Legislator Case Law & Legislation
146/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's claim for invalidity of property transfer due to good faith and proportionality.

Case Number 146/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's decision to invalidate a property transfer. The bank argued the transfer was abusive, disproportionate to the property's value, and lacked good faith, while the opposing parties contended the transaction was necessary for their business survival. The court upheld the lower court's ruling, finding the bank's claim exceeded the limits of good faith and social ethics required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court may reject an appeal if the lower court's decision is based on a clear violation of the principle of good faith and proportionality, provided the reasoning is sufficient and non-contradictory.

Keywords

AI generated
good faith principle proportionality test invalidity of transfer abusive litigation social ethics appeal dismissal bankruptcy proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 146 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 146/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ (ΕΤΕ)" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Εταιρίας υπό εκκαθάριση τεθείσας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Ψ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία NEWLAND PROPERTIES LIMITED, που εδρεύει στη ..., και 3. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία BALKAN ANΩNYMH EMΠOΡIKH KAI BIOMΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ-ΕΞΑΓΩΓΕΣ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΟΥ-ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πετρόπουλο, η δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χρυσομάλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-11-2003 προσεπίκλησή της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9720/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 28-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμο'... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσείουσας νομοτύπως και εμπροθέσμως στην 2η αναιρεσίβλητη, ΕΠΕ με την επωνυμία NEWLAND PROPERTIES LIMITED, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεση από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτο περί πραγμάτων κρίση του τα εξής: Με σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, η οποία συνήφθη στον Πειραιά στις 17-12-1974 μεταξύ της εκκαλούσας-ενάγουσας και της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης και για την οποία συντάχθηκε το υπ'αριθμ. ...ιδιωτικό έγγραφο, η εκκαλούσα-ενάγουσα χορήγησε σ'αυτή πίστωση με ανοικτό λογαριασμό μέχρι το ποσό του 1.000.000 δραχμών, υπό τους ειδικότερους όρους, που αναφέρονται στη σύμβαση αυτή.

Το ποσό της πιστώσεως αυξήθηκε με ταυτάριθμες συμπληρωματικές συμβάσεις μέχρι το ποσό των 115.550.000 δραχμών. Της πιστώσεως αυτής η πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη έκανε χρήση μέχρι τον Ιούνιο του 1981. Στις 16-1-1981 και στις 2-6-1981 η εκκαλούσα -ενάγουσα έκλεισε οριστικά, όπως είχε δικαίωμα να κάνει από τη σύμβαση και τον νόμο, τους λογαριασμούς που τηρούσε για την κίνηση της πιστώσεως και οι οποίοι, παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο 92.262.425 δραχμών συνολικά σε βάρος της πιστούχου εταιρείας.

Με τις από ... επιστολές της, οι οποίες επιδόθηκαν στην πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη, η εκκαλούσα - ενάγουσα γνωστοποίησε σ' αυτή, τόσο το κλείσιμο των λογαριασμών, όσο και τα χρεωστικά κατάλοιπα, τα οποία ανέρχονταν στο παραπάνω ποσό συνολικά, για το οποίο αυτή πολύ μεταγενέστερα ζήτησε και πέτυχε σε βάρος της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης την έκδοση της υπ' αριθμ. ...

διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε αυτή να της καταβάλει το παραπάνω ποσό των 92.262.425 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 1-1-1994, πλέον Ε.Φ.Τ.Ε. εκ ποσοστού 3%, καθώς και τα δικαστικά της έξοδα εκ 2.270.000 δραχμών. Περαιτέρω με την υπ'αριθμ. 1971/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η πρώτη εναγομένη καταδικάσθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.468.950 δραχμών, λόγω καταβολής από αυτή στο Ελληνικό Δημόσιο της εισφοράς του Ν. 257/1976, η οποία αντιστοιχούσε στο χρεωστικό υπόλοιπο της παραπάνω συμβάσεως, με το νόμιμο τόκο από 2-6-1981, για το ποσό των 5.338.953 δραχμών και με το νόμιμο τόκο από 12-11-1981 για το ποσό των 129.997 δραχμών, καθώς και το ποσό των 275.000 δραχμών για δικαστική δαπάνη.

