στην εμπρόθεσμη τήρηση της ανωτέρω ρύθμισης, η εναγομένη, στις αρχές Αυγούστου 2020 έδωσε εντολή προς την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ να προβεί στην απενεργοποίηση του Μετρητή Φορτίου του πελάτη της, δηλαδή στη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω ληξιπροθέσμων χρεών, που μέχρι τότε ανέρχονταν σε 3.557 ευρώ, χωρίς να καταγγείλει τη σύμβαση.
Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, ως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 9 Α του Εγχειριδίου Διαχείρισης Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθάρισης (.....), στις 11/8/2020, διέκοψε την ανωτέρω σύνδεση. Τότε ο ενάγων, για να αποφύγει τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που θα είχε για την επιχείρησή του η διακοπή, στις 17/8/2020 ήλθε σε συμφωνία με την εναγομένη για ρύθμιση της οφειλής του σε 25 έντοκες μηνιαίες δόσεις των 118 ευρώ, εκτός από την πρώτη δόση, για την οποία θα έπρεπε να καταβάλει ποσό 700 ευρώ.
Την ίδια ημέρα, ο ενάγων εκπλήρωσε την υποχρέωσή του καταβάλοντας την πρώτη δόση της συμφωνίας ρύθμισης και ανέμενε από την εκπλήρωση της δικής υποχρέωσης για επανασύνδεση της παροχής του. Πράγματι, την επομένη, στις 18/8/2020, η εναγόμενη υπέβαλε προς την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ εντολή αναίρεσης της απενεργοποίησης Μετρητή Φορτίου (κατ' ουσίαν εντολή επανεργοποίησης της κομμένης σύνδεσης), πλην όμως η τελευταία δεν προέβη στην επανασύνδεση της παροχής εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 Α παρ. 2 του Εγχειριδίου Διαχείρισης Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθάρισης προθεσμίας των δύο ημερών.
Ο ενάγων, μη μπορώντας, εξαιτίας της διακοπείσης παροχής, να αντλήσει νερό για το πότισμα των ζώων του, άρχισε να οχλεί καθημερινά την εναγομένη, επισημαίνοντας τον κίνδυνο που διατρέχει από τη μη ηλεκτροδότηση της μονάδας του. Παράλληλα, για να διασώσει την περιουσία του, προσπαθούσε να εξασφαλίσει νερό για τα ζώα του, κουβαλώντας το καθημερινά με κουβάδες.
Λόγω όμως του μεγάλου αριθμού των ζώων που διέθετε και των διαφορετικών αναγκών για νερό που είχε κάθε ομάδα χοίρων, η μέθοδος αυτή δεν ήταν ικανή να τα διατηρήσει επί μακρόν στη ζωή. Και τούτο διότι στους χοίρους ο συνδυασμός της απουσίας ιδρωτοποιών αδένων και της σοβαρής αφυδάτωσης λόγω της έλλειψης νερού, έχει ως αποτέλεσμα το φαινόμενο της δηλητηρίασης του άλατος, όπου η συγκέντρωση του άλατος είναι πολύ υψηλότερη της φυσιολογικής στον οργανισμό τους.
Έτσι, ενώ μέχρι τις 25-8-2020 ο ενάγων κατόρθωσε να διατηρήσει με τον παραπάνω επίπονο τρόπο ζωντανά τα ζώα του, λόγω της ελλιπούς παροχής νερού, άρχισε σταδιακά να επιβαρύνεται η υγεία τους και να περιστέλλονται οι βιοτικές τους λειτουργίες, από δε τις 26-8-2020 άρχισε καθημερινά να αντιμετωπίζει απώλειες και εντός λίγων ημερών το σύνολο των χοίρων του, είχε καταλήξει.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν φέρει ευθύνη για τη ζημία αυτή του ενάγοντος, καθόσον αυτή ήδη την επομένη ημέρα από την κατάρτιση με τον ενάγοντα της τροποποιητικής συμφωνίας ρύθμισης της οφειλής του, έδωσε στην ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ εντολή επανεργοποίησης της παροχής του, την οποία η τελευταία δεν υλοποίησε για άλλο λόγο και συγκεκριμένα διότι ο ενάγων, εκτός από την οφειλή του προς την ίδια (εναγομένη), είχε εκκρεμότητα και έναντι της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ από προηγούμενο καταλογισμό οφειλής του λόγω ρευματοκλοπής, εξαιτίας της οποίας συνεχίστηκε η διακοπή της παροχής του.
Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι δεν φέρει ευθύνη διότι η ίδια εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να ανακαλέσει την αρχική εντολή απενεργοποίησης και πλέον δεν φέρει ουδεμία ευθύνη για το ότι η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, η οποία έχει το μονοπώλιο της διαχείρισης ολόκληρου του δικτύου της χώρας δεν προέβη στην υλοποίησή της. Επομένως, κατά τον ίδιο ισχυρισμό της εναγομένης, οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων θα πρέπει να αναζητηθεί από την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ.
Από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδεικνύεται ότι στις 1-7-2020, αρμόδιο τεχνικό συνεργείο της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, της περιοχής των Σερρών, διενήργησε έλεγχο στη με αριθμό ...03 παροχή που ηλεκτροδοτεί την επιχείρηση του ενάγοντος στην Καστανούσα Σερρών, η οποία είχε σφραγιστεί λόγω ρευματοκλοπής που είχε διαπιστωθεί σε παλαιότερο χρόνο (11-11-2019), όταν η ανωτέρω παροχή ανήκε στον πατέρα του ενάγοντος, στον οποίο και καταλογίστηκε το ποσό της διαφυγούσης ενέργειας, πλέον ΦΠΑ και πλέον του διαχειριστικού κόστους της ρευματοκλοπής.
Κατά την διενεργηθείσα αυτοψία αποκαλύφθηκαν παρεμβάσεις τόσο στο κιβώτιο του μετρητή, όσο και στον μηχανισμό μέτρησης, με σκοπό την αλλοίωση της καταγραφής της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, ενέργειες που πράγματι στοιχειοθετούν ρευματοκλοπή, κατά την έννοια του άρθρου 95 του Κώδικα Διαχείρισης Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας και του άρθρου 2 του Εγχειριδίου Ρευματοκλοπών (......).
Ακολούθως, το συνεργείο της ΔΕΔΔΗΕ προέβη σε αντικατάσταση του υφιστάμενου μετρητή με νέο και η διάταξη σφραγίστηκε, χωρίς να διακοπεί η ηλεκτροδότηση της παροχής, όπως ρητά αναφέρεται από την παρ. 3 της προσκομιζόμενης επιστολής της ΔΕΔΔΗΕ προς τον ενάγοντα. Μετά ταύτα, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, με βάση την μεθοδολογία που περιγράφεται στο ανωτέρω Εγχειρίδιο Ρευματοκλοπών, υπολόγισε την αξία της μη καταγραφείσας ενέργειας σε 334,31 ευρώ και την καταλόγισε στον ενάγοντα, πλέον ΦΠΑ 6% και υπολογίζοντας επιπλέον και το διαχειριστικό κόστος σε 550 ευρώ πλέον ΦΑΠ 24%.
Έτσι, για την παραπάνω διαπιστωθείσα ρευματοκλοπή, καταλόγισε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.036,36 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου του χορήγησε προθεσμία 30 ημερολογιακών ημερών, προσμετρουμένη από την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου, ήτοι από 7-8-2020. Εντός της προθεσμίας αυτής δόθηκε ακόμα στον ενάγοντα και δυνατότητα διακανονισμού της οφειλής του σε δόσεις, αρχής γενομένης το αργότερο μέχρι το τέλος της προθεσμίας (παρ. 6 και 7 της ίδιας επιστολής).
Επομένως, η οφειλή αυτή του ενάγοντος προς την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, μέχρι την 7-9-2020 δεν μπορούσε να καταστεί ληξιπρόθεσμη και άρα ο ενάγων μόνο μετά την ημερομηνία αυτή θα τελούσε σε κατάσταση υπερημερίας και θα συνέτρεχε σε βάρος του νόμιμος λόγος ευθύνης από την αιτία αυτή. Συνακόλουθα δε, μόνο δε μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, θα μπορούσε η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ να προβεί στην απενεργοποίηση της σύνδεσης της παροχής του, γεγονός άλλωστε το οποίο και η ίδια αναφέρει στην παρ. 6 εδ.
