Legislator Case Law & Legislation
146/2013 AI generated

146/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 146/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

146/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Keywords

AI generated
action for disturbance of possession tenant protection action for exclusion from co-ownership right of habitation access to property termination of residential lease
AI generated
272/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου.
1104/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-7-2006 και 12-12-2006 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 879/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6322/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2010 αίτησή της.
1240/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.01.1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 13/1999 προδικαστική, 194/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 194/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 20.10.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 07.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
83/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
669/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Παναγιώτα Πασσίση, Κωνσταντίνα Νάκου και Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 146 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 146/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Ι. Κ., το γένος Α. Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μάλτσιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. συζ. Κ. Ι., το γένος Β. Σ. και 2. Κ. Ι. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αγγελική Γουνοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1072/2003 και 2916/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Μαΐου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας. Εξάλλου κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ επί αδικοπραξίας, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επί πλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, οι ενάγοντες εκθέτουν, πλην άλλων, με λεπτομέρεια, τα περιστατικά, που ανάγονται στον χρόνο επελεύσεως της ζημίας, ως και τα επί μέρους ποσά, τα οποία απαιτήθησαν για την αποκατάσταση των ζημιών της οικίας τους και έτσι δικαιολογείται το αίτημα καταβολής αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης τους.

Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο αντίθετος τέταρτος από το άρθρο 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Πταίσμα με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου.

Ειδικότερα στο άρθρο 1 του εν λόγω π.δ. ορίζονται τα εξής: "Επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, επισκευής, διακοσμήσεως, χρωματισμού οικοδομών, ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, τηρούνται υπό των κατά νόμον υπευθύνων τού έργου και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων".....

Εξάλλου, ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει: α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, και συγκεκριμένα 1) Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2.

Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής, και 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο, και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1.

Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2.

Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4.

Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980 και του ν. 1396/1983 συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομών ή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι και τα προβλεπόμενα από την ως άνω διάταξη του άρθρου 20 του π.δ.778/1980.

Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Το αντίθετο δεν προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7 του ν.1396/1983 που ορίζει: "Επιβλέπων:

Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης" και του άρθρου 338 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. 14/1999) που ορίζει: "1.`Οποιος εκτελεί τα προβλεπόμενα από την οικοδομική άδεια έργα οφείλει να ορίζει τον αναλαμβάνοντα την επίβλεψη της εκτέλεσής τους, ο οποίος, πριν από οποιαδήποτε έναρξη του έργου, πρέπει να υποβάλει στην κατά το άρθρο 330 αρμόδια για τη χορήγηση της άδειας υπηρεσία έγγραφη δήλωση ότι αποδέχεται την επίβλεψη αυτή. 2.

Σε περίπτωση αποχής του επιβλέποντος, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, απαιτείται η άμεση αντικατάστασή του που εκτελείται κατά τον ίδιο, όπως παραπάνω, τρόπο. 3. Δεν επιτρέπεται σε οποιαδήποτε περίπτωση η εκτέλεση έργου από τα προβλεπόμενα στο παρόν κεφάλαιο χωρίς προηγουμένως να οριστεί ο επιβλέπων εκτέλεσης του έργου ή ο αντικαταστάτης του, σε περίπτωση αποχής του.

Παράβαση της διάταξης αυτής συνεπάγεται, εκτός των άλλων, την αναγκαστική διακοπή των εργασιών, εκτός εάν η αρμόδια υπηρεσία κρίνει σκόπιμο το διορισμό επιβλέποντα εκτέλεσης του έργου. Στην τελευταία περίπτωση η αμοιβή του επιβλέποντος καθορίζεται από την υπηρεσία σε βάρος του εκτελούντος τα έργα, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης για την παρέμβαση αυτή της υπηρεσίας, καθόσον με τις διατάξεις αυτές δεν ορίζεται τύπος για τη σχετική σύμβαση αλλά με τις προβλεπόμενες διατυπώσεις επιδιώκεται η εξασφάλιση ορισμού επιβλέποντος μηχανικού.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα Κ. συζ. Κ. Ι., είναι κυρία κατά ποσοστό 140/250 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθ. 11 οικοπέδου του Ο.Π. 216 οικοπέδου, εμβαδού 125 τ.μ με την κτισμένη πάνω σ' αυτό διώροφη οικία, που βρίσκεται στη πόλη των … στο συνοικισμό Ζ.