Εξάλλου, με σύμβαση πωλήσεως, την οποία συνήψε η πρώτη εφεσίβλητη -εναγομένη με τη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη και για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 26-3-1998 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στον τόμο 1197 και με αύξοντα αριθμό ..., η πρώτη μεταβίβασε στη δεύτερη την κυριότητα ενός ακινήτου, μετά του επ' αυτού παλαιού και εγκαταλελειμμένου εργοστασίου, ευρισκομένου στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας των ..., στον παράδρομο της εθνικής οδού ... μεταξύ της 53η και της ... χιλιομετρικής θέσης αυτής, εμβαδού κατά τους τίτλους 26.043 μ2 και μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση τμήματος αυτού το 1985, εμβαδού 23.406 μ2 κατά τη μεταβίβαση, εμφαινομένου στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από Ιανουαρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ....

Στο ακίνητο αυτό η πρώτη εφεσίβλητη -εναγομένη είχε εγκαταστήσει εργοστάσιο μεταλλουργίας από το 1970, το οποίο όμως κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως του ακινήτου στη δεύτερη εφεσίβλητη -εναγομένη ήταν εγκαταλελειμμένο και ερειπωμένο. Όπως αποδείχθηκε, από το 1980 η πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη είχε διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου και από το 1985, που ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. ...

άδεια συστάσεως αυτής, τέθηκε υπό εκκαθάριση (βλ. την υπ. αριθμ. 1649/29-7-1985 απόφαση του Νομάρχη Βοιωτίας στο Φ.Ε.Κ. 2891/2-8-1985 Τ.Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), η οποία μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεν είχε ολοκληρωθεί. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την παραπάνω μεταβίβαση του ακινήτου, το εργοστάσιο αυτό, όχι μόνο δεν λειτουργούσε, αλλά ερειπώθηκε πλήρως από τα μηχανήματα που υπήρχαν σ' αυτό και τα οποία εξαφανίσθηκαν και είναι άγνωστο που κατέληξαν.

Χαρακτηριστικό της ερειπώσεως και της εγκαταλείψεως αυτού είναι τα αναφερόμενα στην από 23-9-1998 έκθεση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ότι το κτήριο, κατασκευής του 1970, έχει υποστεί φθορές "σε πολύ μεγάλη έκταση σε όλα τα οικοδομικά του στοιχεία" και ως εγκαταλειμμένο, χωρίς φύλαξη και περίφραξη, έχει γίνει "στόχος κλοπών και βανδαλισμών από διάφορους επιδρομείς" μέχρι του σημείου να έχουν αφαιρεθεί ακόμα και τα υδραυλικά, οι διακόπτες και τα εσωτερικά καλώδια.

Πριν δε από τη μεταβίβαση αυτή, η πρώτη εφεσίβλητη -εναγομένη έλαβε και την υπ' αριθμ. ... άδεια κατεδάφισης, ώστε να αποφευχθούν οι φορολογικές επιβαρύνσεις για τη μεταβίβαση από την ύπαρξη του κτηρίου. Κατά τον χρόνο της άνω μεταβιβάσεως του ακινήτου υπήρχαν επί αυτού υποθήκες και προσημειώσεις συνολικού ποσού 184.221.359 δραχμών και κατασχέσεις συνολικού ποσού 22.494.822 δραχμών.

Μάλιστα, οι υποθήκες και οι προσημειώσεις αναγράφηκαν και στο συμβόλαιο, που συντάχθηκε για τη μεταβίβαση αυτή. Όλες οι προσημειώσεις και οι υποθήκες, εκτός από μία, είχαν εγγραφεί υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας πριν από το 1978, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης, τόσο από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, όσο και από άλλες συμβάσεις χρηματοδοτήσεως αυτής.

Μία από τις υποθήκες αυτές, η τελευταία κατά σειρά, είχε εγγραφεί υπέρ της εταιρείας "Αλουμίνιον της Ελλάδος Α.Ε." για ποσό 75.559.000 δραχμών. Μεταξύ των βαρών αυτών υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας περιλαμβανόταν και η εγγραφή υποθήκης στις ... επί του επιδίκου ακινήτου και επί των μηχανημάτων του εργοστασίου κατά τον Ν. 4112/1929 για ποσό 50.000 δραχμών, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Λεβέντη. Ωστόσο, το 1978 η κυριότητα των μηχανημάτων του εργοστασίου μεταβιβάσθηκε καταπιστευτικά στην εκκαλούσα - ενάγουσα με την από 15-3-1978 σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ τους, προς ασφάλεια της εκ δραχμών 67.000.000 απαιτήσεως αυτής από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό.