γ' της ίδιας ως άνω επιστολής. Κατά συνέπεια, όταν στις 18-8-2020 η εναγομένη έδωσε εντολή στην ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ να προβεί στην επανασύνδεση της παροχής του ενάγοντος, λόγω τακτοποίησης της προς αυτήν οφειλής, δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη οικονομική εκκρεμότητα του ενάγοντος έναντι της ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ που να εμποδίζει την επανεργοποίηση της παροχής του.
Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί υφιστάμενης ληξιπρόθεσμης οφειλής του ενάγοντος προς την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, εξαιτίας της οποίας παρέμεινε απενεργοποιημένη η παροχή του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, και αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού της εναγόμενης, λεκτέα τα ακόλουθα: Όπως ορίζεται από το άρθρο 10 Α του Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, ως αποκλειστική διαχειρίστρια του Δικτύου Ηλεκτρικής Ενέργειας της χώρας, όφειλε εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της εντολής επανασύνδεσης από την εναγομένη, λόγω τακτοποίησης της οφειλής του ενάγοντος προς αυτήν (εναγομένη), να προβεί στην επανεργοποίηση της παροχής και εφόσον είχε λόγους για την μη εκτέλεση της εντολής, όφειλε να γνωστοποιήσει στην εναγομένη τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να την κάνει δεκτή (άρθρο 9 παρ.4) [......].
Κάτι τέτοιο όμως δε συνέβη, με αποτέλεσμα η παροχή του ενάγοντος να παραμείνει αποκομμένη για το επόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να μη μπορέσει ο ενάγων να υδροδοτήσει την κτηνοτροφική του μονάδα και να υποστεί την προαναφερθείσα ζημία από την απώλεια των ζώων του. Για τη ζημία αυτή του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της όποιας εξωσυμβατικής ευθύνης υπέχει η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, ευθύνη έχει η εναγομένη εταιρία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία δεν εκπλήρωσε τη συμβατική της υποχρέωση για την επανασύνδεση της παροχής του, στο πλαίσιο της σύμβασης ρύθμισης της οφειλής του (ενάγοντος).
Η μη εκτέλεση από την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ της εντολής της εναγόμενης δεν αίρει την ευθύνη της τελευταίας λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής, όπως κατ' εκτίμηση αυτή ισχυρίζεται, καθόσον, μόλις αντιλήφθηκε τη μη εκτέλεση από την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ της εντολής της, όφειλε να ερευνήσει το λόγο της μη εκτέλεσης (πολλώ μάλλον όταν καθημερινά δεχόταν οχλήσεις από τον ενάγοντα με επισήμανση του κινδύνου της καθυστέρησης ηλεκτροδότησης) και να πληροφορήσει άμεσα γι' αυτό τον ενάγοντα, γενικότερα δε, στο πλαίσιο της καλόπιστης εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, όφειλε να τον διευκολύνει στην ττροσπάθειά του να αποτρέψει τη ζημία του, ενημερώνοντάς τον για τις διαδικασίες και τα όργανα στα οποία μπορούσε να προσφύγει (336 εδ.
β' ΑΚ). Η δευτερογενής αυτή υποχρέωση προκύπτει, εξάλλου, και από το άρθρο 3 παρ. 4 του εγκριθέντος με την 404/2015 Απόφαση της ΡΑΕ, Εγχειριδίου Διαχείρισης Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθάρισης, δυνάμει του οποίου, οι Προμηθευτές που εκπροσωπούν Πελάτες του Δικτύου οφείλουν να ενημερώνουν τους Πελάτες τους σχετικά με τις διαδικασίες και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο Εγχειρίδιο και τους αφορούν (........).
Συνεπώς, συντρέχει στο πρόσωπο της εναγομένης νόμιμος λόγος ευθύνης για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων, εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής της συμπεριφοράς, απορριπτομένου ως αβάσιμου και του εν λόγω ισχυρισμού της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η εναγομένη δεν υπέχει ευθύνη για τη μη επανασύνδεση της παροχής του ενάγοντος και την εντεύθεν ζημία του, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του ενάγοντος........