Τ...... Η διώροφη οικία στο ισόγειο της εμβαδού 79 τμ, περίπου αποτελείται από το χώρο της εισόδου, δύο υπνοδωμάτια, μία κουζίνα, τουαλέτα και ένα διάδρομο, μία ξύλινη σκάλα που ενώνει το ισόγειο με τον πάνω όροφο που αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια, καθιστικό, κουζίνα και τουαλέτα. Το εν λόγω οικόπεδο με την επ' αυτού οικία, είχε περιέλθει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην ανωτέρω δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθ…/22.7.1968 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Νιγρίτας Αθανασίου Ξεφτέρη, από αγορά από τον αληθινό κύριο αυτού Ι.

Κ. και κατά ποσοστό 15/250 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του μεταγεγραμμένου …/4.7.1986 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σερρών Νίκης Μαγκαλάκη, από γονική παροχή της αληθινής κυρίας αυτού Ε. Σ., στους οποίους είχε περιέλθει το ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα,, δυνάμει του …/1964 παραχωρητηρίου της Νομαρχίας ….

Με το …/1986 μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της ίδιας άνω συμβολαιογράφου το από 110/250 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο ακίνητο, η ίδια Ε. Σ. είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς εν ζωή στην Ε. Π., υπό τον όρο όμως ότι το δικαίωμα οίκησης εφόρου ζωής σ' αυτό [110/250] θα ανήκε στην θυγατέρα της πρώτη ενάγουσα και τον σύζυγο αυτής Κ.

Ι., δεύτερο των εναγόντων. Η άνω οικία, την οποία οι πρώτη και δεύτερος των εναγόντων σύζυγοι και τα τέκνα αυτών Μ. και Φ. Ι., χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία, συνόρευε με την παλαιά οικία της πρώτης εναγομένης Β. Κ.. Οι δύο κατοικίες που είχαν κατασκευασθεί το έτος 1928 περίπου, είχαν κοινή θεμελίωση από λιθοδομή επί του κοινού Βορείου ορίου, οι τρεις κάθετοι τοίχοι [του Βορείου ορίου] των δύο οικιών, δύο εξωτερικοί και ένας εσωτερικός του ισογείου, αποτελούσαν συνέχεια αυτών της υπάρχουσας οικίας της πρώτης ενάγουσας, τα δε ξύλα της οροφής του ισογείου των οικιών είχαν κοινό τοίχο στήριξης, ήταν δηλαδή μπηγμένα στον κοινό τοίχο αυτών, έτσι ώστε η κατοικία της πρώτης εναγόμενης να μην είναι στατικά ανεξάρτητη.

Οι εξωτερικοί και εσωτερικοί τοίχοι του ισογείου και του πρώτου ορόφου είναι κατασκευασμένοι από συμπαγείς πλίνθους με κάθετους και οριζόντιους ξύλινους ζωστήρες. Το Σεπτέμβριο του 1997, δυνάμει σχετικής σύμβασης με την πρώτη εναγόμενη, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, πολιτικός μηχανικός και εργολάβος οικοδομών αντίστοιχα, ανέλαβαν την κατεδάφιση της παλαιάς κατοικίας της πρώτης αυτών και την ανέγερση νέας τετραώροφης οικοδομής με ισόγειο κατάστημα και υπόγειο.

Προς τούτο εκδόθηκαν στο όνομα της πρώτης εναγόμενης οι σχετικές υπ' αριθ…/22.9.1997 και …/26.11.1997 άδειες του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου …και ξεκίνησαν οι εργασίες κατεδάφισης της άνω παλαιάς οικίας. Πλην, οι άνω εναγόμενοι κατά την κατεδάφιση αυτής, δεν έλαβαν επαρκή προληπτικά μέτρα για την αποφυγή και περιορισμό της εμφάνισης στατικών προβλημάτων στην κείμενη παραπλεύρως παλαιά οικία της πρώτης ενάγουσας.

Ειδικότερα αυτοί, αν και γνώριζαν, η πρώτη ως κυρία της υπό κατεδάφιση οικίας, ενώ οι άλλοι δυο με την προαναφερόμενη ιδιότητα, ότι οι δύο οικίες είχαν κοινή θεμελίωση και δεν ήταν στατικά ανεξάρτητες, από αμέλεια τους, κατά την αποκόλληση των δύο κάθετων, επί του κοινού ορίου, τοίχων που αποτελούσαν συνέχεια των δύο εξωτερικών τοίχων της οικίας της πρώτης ενάγουσας παρέλειψαν να λάβουν μέτρα ενίσχυσης της θεμελίωσης της οικίας της τελευταίας [π.χ.

