146/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated146/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1825 - 1827 και 1839 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θελήσεως του διαθέτη, αλλ' ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 146 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 146/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μουρκογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ......, 2. Ψ2, κατοίκου ......, 3. Ψ3, κατοίκου ......, προσωπικώς και ως ασκούντος την γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού του Ψ3-Α, 4. Ψ4, κατοίκου ......, προς ον εγένετο η ανακοίνωση δίκης, προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της εναγομένης Ψ2 και 5. Ψ2, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση του προς ον η ανακοίνωση δίκης Ψ4. Ο Κωνσταντίνος Πίππας του Δημητρίου, (3ος αναιρεσίβλητος) εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Φραντζή. Οι υπόλοιποι 1η, 2η, 4ος και 5η αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με αγωγές, με ανακοίνωση δίκης και πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2000 του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1382/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ναυπλίου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 563/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-3-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 8-9-2008 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Αιμιλίας Λίτινα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης ..... και ...... και ...... και ...... των δικαστικών επιμελητών ...... και ...... στα Πρωτοδικεία Ναυπλίου και Αθηνών αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο τρίτος αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 2-3-2005 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης με κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερη, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Όμως οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ ΑΠ 3/97).
Εξάλλου, πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου (ΑΠ 822/1990). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη 563/2004 απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα με την από 8.4.1999 έφεσή της ισχυρισμό περί απαραδέκτου, λόγω εκπρόθεσμης επίκλησης και προσκομιδής από τους αντιδίκους της των σ' αυτή (έφεση) αναφερόμενων εγγράφων, τα οποία εκείνοι είχαν προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή της για αναγνώριση ως άκυρης της διαθήκης που συνέταξε η θετή μητέρα της, λόγω ανικανότητας της τελευταίας να συντάξει διαθήκη, ως πάσχουσας από καρκίνο εγκεφάλου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ουδόλως ερεύνησε την ως άνω έφεση της αναιρεσείουσας, που περιείχε τον παραπάνω λόγο, ως δεσμευόμενο από την τελεσιδικία της 24/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, την οποία είχε επικυρώσει, απορρίπτοντας την έφεση αυτή με την προηγούμενη 353/2000 απόφασή του (Εφετείου Ναυπλίου), όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει στην αναίρεσή της.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1825 - 1827 και 1839 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι ο δικαιούμενος νόμιμη μοίρα τη λαμβάνει και εναντίον της θελήσεως του διαθέτη, αλλ' ο τελευταίος, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, μπορεί να στερήσει το δικαιούχο της νόμιμης μοίρας του και μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι περιοριστικώς αναφέρονται στο νόμο (αποκλήρωση υπό στενή έννοια).
Ειδικότερα ο διαθέτης μπορεί, με την έννοια αυτή της αποκληρώσεως, να αποκληρώσει τον κατιόντα του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1840 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται (με αριθμό 3) και η περίπτωση που ο κατιών έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού (βαρέος κατά το μεταγλωτισμένο αρχικό κείμενο του ΑΚ) πλημμελήματος με πρόθεση, κατά τον διαθέτη ή του συζύγου του.
Δεν απαιτείται μεν και καταδίκη από το ποινικό δικαστήριο, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει το λόγο της αποκλήρωσης πρέπει να εξετάσει παρεμπιπτόντως την ύπαρξη των στοιχείων κακουργήματος ή πλημμελήματος. Με βάση την κρατούσα εκάστοτε ηθική και κοινωνική αντίληψη κρίνεται πότε το πλημμέλημα είναι "σοβαρό", το ζήτημα δε αν τα επικαλούμενα και δεκτά γενόμενα γεγονότα φέρουν ή μη χαρακτήρα "σοβαρού" πλημμελήματος είναι νομικό. 'Ετσι "σοβαρό" πλημμέλημα μπορεί να αποτελεί η σκαιά ύβρη κατά του διαθέτη ή του συζύγου του.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό δικαστήριο και γι' αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως πλήσσεται με λόγο αναίρεσης.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον 'Αρειο Πάγο. Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον 'Αρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο 'Αρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δέσμευση δεν υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά απ' ό,τι η απόφαση που αναιρέθηκε, χωρίς η περί τούτου κρίση του να ελέγχεται αναιρετικώς, επιδέχονται νομική λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση (ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 194/2004, ΑΠ 7/2001).
Τέλος, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' λόγος αναιρέσεως για μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα :
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 10-9-1990 (αριθμός κατάθεσής της 1671/1990) αγωγή τους ζητούσαν να αναγνωριστεί, ότι η ήδη αναιρεσείουσα, η οποία ήταν θετή θυγατέρα των θείων της Α και Β, οι οποίοι αποβίωσαν στις 15-2-1982 ο πρώτος και στις 20-9-1982 η δεύτερη, ουδέν δικαίωμα ούτε δικαίωμα νομικής μοίρας, έχει επί της κληρονομίας των άνω θετών γονέων της, λόγων έγκυρης αποκλήρωσής της που διαλαμβάνεται τόσο στη δημόσια διαθήκη του Α, η οποία περιέχεται στη ......
