146/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Εξάλλου, από το άρθρο 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους, διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό αυτών και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990).
Legislator headnote
AI generated146/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση του ΝΠΔΔ "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης - ΟΤΕΚ" για αναίρεση της 3284/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση (1075/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτού, εκδοθείσας πιο πάνω απόφασης του Εφετείου. 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 146 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 146/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Τουρισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Ζαφειριάδου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το αρχικώς διάδικο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης - ΟΤΕΚ", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα, καταργήθηκε και υπεισήλθε στη θέση του ως καθολικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λαζαράτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1075/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3284/2007 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζήτησε το τότε αναιρεσείον OTEK με την από 14-11-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 55/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 5-4-2011 κλήση του ΟΤΕΚ στη δικάσιμο της 20-9-2011, κατά την οποία ματαιώθηκε και επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-4-2013 κλήση του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 17-11-2009 έκθεση της Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Εξάλλου, από το άρθρο 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους, διότι, παρότι στην πραγματικότητα οι λόγοι εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό αυτών και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως έφεση απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990).
Στην προκείμενη περίπτωση παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση του ΝΠΔΔ "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης - ΟΤΕΚ" για αναίρεση της 3284/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση (1075/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτού, εκδοθείσας πιο πάνω απόφασης του Εφετείου. 2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΟλΑΠ 18/2006).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920) ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).
Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.
Περαιτέρω, το αναιρεσείον με το όνομα "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης - ΟΤΕΚ" αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου κατά τον ιδρυτικό αυτού νόμο (A.N. 567/1937), αλλά και σύμφωνα με τις νεότερες τροποποιήσεις των νόμων 2837/2000 και 3105/2003, υπάγεται δε στην εποπτεία του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης και έχει ως σκοπό την παροχή εξειδικευμένης τουριστικής εκπαίδευσης και κατάρτισης σε αποφοίτους Γυμνασίου.
Λυκείου καθώς και σε ήδη απασχολούμενους στο κλάδο μισθωτούς κ.λπ. Προς το σκοπό αυτό λειτουργεί Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια σε διάφορες πόλεις, σχετικά δε με τις προσλήψεις του απαραίτητου προσωπικού, ισχύουν οι ίδιες διατάξεις με τις προσλήψεις στο Δημόσιο. Συγκεκριμένα το αναιρεσείον υποβάλλει προς το εποπτεύον Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης κάθε χρόνο, εισήγηση - αίτημα πρόσληψης Εκπαιδευτικού Διοικητικού και Βοηθητικού προσωπικού για κάλυψη εποχιακών αναγκών του εκπαιδευτικού του έργου, ίσης διάρκειας προς το εκπαιδευτικό έτος, προκειμένου να παρασχεθεί η σχετική έγκριση σύμφωνα με την Π.Υ.Σ με αριθμό 55/1998, για την προκήρυξη της πρόσληψης προσωπικού ισχύουν δε και για το προσωπικό του αναιρεσείοντος οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 με τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οδηγία 1999/7Ο/ΕΚ του συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.
Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις Σ.Σ.Ε. ή την πρακτική του κάθε κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:
α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/ 2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή της δραστηριότητα της επιχείρησης...
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.
Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση ... Η επιλογή με το ανωτέρω ΠΔ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ αυτού (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22-11-2005 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκε ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ότι προσελήφθη από τον νόμιμο εκπρόσωπο του πρώτου εναγομένου (Ο.Τ.Ε.Κ.) την 1/11/2001 με σύμβαση εργασίας που κατ' επίφαση ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, ως καθηγητής μαγειρικής τέχνης, η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά κατά τη λήξη της την 28/5/2002, από 1/11/02 έως 31/5/03, από 5/11/03 έως 5/9/04 και από 18/10/04 έως 7/10/05.
Ότι η σύμβασή του, είχε από την αρχή τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την 1-11-2002.
Η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αρ. 1075/2006 οριστική του απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησε έφεση το εναγόμενο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ενσωματώνοντας, έτσι, στην απόφασή του, εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ειδικότερα το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε τα εξής: Το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με το άρθρο 22 του ΠΔ 151/1971 να χορηγεί υποτροφίες για εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού. Έτσι χορηγήθηκε στον αναιρεσίβλητο μία υποτροφία κατόπιν εξετάσεων και με το από 13-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό το αναιρεσείον ανέλαβε όλες τις δαπάνες των σπουδών στο Στρασβούργο Γαλλίας στη μαγειρική τέχνη.