αβαθής υποθεμελίωση ή ντουλάπια] και της όμορης τοιχοποιίας [π.χ. αναδομήσεις, υποστήριξη στέγης με μεταλλικούς στύλους], δοθέντος ότι η παλαιά οικία της πρώτης εναγόμενης λειτουργούσε ως αντιστήριξη της κοινής τοιχοποιίας, η οποία [αντιστήριξη] μετά την κατεδάφιση της οικίας της ανωτέρω έπαψε να υπάρχει, με αποτέλεσμα να εμφανισθούν ρωγμές στους τοίχους της Οικίας της πρώτης ενάγουσας.

Ακολούθως, ξεκίνησαν στο οικόπεδο της πρώτης εναγόμενης εργασίες εκσκαφής. Αν και οι εργασίες ξεκίνησαν τμηματικά, από το πίσω μέρος αυτού, και όχι σε άμεση επαφή με την οικία της πρώτης ενάγουσας, λόγω μη λήψης από αμέλεια των ανωτέρω των ενδεικνυόμενων παραπάνω μέτρων προς ενίσχυση της θεμελίωσης της οικίας της τελευταίας και της όμορης τοιχοποιΐας, η ήδη, μετά την προηγηθείσα κατεδάφιση, στατικά αδύναμη οικία της πρώτης ενάγουσας, εξαιτίας και της μικρής συνεκτικότητας του εδάφους [αργιλώδες] , με το που πλησίαζαν οι εκσκαφείς, να στερηθεί αυτή του αναγκαίου ερείσματος και να καταρρεύσουν, με τη συνδράμουσα τυπικά καθίζηση, το δάπεδο της τουαλέτας στο ισόγειο στο πίσω μέρος της οικίας της πρώτης ενάγουσας, για λόγους δε προληπτικούς καθαιρέθηκε και η τουαλέτα του πρώτου ορόφου που βρίσκεται πάνω από την τουαλέτα του ισογείου, μέρος των θεμελίων [από πέτρες και λάσπη] στο πίσω μέρος της οικίας της πρώτης ενάγουσας, ενώ παρουσιάστηκε ρωγμή στον εξωτερικό τοίχο της οικίας αυτής.

Επίσης υπήρχε ρωγμή στο δάπεδο του ισογείου κατά μήκος της οικοδομής/ από την μπροστινή μέχρι την πίσω όψη και σε απόσταση 2μ από τον πλάγιο περιμετρικό τοίχο. προς την πλευρά του οικοπέδου της πρώτης εναγόμενης, καθώς και στους εσωτερικούς διαχωριστικούς τοίχους και την οροφή. Τις ανωτέρω φθορές και βλάβες διαπίστωσε ο υπάλληλος του τμήματος Πολεοδομίας … Α.

Σ., μετά από επιτόπια αυτοψία που διενήργησε, κατόπιν υποβολής αιτήσεων στην άνω υπηρεσία, τόσο από τον δεύτερο ενάγοντα την 1/4/1998, όσο και από την πρώτη εναγόμενη την 9/4/1998 [σχετ. οι δύο από 15/4/1998 εκθέσεις αυτοψίας επικίνδυνης οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας …]. Όμως και τα μετά από αυτά ληφθέντα από τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων μέτρα αποκατάστασης του προβλήματος της τουαλέτας, δεν αποδείχθηκαν επαρκή, αφού και σήμερα υπάρχει σημαντική οριζόντια ρηγμάτωση, προερχόμενη από την καθίζηση, ενώ αυτά της αντιστήριξης του πρανούς της εκσκαφής, δεν ήταν.

εφικτό να μηδενίσουν τις καθιζήσεις του εδάφους κάτω από τα θεμέλια της οικίας της πρώτης ενάγουσας. Επίσης, η σε μεγάλο βάθος εκσκαφή του οικοπέδου της πρώτης εναγόμενης και η ανέγερση της νέας σ' αυτό οικοδομής, που είχε σημαντικά μεγαλύτερο βάρος από την προϋφιστάμενη παλιά οικία αυτής, προκάλεσε αλλαγές στο όμορο υπέδαφος, με αποτέλεσμα να μεγαλώσουν επί πλέον οι εμφανισθείσες ρηγματώσεις.

Συνεπεία των προβλημάτων αυτών οι πολιτικοί μηχανικοί της Πολεοδομίας …, Κ. Π., Λ. Σ. και Ζ. Π., μετά τη διενέργεια αυτοψίας, αποφάνθηκαν αρμοδίως ότι η οικοδομή της πρώτης ενάγουσας είναι επικίνδυνη και ότι πρέπει να εκκενωθεί άμεσα, μέχρι την αποκατάσταση της στατικής της επάρκειας [σχετ. το υπ' αριθ. πρωτ…/2.7.1998 πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής].