Η αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως αυτής καθορίσθηκε από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. στο ποσό των 152.139.000 δραχμών. Ωστόσον η δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη κατέβαλε στην πρώτη εφεσίβλητη -εναγομένη, ως τίμημα, μόνο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, το οποίο ανεγράφη και στο συμβόλαιο πωλήσεως, καθόσον ανέλαβε την υποχρέωση να τακτοποιήσει και τα εμπράγματα βάρη, που υπήρχαν στο ακίνητο και συνεπώς στο τίμημα αγοράς του συνυπολογίσθηκαν και τα ποσά των παραπάνω βαρών του ακινήτου.

Κατά τον ίδιο χρόνο της μεταβιβάσεως του ακινήτου η απαίτηση της εκκαλούσας -ενάγουσας κατά της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης ανερχόταν στο ποσό των 167.080.710 δραχμών, από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού και στο ποσό των 25.849.902 δραχμών από την υπ' αριθμ. 1971/1984 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που αναφέρθηκε.

Από το κλείσιμο του ανοικτού λογαριασμού μέχρι την παραπάνω μεταβίβαση του ακινήτου, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς είσπραξη των παραπάνω απαιτήσεών της, αν και αυτές ήταν εξασφαλισμένες με εμπράγματες ασφάλειες, ούτε προς άσκηση των δικαιωμάτων της επί των μηχανημάτων του εργοστασίου, τα οποία της είχαν μεταβιβασθεί καταπιστευτικά κατά τα εκτεθέντα.

Έτσι, το μεν κτήριο του εργοστασίου εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε, τα δε μηχανήματα, τα οποία ανήκαν σ' αυτή από 15-3-1978, όπως επίσης αναφέρθηκε, λεηλατήθηκαν και εξαφανίσθηκαν. Εν συνεχεία, με άλλη σύμβαση πωλήσεως, την οποία συνήψε η δεύτερη εφεσίβλητη -εναγομένη με την τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη και για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Πετρέσκου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στις 10-2-200 στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 1252 και με αύξοντα αριθμό 35, η δεύτερη εφεσίβλητη -εναγομένη μεταβίβασε στην τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη την κυριότητα του ιδίου ακινήτου, μετά του εντός αυτού παλαιού και εγκαταλελειμμένου εργοστασίου, εμβαδού 23.681.44 μ2 κατά τη μεταβίβαση, εμφαινόμενου στο προσαρτημένο στο συμβόλαιο αυτό από Ιανουαρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...

με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, ζ, ε. Κ, Α, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Α και οριζομένου περιμετρικά με τον παράδρομο που αναφέρθηκε και πέρα από αυτόν με την εθνική οδό ..., με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησίες αγνώστων και με ιδιοκτησία .... Κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως αυτής υπήρχαν επί του ακινήτου υποθήκες και προσημειώσεις μόνο υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας συνολικού ποσού 108.662.359 δραχμών.

Έτσι, στο συμβόλαιο που συντάχθηκε για τη μεταβίβαση αυτή αναγράφηκαν όλα τα υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας βάρη, τα οποία ανέρχονταν στο παραπάνω ποσό των 108.662.359 δραχμών. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 143.742.938 δραχμών, στο οποίο προσδιόρισε και η αρμοδία Δ.Ο.Υ. την αξία αυτού. Έναντι του εν λόγω τιμήματος η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη κατέβαλε στη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη μόνο το ποσό των 13.742.938 δραχμών.

Το υπόλοιπο ποσό των 130.000.000 δραχμών πιστώθηκε και η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να το καταβάλει άτοκα, ταυτόχρονα με την προσκόμιση από την πωλήτρια πιστοποιητικού του οικείου υποθηκοφυλακείου περί ολοσχερούς διαγραφής και εξαλείψεως των υφισταμένων παραπάνω βαρών υπέρ της εκκαλούσας -ενάγουσας και σχετικού εγγράφου του Δημοσίου Ταμείου της αρμοδίας Δ.Ο.Υ.

περί μη οφειλής φόρων. Στην περίπτωση που η διαγραφή - εξάλειψη θα γινόταν σταδιακά, συμφωνήθηκε να καταβάλλεται από την τρίτη εφεσίβλητη -εναγομένη το αντίστοιχο μερικό ποσό, με την προσκόμιση ταυτόχρονα του σχετικού πιστοποιητικού του οικείου Υποθηκοφυλακείου. Τέλος, η δεύτερη εφεσίβλητη -εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση με δική της επιμέλεια και δαπάνες της, να εξαλείψει όλα τα υφιστάμενα επί του ακινήτου βάρη, συμφωνήθηκε δε ότι, σε περίπτωση που η δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη δεν εξαλείψει τα υφιστάμενα επί του ακινήτου βάρη, η τρίτη εφεσίβλητη -εναγομένη έχει το δικαίωμα να προβεί η ίδια στην εξάλειψη αυτών, χρησιμοποιώντας το τίμημα που παρακράτησε.

Κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως αυτής του ακινήτου, η απαίτηση της εκκαλούσας- ενάγουσας κατά της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης ανερχόταν πλέον στο ποσό των 194.973.960 δραχμών, από τη σύμβαση του αλληλοχρέου λογαριασμού και στο ποσό των 27.394.842 δραχμών από την υπ' αριθμ. 1971/1984 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κατά τον ίδιο χρόνο ήδη είχε διαταχθεί, με την υπ' αριθμ.173/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 10-2-1999 αγωγής της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης κατά της εκκαλούσας -ενάγουσας, η εξάλειψη επτά προσημειώσεων και υποθηκών που είχαν εγγραφεί από 12-8-1968 μέχρι 2-5-1973 υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας συνολικού ποσού 59.250.000 δραχμών, λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων αυτής.

Μετά τη μεταβίβαση αυτή η πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη πέτυχε την εξάλειψη και των υπολοίπων βαρών που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο, πλην της υποθήκης του ποσού των 50.000 δραχμών, που, όπως αναφέρθηκε, ενεγράφη το 1976 επί των μηχανημάτων του εργοστασίου μετά της σχετικής σημειώσεως του Ν. 257/1976 για το ποσό των 8.612.859 δραχμών.

Ειδικότερα με την υπ' αριθμ. 30/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 18-4-2000 αγωγής της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης κατά της εκκαλούσας -ενάγουσας, διατάχθηκε η εξάλειψη μιας προσημειώσεως και δύο υποθηκών, συνολικού ποσού 18.000.000 δραχμών, λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων αυτής, ενώ με τις υπ' αριθμ. 1305/2000 και 3311/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι οποίες εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων επί των από 29-12-1999 και 12-4-000 αιτήσεων της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης κατά της εκκαλούσας- ενάγουσας, διατάχθηκε η αντικατάσταση των υπολοίπων προσημειώσεων και υποθηκών, συνολικού ποσού 52.000.000 και 30.000.000 δραχμών αντίστοιχα, με εγγυοδοσία.

Με την προοδευτική εξάλειψη των βαρών αυτών η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη κατέβαλε στη δεύτερη εφεσίβλητη - εναγομένη με την προσκόμιση των σχετικών πιστοποιητικών του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου, στις 7-6-2000 το ποσό των 62.000.000 δραχμών, στις 20-9-2000 το ποσό των 40.000.000 δραχμών και στις 17-1-2001 το ποσό των 15.000.000 δραχμών, έχει δε παρακρατήσει το ποσό των 13.000.000 δραχμών, λόγω μη εξαλείψεως ακόμη της υποθήκης του ποσού των 50.000 δραχμών και των 8.162.359 δραχμών.

Όσον αφορά την υποθήκη για το ποσό των 50.000 δραχμών, που ενεγράφη το 1976 επί των μηχανημάτων του εργοστασίου, ναι μεν αποσβέσθηκε αυτή επί των μηχανημάτων, λόγω συγχύσεως, με την καταπιστευτική μεταβίβαση αυτών στην εκκαλούσα - ενάγουσα το 1978, για την οποία έγινε λόγος, πλην όμως δεν έχει διαταχθεί η εξάλειψη αυτής, ούτε και έχει εξαλειφθεί αυτή από τα βιβλία υποθηκών, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο.

Μάλιστα, η πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη, με αγωγή της κατά της εκκαλούσας - ενάγουσας, ζήτησε την εξάλειψη αυτής, λόγω εξοφλήσεως της σχετικής απαιτήσεως με δημόσια κατάθεση του ποσού αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 117/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, λόγω του ότι δεν είχαν εξοφληθεί και οι τόκοι της απαιτήσεως αυτής, ούτε το ποσό των 8.612.359 δραχμών της έκτακτης εισφοράς, για το οποίο είχε εγγραφεί σημείωση στο βιβλίο υποθηκών.