Ταυτόχρονα όμως ο αναιρεσίβλητος αναλάμβανε την υποχρέωση να υπηρετήσει μετά το πέρας των σπουδών του στη Σχολή του αναιρεσείοντος επί δύο έτη. Μετά την περάτωση των σπουδών του το αναιρεσείον προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση ορισμένου χρόνου από 1-1-2001 έως 28-5-2002 ως καθηγητή μαγειρικής τέχνης επί 7 μήνες.
Στη συνέχεια συνήψε ο αναιρεσίβλητος δεύτερη σύμβασης εργασίας από 1-11-2002 έως 31-5-2003 για άλλους 7 μήνες. Επειδή υπολείπονταν άλλοι 10 μήνες για τη συμπλήρωση των 24 μηνών που θα έπρεπε να προσφέρει κατά τα παραπάνω τις υπηρεσίες του στο αναιρεσίβλητο καταρτίστηκε την 5-11-2003 και τρίτη σύμβαση εργασίας κατόπιν μάλιστα σχετικής αιτήσεως αυτού με διάρκεια μέχρι 5-9-2004.
Επομένως οι παραπάνω τρεις συμβάσεις εργασίας του αναιρεσιβλήτου με το αναιρεσείον καταρτίστηκαν σε εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων και δεν αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια καταρτίστηκε και τέταρτη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων με διάρκεια από 18-10-2004 έως 7-10-2005.
Ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της τελευταίας σύμβασης εργασίας του προσέφερε τις υπηρεσίες του στο αναιρεσείον ως καθηγητής μαγειρικής τέχνης καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, δεδομένου ότι το αναιρεσείον του είχε αναθέσει και συγγραφικό έργο, τα δε βιβλία του διδάσκονται ακόμα στη σχολή.
Μάλιστα ενισχυτικό του ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι το γεγονός ότι το αναιρεσείον μετά τις τρεις πρώτες συμβάσεις εργασίας συνήψε με τον αναιρεσίβλητο και τέταρτη σύμβαση εργασίας ενώ δεν είχε υποχρέωση να το πράξει. Σύμφωνα δε με τη φύση και το είδος της παρεχόμενης εργασίας η από 18-10-2004 σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως αορίστου χρόνου η δε μη ανανέωσή της από το αναιρεσείον έχει ως συνέπεια ότι αυτό κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή των υπηρεσιών του.
Με βάση δε τα ως άνω περιστατικά αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 18-10-2004 και εφεξής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1994, ως και τις διατάξεις των ΠΔ. 410/1998 και 81/2003, καθώς και αυτές των άρθρων 8 του ν. 2112/1020, 281 και 671 του ΑΚ, 25 παρ. 1, 3 και 103 παρ. 7 και 8 Συντάγματος.
Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον η κατάρτιση της σύμβασης έλαβε χώρα, στις 18-4-2004, έστω και αν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, δεν μπορούσε να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου και συνακόλουθα να αναγνωρισθεί ότι τα διάδικα μέρη συνδέονται με τέτοιου είδους σύμβαση.
Πρέπει λοιπόν, να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν βρίσκει έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα. Η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, για να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Πρέπει λοιπόν, η έφεση του αναιρεσείοντος, να κρατηθεί και να δικασθεί από το δικαστήριο τούτο. Στη συνέχεια αφού γίνει δεκτή η έφεση, πρέπει να εξαφανισθεί η υπ' αρ. 1075/2006 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
Η δαπάνη, όμως, αυτή θα επιβληθεί μειωμένη, κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/ 1757, αφού στη δίκη μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μετά την κατάργηση του αναιρεσείοντος οργανισμού, με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 4109/2013, υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 3284/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 6-10-2006 έφεση κατά της υπ' αρ. 1075/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση.
Απορρίπτει την από 22-11-2005 και με αρ. κατάθεσης 190488/4677/2005, αγωγή του αναιρεσίβλητου. Και
Επιβάλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