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι, εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων, συνιστάμενης στη μη λήψη κατά τη διάρκεια των εργασιών κατεδάφισης, εκσκαφής και ανέγερσης της οικοδομής της πρώτης εναγόμενης, των ενδεδειγμένων μέτρων αντιστήριξης της όμορης διώροφης οικοδομής της πρώτης ενάγουσας, και δη μέτρων για την υποθεμελίωση της όμορης κατασκευής, προκλήθηκαν παρανόμως βλάβες στην οικία της τελευταίας, που είναι καθιζήσεις, επιπρόσθετες προϋπαρχόντων και μη, στην όμορη τοιχοποιία και θεμελίωση, που είχαν ως αποτέλεσμα, α] την αποδιοργάνωση μεγάλου μέρους της τοιχοποιίας και θεμελίωσης αυτής, β] βλάβες στις κάθετες σε αυτή τοιχοποιίες, καθώς είναι συνδεδεμένες και γ] βλάβες και φθορές στα λοιπά στοιχεία, όπως υποχώρηση πατώματος, δαπέδων, ρηγματώσεις-αποκολλήσεις επιχρισμάτων, παραμόρφωση κουφωμάτων.

Συγκεκριμένα προκλήθηκαν: α] Στη θεμελίωση, καθίζηση και ρωγμές σε όλο το μήκος της όμορης θεμελίωσης, β] Στο ισόγειο, κατάρρευση της τουαλέτας, που και μετά την ανακατασκευή της, έχει ρωγμές που δεν θεραπεύονται, ρωγμές στους τοίχους της κουζίνας. Εξωτερικά, ρωγμές κάθετα στο παράθυρο και διαγωνίως, εσωτερικά, κάθετα και οριζόντια σε επαφή με την τουαλέτα, κάθετα στο τζάκι.

Δύο ρωγμές από την οροφή στο δάπεδο και κάτω από τη σκάλα κάθετα στον τοίχο, γ] Στον όροφο, στην τουαλέτα, πολλαπλές ρωγμές κάθετες και οριζόντιες, στην κουζίνα καθόλο το ύψος των κουφωμάτων δύο ρωγμές, ενώ στο ανατολικό υπνοδωμάτιο ο εξωτερικός τοίχος φέρει τρεις ρωγμές σε όλο το βάθος του καθόλο το ύψος του τοίχου, ο εξωτερικός τοίχος του εξώστη φέρει ρωγμές σε όλο το ύψος και τα παράθυρα της τζαμαρίας έχουν σφηνώσει και δεν λειτουργών, οι πόρτες και τα παράθυρα της κουζίνας, του καθιστικού, της σκάλας, του ανατολικού και του δυτικού, δεν κλείνουν λόγω των παραμορφώσεων που υπέστησαν οι τοιχοποιίες.

Οι εναγόμενοι αρνούμενοι την ύπαρξη υπαιτιότητας τους στην πρόκληση των ζημιών της οικίας της πρώτης ενάγουσας, ισχυρίζονται ότι, τόσο κατά τις εργασίες κατεδάφισης της παράπλευρης οικίας της πρώτης αυτών, όσο και κατά τις εργασίες εκσκαφής και ανέγερσης της οικοδομής, λήφθηκαν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία της παλιάς οικίας της ανωτέρω και ότι οι επικαλούμενες φθορές αυτής είναι μακροχρόνιες φθορές που προϋπήρχαν και δεν προκλήθηκαν κατά την εκτέλεση των άνω εργασιών.

Από τη συνεκτίμηση όμως όλων των αναφερομένων στην αρχή αυτής της παραγράφου αποδεικτικών στοιχείων ... δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του άνω ισχυρισμού. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων που πάντως αποδείχθηκαν ανεπαρκή, προέβησαν οι εναγόμενοι μόνο μετά την εμφάνιση προβλημάτων στην οικία της πρώτης ενάγουσας και την υποβολή από τους ενάγοντες στην Πολεοδομία … παραπόνων, ενώ οι ίδιοι [εναγόμενοι] προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την τουαλέτα του ισογείου, όταν κατέρρευσε κατά τις εργασίες εκσκαφής.

Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία συνέταξε ο παραπάνω πραγματογνώμονας, η παλιά οικία της πρώτης ενάγουσας, ηλικίας πολλών δεκαετιών και με γηρασμένα υλικά, μπορούσε μεν να εξυπηρετήσει για μερικά ακόμη χρόνια τις στεγαστικές ανάγκες της ανωτέρω, αλλά αυτό ήταν ανάλογο του βαθμού συντήρησης της.