Περαιτέρω, αναφορικά με την ζημία του ενάγοντος, από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιωσάντων μαρτύρων του ενάγοντος σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο μητρώο εκμετάλλευσης χοιριδίων, αποδεικνύεται ότι οι απώλειες του ενάγοντος σε ζωικό κεφάλαιο από τη μη επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος στο στάβλο του ανέρχονται σε:
α) 16 χοιρομητέρες σε κατάσταση γαλουχίας μαζί με τα νεογνά του (6 χοιρίδια ανά χοιρομητέρα), β) 32 εγκυμονούσες χοίροι, γ) 85 απογαλακτισμένα χοιρίδια, δ) 110 χοίροι πάχυνσης και ε) 4 κάπροι. Δοθέντος ότι το κόστος αγοράς μιας χοιρομητέρας σε κατάσταση γαλουχίας μαζί με τα νεογνά τους ανέρχεται στο ποσό των 1.300 ευρώ, το κόστος αγοράς ενός απογαλακτισμένου χοιριδίου, ανέρχεται στο ποσό των 100 ευρώ, το κόστος αγοράς ενός χοίρου πάχυνσης ανέρχεται στο ποσό των 250 ευρώ και το κόστος αγοράς ενός κάπρου ανέρχεται στο ποσό των 1.500 ευρώ, η θετική ζημία του ενάγοντος από τις παραπάνω απώλειες ανέρχεται σε α) 20.800 ευρώ για τις απωλεσθείσες χοιρομητέρες (16 X 1.300), β) 22.400 ευρώ για τις απωλεσθείσες έγκυες χοίρους (32 X 700), γ) 8.500 ευρώ για τα απωλεσθέντα απογαλακτισμένα χοιρίδια (85 X 100), δ) 27.500 για τους απωλεσθέντες χοίρους πάχυνσης (110 X 250) και ε) 6.000 ευρώ για τους απωλεσθέντες κάπρους (4 X 1.500), ήτοι συνολικά σε 85.200 ευρώ.
Ακόμα, κάθε μία από τις εγκυμονούσες χοίροι, μετά βεβαιότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα γεννούσε κατά μέσο όρο 6 χοιρίδια, οπότε θα γεννιόντουσαν συνολικά 192 χοιρίδια. Τα χοιρίδια αυτά, με τη φροντίδα που θα τους παρείχε ο ενάγων (τροφή, νερό, κατάλληλη θερμοκρασία εντός του στάβλου του), θα ήταν έτοιμα προς πώληση τις εορτές του Πάσχα και θα πωλούνταν στην αγορά ως χοιρινό κρέας.
Το κόστος αγοράς ενός χοιριδίου πάχυνσης (αφαιρουμένων των εξόδων ανάπτυξης του) ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ, οπότε το απωλεσθέν διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος συμποσούται σε 38.400 ευρώ (192 X 200).... Επομένως, η συνολική ζημία του ενάγοντος από την παραπάνω αιτία ανέρχεται σε 123.600 ευρώ (85.200 + 38.400), την οποία οφείλει η εναγομένη να αποκαταστήσει.....
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν δικαστήριο και να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος, να υποχρεωθεί δε η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική του ζημία που προήλθε από τη δική της αμελή συμπεριφορά στο πλαίσιο της σύμβασης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, το συνολικό ποσό των 123.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας (346 εδ.