Κατά της αποφάσεως αυτής η πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 9002/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (δηλ. του Εφετείου) και κατ' αυτής αυτή άσκησε την από 6-4-2005 αίτηση αναιρέσεως. Μετά την αγορά του επιδίκου ακινήτου, η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη και η εταιρεία "PROFILKO Βιομηχανία Διέλασης Αλουμινίου Α.Ε.", η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, εξέδωσαν νέες οικοδομικές άδειες στις 23-4-2001, στις 18-4-2002 και στις 26-2-2003 και προέβησαν στην ανακαίνιση του κτηρίου του παλαιού εργοστασίου και στην επέκταση αυτού και δημιούργησαν ένα εκτεταμένο κτηριακό συγκρότημα, στο οποίο εγκατέστησαν και λειτουργούν εργοστάσιο διέλασης αλουμινίου, πραγματοποιώντας επένδυση περίπου 1.400.000.000 δραχμών, η οποία επιδοτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, βάσει του αναπτυξιακού νόμου 2601/1998 και δανειοδοτήθηκε από την τράπεζα ΑLPHA ΒΑΝΚ.

Παράλληλα η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη και η εταιρεία PROFILKO Βιομηχανία Διέλασης Αλουμινίου Α.Ε." αγόρασαν από την εκκαλούσα - ενάγουσα δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θηβών Αγγελικής Σαρρή, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών, ένα ακίνητο εμβαδού 15.211,23 μ2, αντί τιμήματος 402.000 ευρώ, το οποίο ήταν συνέχεια του επιδίκου και ανήκε στην πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη και το οποίο είχε περιέλθει στην εκκαλούσα - ενάγουσα εκ πλειοδοσίας σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που έγινε στις 2-11-1990 με επίσπευση του Ελληνικού Δημοσίου, αντί πλειστηριάσματος 19.987,56 ευρώ, ποσό το οποίο προσδιόρισε η αρμόδια Δ.Ο.Υ.

και ως αντικειμενική αξία αυτού στο παραπάνω συμβόλαιο αγοράς του από την τρίτη εφεσίβλητη -εναγομένη και την εταιρεία "PROFILKO Βιομηχανία Διέλασης Αλουμινίου Α.Ε.". Οι διαπραγματεύσεις δε για την αγορά του ακινήτου αυτού είχαν αρχίσει από τον Νοέμβριο του 2002, δηλαδή πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και ενώ η εκκαλούσα - ενάγουσα γνώριζε όχι μόνο την αγορά του επιδίκου ακινήτου από την τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη, αλλά και την πραγματοποίηση από αυτή των επενδύσεων, που αναφέρθηκαν, σ' αυτό.

Το παραπάνω δε συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου αυτού από την εκκαλούσα -ενάγουσα συντάχθηκε, αφού προηγουμένως η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη και η εταιρεία "PROFILKO Βιομηχανία Διέλασης Αλουμινίου" είχαν πλειοδοτήσει σε πλειοδοτικό διαγωνισμό, τον οποίο είχε προκηρύξει η εκκαλούσα - ενάγουσα για την πώληση αυτού και ο οποίος κατακυρώθηκε σ' αυτές στις 7-1-2003, δηλαδή πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Ενώ γίνονταν όλα αυτά και ενώ η μεν ενάγουσα είχε λάβει γνώση τόσο της πρώτης εκποιήσεως του επιδίκου ακινήτου, τουλάχιστον από το 1999, που είχε επιδιώξει να εγγράψει επ' αυτού προσημείωση υποθήκης με βάση τη διαταγή πληρωμής, που αναφέρθηκε, όσο και της δεύτερης εκποιήσεως η δε τρίτη εναγομένη είχε προβεί στις επενδύσεις, που αναφέρθηκαν, πράγμα το οποίο γνώριζε, καθώς και στην αγορά από την ενάγουσα του ακινήτου, που επίσης αναφέρθηκε, η ίδια (ενάγουσα) επέδωσε στις 19-3-2003 και στις 20-3-2003 στις εφεσίβλητες - εναγόμενες την κρινόμενη αγωγή, με την οποία ζήτησε αυτά που αναφέρθηκαν.

Από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, και άσχετα με το κατά πόσο η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ή όχι κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως σ' αυτή του επιδίκου ακινήτου, ότι η πρώτη εναγομένη κατά τη μεταβίβαση αυτή ενήργησε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη γνώριζε, κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως σ' αυτή του επιδίκου ακινήτου, ότι η πρώτη εναγομένη, κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως αυτού στη δεύτερη εναγομένη είχε ενεργήσει με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας.