Αποδείχθηκε όμως, ότι τα τελευταία, πριν την πρόκληση των ζημιών, χρόνια, η πρώτη ενάγουσα αδιαφορούσε για την συντήρηση της οικίας της, αφού επιδίωκε την αξιοποίηση του οικοπέδου της με την ανάθεση σε εργολάβο της ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής. Έτσι, με την στάση της αυτή συνετέλεσε και η ίδια ανωτέρω στην πρόκληση των ζημιών της οικίας της, κατά ποσοστό 30%, αφού οι υπάρχουσες σ' αυτή [οικία] ρηγματώσεις, κατά την εκτέλεση ίων εργασιών κατεδάφισης, εκσκαφής και ανέγερσης της παράπλευρης οικοδομής, μεγιστοποιήθηκαν και επί βάρυναν το "αδύναμο" στατικό σύστημα της οικίας της, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Η στατική συνέχεια όμως και η αντοχή της παλαιάς οικίας της πρώτης ενάγουσας, διασπάστηκε και από την κατασκευή, προ δεκαετίας, στον επάνω όροφο της οικίας της τελευταίας, προβόλου, που συντέλεσε στη κατάρρευση του ισογείου τμήματος της εδραζόμενης σ' αυτό τουαλέτας, κατά την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής.

Συνακόλουθα, η ένσταση συνυπαιτιότητας της πρώτης ενάγουσας, την οποία προβάλλουν μόνον οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ποσοστό 30% και συνεπώς η αποζημίωση που θα επιδικασθεί στην ανωτέρω θα είναι ανάλογη του ποσοστού υπαιτιότητας των παραπάνω δύο εναγομένων.

Εξάλλου και σύμφωνα με την έκθεση του παραπάνω πραγματογνώμονα, προς αποκατάσταση των άνω βλαβών της οικίας της πρώτης ενάγουσας, απαιτείται να γίνουν, περίπου στο μισό κτίριο οι εξής εργασίες:....... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά την απόφαση της Πολεοδομίας που έκρινε ότι η ένδικη οικία, λόγω των ζημιών που προεκτέθηκαν, ήταν επικίνδυνη και ακατάλληλη προς οίκηση, το καλοκαίρι του 1998 οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν, μέχρι να αποκατασταθούν αυτές.

Έτσι, την 1.8.1998 εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα το οποίο ο δεύτερος των εναγόντων μίσθωσε μέχρι και το Δεκέμβριο του 1999, αντί μηνιαίου μισθώματος 161,43 ευρώ [55.000 δρχ].... ο άνω ενάγων δικαιούται, ως αποζημίωση, μόνο για τη ζημία την οποία υπέστη από την καταβολή μισθωμάτων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα [1.8.1998 - 1.2.1999], η οποία ανέρχεται σε 968,58 ευρώ [161,43β Χ 6 μην], όχι όμως και για τα άλλα του υπολοίπου χρονικού διαστήματος, αφού στην πρόκληση της περαιτέρω αυτής ζημίας του, συνετέλεσε και ο ίδιος [μαζί με την πρώτη ενάγουσα] με την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του, γενομένης εν μέρει δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσία της προβαλλόμενης από τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ.....Τέλος, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας των εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να επιδικαστεί στον δεύτερο ενάγοντα για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, χρηματική ικανοποίηση ποσού 500 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της.......". Με τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, αφού δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, ως προς την ύπαρξη ευθύνης της αναιρεσείουσας, κυρίας του έργου, για αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων εκ της εκτελέσεώς του, και ιδίως ως προς το εάν υφίσταται ευθύνη αυτής, λόγω της μη αναθέσεως του έργου σε έναν εργολάβο, ή εάν η ευθύνη αυτής προέκυψε, στην περίπτωση αυτή, πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου, ή και ακόμη η λήψη των αναγκαίων μέτρων από την αναιρεσείουσα για την ασφάλεια της οικοδομής προέκυψε, λόγω διακοπής των εργασιών και τα μέτρα αυτά της υπεδείχθησαν εγγράφως από τον επιβλέποντα του έργου, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ως διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 7 του ν.1396/1983, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 του Α.Κ..

Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12§4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της αναιρεθείσης αποφάσεως διατάσσεται, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος που υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου μέχρι της προηγουμένης της συζητήσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση παραδεκτώς υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που πρέπει όμως να έχουν κατατεθεί μέχρι την προηγουμένη ημέρα της συζητήσεως. Επομένως το αίτημα της αναιρεσείουσας που περιέχεται στις προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε την ημέρα της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (3.12.2012), όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, απαραδέκτως υποβάλλεται και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2916/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