α' ΑΚ)..".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ενώ στις 18-8-2020 η αναιρεσείουσα έδωσε εντολή στην "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" να προβεί στην επανασύνδεση της παροχής του αναιρεσιβλήτου λόγω τακτοποιήσεως της οφειλής του προς αυτήν και χωρίς να υπάρχει ληξιπρόθεσμη οικονομική εκκρεμότητα του αναιρεσιβλήτου προς την "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" από την διαπιστωθείσα ρευματοκλοπή της 1-7-2020, αφού για την εξόφληση του καταλογισθέντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ποσού των 1.036,36 ευρώ είχε γίνει διακανονισμός της πληρωμής του σε δόσεις μέχρι τις 7-9-2020, η "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" δεν προέβη στην επανενεργοποίηση της παροχής, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να μην μπορέσει να υδροδοτήσει την κτηνοτροφική του μονάδα και να υποστεί την προαναφερθείσα ζημία από την απώλεια των ζώων του, για την οποία (ζημία), ανεξαρτήτως της όποιας ευθύνης της "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", ευθύνεται η αναιρεσείουσα, η οποία δεν εκπλήρωσε την συμβατική της υποχρέωση να επανασυνδέσει την παροχή του αναιρεσιβλήτου, ενόψει της ρυθμίσεως της οφειλής του, καθόσον, παρά τις καθημερινές οχλήσεις του τελευταίου, δεν ερεύνησε τον λόγο της μη εκτελέσεως της εντολής της από την "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" και δεν ειδοποίησε άμεσα γι' αυτό τον αναιρεσίβλητο, ώστε αυτός να προσφύγει αρμοδίως και να προσπαθήσει να αποτρέψει τη ζημία του.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288, 336 εδ.β ΑΚ και 3 παρ. 4 του, εγκριθέντος με την 404/2015 Απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, Εγχειριδίου Διαχειρίσεως Μετρήσεων και Περιοδικής Εκκαθαρίσεως Προμηθευτών Δικτύου, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ως άνω διατάξεις.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που είχε προβάλει με τις προτάσεις τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου, ότι η μη επανασύνδεση της παροχής της επιχειρήσεως του ενάγοντος οφείλετο σε γεγονός για το οποίο αυτή δεν είχε ευθύνη, καθώς αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο ενάγων ο οποίος είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές στη "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" από τη διαπιστωθείσα στην ίδια παροχή ρευματοκλοπή στις 11-11-2019.
Από τις παραπάνω παραδοχές, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι στις 18-8-2020, όταν η εναγομένη έδωσε εντολή στην "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ" να προβεί στην επανασύνδεση της παροχής, που ηλεκτροδοτούσε την επιχείρηση του ενάγοντος, λόγω τακτοποιήσεως της προς αυτήν οφειλής, δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη οικονομική εκκρεμότητα του ενάγοντος έναντι της "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", η οποία να εμποδίζει την επανενεργοποίηση της παροχής του, ειδικά δε για τη διαπιστωθείσα στις 11-11-2019 ρευματοκλοπή δέχθηκε ότι κατ' εκείνο τον χρόνο η παροχή ανήκε στον πατέρα του ενάγοντος, στον οποίο και καταλογίστηκε το ποσό της διαφυγούσης ενέργειας, πλέον ΦΠΑ και πλέον του διαχειριστικού κόστους της ρευματοκλοπής.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 115 παρ. 1 και 2, 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με την απόφασή του δεν μπορεί να χωρήσει στην επιδίκαση, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα, τέτοια δε έλλειψη αιτήματος υπάρχει και όταν έγινε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αφού συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, η οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 1352/2009).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, μετά την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την από 20-7-2021 αγωγή του, την υποχρέωσε να του καταβάλει το ποσό των 123.600 ευρώ πλέον τόκων, μολονότι ο αναιρεσίβλητος είχε περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 29-11-2021 προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσίβλητος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει πράγματι ότι αυτός περιόρισε το αίτημα της ένδικης αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο που δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και δικάζοντας, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως την παραπάνω αγωγή αυτού, του επιδίκασε ως αποζημίωση το ποσό των 123.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του πλέον του αιτηθέντος, όπως βασίμως διατείνεται με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 352/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπάρχει, καθόσον υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως. Πρέπει, επομένως, να κρατηθεί και δικασθεί η από 30-6-2022 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 31/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και αφού γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή και εξαφανιστεί η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 20-7-2021 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 123.600 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, κατ' άρθρο 346εδ.α ΑΚ.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα, λόγω της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν, κατ' άρθρο 179 εδ. β ΚΠολΔ, τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών μεταξύ των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2439/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί και δικάζει την από 30-6-2022 έφεση του αναιρεσιβλήτου.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ` αριθμ. 31/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Κρατεί και δικάζει επί της από 20-7-2021 αγωγής.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν είκοσι τριών χιλιάδων εξακοσίων (123.600) ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