Και τούτο διότι, η τρίτη εναγομένη κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως σ' αυτή του επιδίκου ακινήτου, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση, τόσο με την πρώτη εναγομένη, όσο και με τη δεύτερη εναγομένη. Ενδιαφερόμενη για την αγορά ακινήτου στην περιοχή των ... για την κατασκευή εργοστασίου, μετά από έρευνα της αγοράς που έγινε από το μάρτυρά της, που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οδηγήθηκε στο επίδικο ακίνητο, το οποίο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός, τους το συνέστησε ο πρώην διοικητής της ΕΤΒΑ ..., ο οποίος τους έδωσε το τηλέφωνο του εκπροσώπου της δεύτερης εφεσίβλητης - εναγομένης στην Αγγλία ...

και έτσι έγιναν οι διαπραγματεύσεις. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το τίμημα των 143.742.938 δραχμών, που αναγράφηκε στο συμβόλαιο αγοράς του επιδίκου ακινήτου από την τρίτη εναγομένη και στο οποίο το είχε εκτιμήσει η αρμοδία Δ.Ο.Υ., αφίστατο της πραγματικής αξίας του ακινήτου, λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης εκτιμήσεως αυτού, που είχε κάνει η ίδια Δ.Ο.Υ.

το 1998 και η οποία ανερχόταν στο ποσό των 152.139.000 δραχμών, ούτε αποδείχθηκε ότι η κατάσταση αυτού χειροτέρευσε μετά το 1998. Αλλά και αληθούς υποτιθεμένου του γεγονότος ότι η πραγματική αξία αυτού ανερχόταν στο ποσό των 185.000.000 δραχμών, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτό δεν σημαίνει και ότι η τρίτη εναγομένη, γνώριζε τον δόλο της πρώτης εναγομένης κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως αυτού στη δεύτερη εναγομένη, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι κατα τον ίδιο χρόνο η απαίτηση της ενάγουσας, το ακριβές ύψος της οποίας δεν αποδείχθηκε ότι το γνώριζε η τρίτη εναγομένη, φερόταν εξασφαλισμένη με εμπράγματες ασφάλειες και τα δικαιώματά της δεν θίγονταν από τη γενόμενη μεταβίβαση.

Για το λόγο ακριβώς αυτόν μάλιστα αυτή (τρίτη εναγομένη), παρακράτησε από το τίμημα πωλήσεως το ποσό των 130.000.000 δραχμών και ανέλαβε την υποχρέωση να το καταβάλλει στη δεύτερη εναγομένην μετά την εξάλειψη των εμπραγμάτων βαρών, που υπήρχαν στο ακίνητο κατά τα εκτεθέντα. Ούτε μπορεί να συναχθεί, από την αναγραφή στο συμβόλαιο αγοράς του επιδίκου ακινήτου από τη δεύτερη εναγομένη, ως τιμήματος πωλήσεως, του ποσού των 10.000.000 δραχμών, ότι η τρίτη εναγομένη, γνώριζε ότι, κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του επιδίκου ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη, η πρώτη εναγομένη ενήργησε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, γιατί, όπως αποδείχθηκε, στο τίμημα πωλήσεως συνυπολογίσθηκαν και όλα τα βάρη, που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο και τα οποία ανέρχονταν, κατά τα εκτεθέντα, στο ποσό των 184.221.359 δραχμών συνολικά οι υποθήκες και οι προσημειώσεις και στο ποσό των 22.494.822 δραχμών συνολικά οι κατασχέσεις, γνώριζε δε αυτή (τρίτη εναγομένη) και ότι η δεύτερη εναγομένη είχε αναλάβει και την υποχρέωση να εξοφλήσει όλα τα παραπάνω βάρη, που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο.

Η κρίση, ότι η τρίτη εναγομένη δεν γνώριζε ότι κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του επιδίκου ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη η πρώτη εναγομένη ενήργησε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, ενισχύεται και από το ότι η ενάγουσα αδιαφόρησε να επιδιώξει την εξασφάλιση των απαιτήσεών της όχι μόνο πριν και μετά τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη, αλλά και μετά τη μεταβίβαση σ' αυτή.

Αν και είχε πετύχει δε τη έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής για τις απαιτήσεις της, δεν επεδίωξε να δεσμεύσει το επίδικο ακίνητο, ώστε να εξασφαλίσει τις απαιτήσεις της και να προστατευθούν οι τρίτοι από ενδεχόμενη εμπλοκή τους στην αγορά αυτού. Επίσης ενισχύεται και από το ότι η τρίτη εναγομένη μαζί με την εταιρεία "PROFILKO Βιομηχανία Διέλασης Αλουμινίου Α.Ε." εξέδωσαν, όπως αναφέρθηκε, μετά την αγορά του ακινήτου, νέες οικοδομικές άδειες και προέβησαν στην ανακαίνιση του κτηρίου του παλαιού εργοστασίου και στην επέκταση αυτού και δημιούργησαν ένα εκτεταμένο κτηριακό συγκρότημα, στο οποίο εγκατέστησαν και λειτουργούν εργοστάσιο διέλασης αλουμινίου, πραγματοποιώντας τεράστιες επενδύσεις κεφαλαίων, πράγμα το οποίο ασφαλώς δεν θα διακινδύνευε να κάνει, εάν είχε και την παραμικρή αμφιβολία για τον επικαλούμενο από την ενάγουσα δόλο της πρώτης εναγομένης.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους της 3ης εναγομένης γνώση του δόλου της 1ης εναγομένης, κατά την πρώτη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στην 2η εναγομένη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

ΕΠΕΙΔΗ, το Εφετείο όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού έλαβε υπόψη του εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από την βεβαίωση δε αυτή δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα στον 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, έγγραφα και δη α) την υπ'αριθ. 2131/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι εκκαθαριστές της πρώτης εναγομένης για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, με την πώληση του επίδικου ακινήτου από την τελευταία στην δεύτερη εναγομένη και β) το από 16-3-1998 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της πρώτης εναγομένης, προσαρτημένο στο συμβόλαιο μεταβίβασης στην εναγομένη, όπου συνομολογείται η ύπαρξη των χρεών αυτής προς την Τράπεζα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών. Επομένως, ο εκ του αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο είναι, αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, για το παραδεκτό του από την ίδια ως άνω διάταξη λόγου αναίρεσης, για την εκ μέρους του δικαστηρίου παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας, πρέπει να έχει προταθεί αυτή από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε, ενώπιον του ουσιαστικού δικαστηρίου κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση της πρότασης αυτής στο αναιρετήριο.

Εν προκειμένω, με το 2ο λόγο του αναιρετηρίου, υπαγόμενο στον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της 3ης εναγομένης, που περιέχεται στις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου σχετικά με το ότι οι υποχρεώσεις της 1ης εναγομένης προς την ενάγουσα ήταν υπαρκτές και ενεργείς. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθ'όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της ομολογίας αυτής στο Εφετείο. ΕΠΕΙΔΗ, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή αν το ουσιαστικό δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγματα" υπό την ανωτέρω έννοια είναι και οι βάσεις της αγωγής.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο ερευνώντας τη διαφορά, έλαβε υπόψη του και τις δύο βάσεις της αγωγής της αναιρεσείουσας, την κύρια, περί ακυρότητας των γενόμενων μεταβιβάσεων του επιδίκου ακινήτου από την πρώτη εναγομένη, στη δεύτερη και από αυτή στην τρίτη, με θεμέλιο τις διατάξεις των άρθρων 939, 943, 944 ΑΚ (καταδολίευση δανειστών) και την επικουρική, θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 4112/1929, ήτοι ότι μεταβίβαση του άνω ακινήτου από την 1η εναγομένη είναι άκυρη ως γενόμενη χωρίς την απαιτούμενη για την εγκυρότητα αυτής συναίνεση της ενάγουσας και ότι συνακόλουθα είναι άκυρες και οι μεταβιβάσεις αυτού στις 2η και 3η εναγόμενες (βλ. σκεπτικό και διατακτικό της αγωγής σελίδες 26 και 27 στην αρχή), τις βάσεις δε αυτές έκρινε νόμιμες και στη συνέχεια απέρριψε την κυρία ως προς όλες τις εναγόμενες, έκανε δεκτή την επικουρική ως προς τις 1η και 2η εναγόμενες και απέρριψε αυτή ως προς την 3η εναγομένη, κατ'αποδοχή της προβληθείσας από την τελευταία ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν υπήρχε δε στην αγωγή δεύτερη επικουρική βάση εκ του άρθρου 1033 ΑΚ, ως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα (απόκτηση ακινήτου εκ μέρους της 3ης εναγομένης, παρά μη κυρίας).

Συνεπώς, ο 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 2η ως άνω επικουρική βάση, ενώ αντιθέτως έλαβε υπόψη την άνω επικουρική βάση που δεν υπήρχε στην αγωγή, είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. (Ολ.ΑΠ 17/1995).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (Ολ.ΑΠ 32/2002).

Εξάλλου, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου ή προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική της αληθινής, ο δε δεύτερος αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής εκ του άρθρου 4 Ν. 4112/1929 ως προς την 3η εναγομένη (3η αναιρεσίβλητη), κατ'αποδοχή της προβληθείσας από αυτήενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δέχθηκε ανελέγκτως 1) ότι η ενάγουσα τόσο από το 1999, που έλαβε γνώση της πρώτης εκποιήσεως του επιδίκου ακινήτου, αν όχι από το 1998, όσο και από το 2000, που έλαβε γνώση και της δεύτερης εκποιήσεως αυτού, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματός της και, κυρίως, ότι, αν και είχε πετύχει την έκδοση της διαταγής πληρωμής για τις απαιτήσεις της, δεν επεδίωξε να δεσμεύσει το επίδικο ακίνητο, ώστε να εξασφαλίσει τις επικαλούμενες απαιτήσεις της και να προστατευθούν οι τρίτοι από ενδεχόμενη εμπλοκή τους στην αγορά αυτού, 2) ότι από το επίδικο ακίνητο εξαλείφθηκαν όλα τα βάρη, εκτός από την υποθήκη για το ποσό των 50.000 δραχμών με τη σχετική σημείωση του Ν. 257/1976 για το πόσό των 8.612.859 δραχμών της έκτακτης εισφοράς, της οποίας η εξάλειψη επιδιώχθηκε κατά τα εκτεθέντα και η σχετική αγωγή εκκρεμεί στον 'Αρειο Πάγο και της οποίας η εξάλειψη απαιτεί ασήμαντο ποσό σε σχέση με την αξία του επιδίκου ακινήτου, όπως έχει διαμορφωθεί μετά τις επενδύσεις, που έγιναν σ'αυτό, 3) ότι η ενυπόθηκη αυτή απαίτηση της εκκαλούσας-ενάγουσας εξακολουθεί να είναι εξασφαλισμένη και δεν θίγεται από τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου, 4) ότι είναι προφανώς δυσανάλογη η υποθηκική αξίωση της ενάγουσας, σε σχέση με το μέγεθος της γενόμενης στο επίδικο ακίνητο επενδύσεως, 5) ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας ενέχει κακοβουλία και αντιφατικότητα και ένδειξη ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει το επίδικο δικαίωμά της, γιατί, ενώ γνώριζε την ύπαρξη της ακυρότητας της γενόμενης μεταβιβάσεως και την έναρξη των εργασιών για την ανακατασκευή του παλαιού εργοστασίου και την επέκταση αυτού, άρχισε διαπραγματεύσεις με την τρίτη εναγομένη από τον Νοέμβριο του 2002 και της πώλησε ακίνητο όμορο με το επίδικο, στο υπερβολικά υψηλό τίμημα των 402.000 ευρώ, σε σχέση με το ύψος της αντικειμενικής του αξίας, που προσδιορίσθηκε στο ποσό των 19.987,56 ευρώ και 6) ότι η ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί στο επίδικο ακίνητο θα προκαλέσει αφόρητες και δυσβάστακτες συνέπειες στην 3η εναγομένη και θα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς της, η οποία βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία, με δυσμενείς συνέπέιες όχι μόνο για την ίδια την εναγομένη, αλλά και για τους εργαζομένους σ'αυτή καιακόμη για το κοινωνικό σύνολο γενικότερα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, δηλαδή η απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, καθώς και τα όρια τα επιβαλλόμενα από τα χρηστά ήθη, τα οποία επιτάσσουν η συμπεριφορά των συναλλασσομένων να ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινωνικής ηθικής.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπό τα, ως άνω, εκτεθέντα περιστατικά, η άσκηση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος, για την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης (δεύτερης χρονικώς) μεταβιβάσεως του ακινήτου, ενέχει προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ διέλαβε δε αυτό (Εφετείο) σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμγοής της εν λόγω διατάξεως.

Ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος (κατά τα σχετικά μέρη) λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-07 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της υπ'αριθ. 9720/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις οριζόμενα σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της 3ης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