πράξη του συμβολαιογράφου 'Αργους Παν. Καλή, όσο και στη δημόσια διαθήκη της Β, η οποία περιέχεται στη ...... πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου και οι οποίες διαθήκες δημοσιεύθηκαν νόμιμα. Το Εφετείο Ναυπλίου, με την 353/2000 απόφασή του, απέρριψε την πιο πάνω αγωγή, γιατί έκρινε ότι η αποδιδόμενη στην ήδη αναιρεσείουσα διάπραξη, κατά το Μάρτιο του 1976, σοβαρού πλημμελήματος σε βάρος των θετών γονιών της, συνιστάμενο στην εξύβρισή τους με το να τους αποκαλέσει "παλιόγερους, γύφτους, χούφταλα, άχρηστους", δεν συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ πλημμέλημα που απαιτεί ο νόμος για την έγκυρη αποκλήρωση κατιόντος, λόγω της ηλικίας της θετής κόρης, η οποία τότε ήταν ένδεκα (11) ετών, και εκ της οποίας οι άνω υβριστικοί χαρακτηρισμοί που αποδίδονται σ' αυτήν, δεν πρέπει, κατά τους κανόνες της επιείκειας και της ηθικής να θεωρηθούν σοβαρό πλημμέλημα που να δικαιολογεί την αποκλήρωσή της.
Κατά της πιο πάνω 353/2000 απόφασης, οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν αναίρεση, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού τους που στοιχειοθετούσε τον από το άρθρο 1840 αριθ. 3 λόγο αποκλήρωσης. Ο 'Αρειος Πάγος, με τη 1382/2002 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο αυτόν αναίρεσης, δέχτηκε τα εξής: "Όπως όμως συνάγεται από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, σ' αυτήν διαλαμβάνεται και το εξής αυτοτελές και ουσιώδες περιστατικό, που θεμελιώνει το αίτημα αναγνωρίσεως του εγκύρου της αποκληρώσεως της (τότε) αναιρεσίβλητης εκ μέρους των θετών γονέων της ...
μη ληφθούν υπόψη από το Εφετείο", ήτοι ότι "την αυτήν υβριστικήν και ονειδιστικήν συμπεριφοράν ετήρησαν η αναιρεσίβλητη προς τους θετούς γονείς της ... και κατά τας παραμονάς του Νέου 'Ετους 1981, όταν αυτοί και πάλιν την ικέτευσαν να επανέλθει εις την οικία των, οπότε αυτή, εις ηλικίαν πλέον δέκα έξι (16) ετών, τους καθύβρισε και πάλιν παλιόγερους, χούφταλα, γύφτους και άχρηστους, προσθέσασα ότι περιμένει πότε θα πεθάνουν για να τους κληρονομήσει".
Το Εφετείο, δέχτηκε τότε ο 'Αρειος Πάγος, "ουδέν διαλαμβάνει στην απόφασή του περί της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη του άνω περιστατικού, που διαλαμβάνεται στην αγωγή και το οποίο είναι ουσιώδες και στηρίζει το αίτημα αυτής". Και με τις σκέψεις αυτές, ο 'Αρειος Πάγος ανήρεσε την πιο πάνω 353/2000 απόφαση, ως προς τη διάταξη της περί απορρίψεως της προαναφερόμενης από 12-9-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. 'Ετσι ο 'Αρειος Πάγος έκρινε ως νόμιμο τον προαναφερόμενο λόγο αποκλήρωσης, που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσίβλητοι.
Ακολούθως το Εφετείο Ναυπλίου, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 563/2004 απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα του πιο πάνω λόγου αποκλήρωσης, τα εξής : Η αναιρεσείουσα, που γεννήθηκε στις 10-1-1965 και είχε κηρυχθεί θετό τέκνο των Α και της συζύγου του Β με την 363/1972 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, άρχισε βαθμηδόν να επιδεικνύει προς αυτούς ανυπακοή και υβριστική συμπεριφορά, με την οποία εξεδήλωνε τη σαφή θέση και στάση της ότι δεν επιθυμεί να παραμείνει μαζί τους, αλλά θέλει να επιστρέψει στη φυσική της οικογένεια.
Οι θετοί γονείς της προσπαθούσαν με νουθεσίες και συμβουλές να την πείσουν για τα αισθήματα τους, αλλά αυτή έδειχνε αποφασισμένη και αμετάπειστη. Από τις αρχές του έτους 1976 η συμπεριφορά της εκτραχύνθηκε, αφού δεν δίσταζε, ακόμη και παρουσία τρίτων να τους εξυβρίζει με τους εξαιρετικά υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς και καταφρονητικές φράσεις : "παλιόγεροι, χούφταλα, γύφτοι, άχρηστοι".
Μάλιστα για να καταδείξει την ειλημένη απόφασή της να τους εγκαταλείψει, τους απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει αν δεν της επέτρεπαν να επιστρέψει στην φυσική της οικογένεια. Στις 27-3-1976, δηλαδή ενώ διήνυε του πρώτους μήνες του 12ου έτους της ηλικίας της η υιοθετηθείσα, εγκατέλειψε κρυφά την οικία των εν λόγω θετών γονέων της, ανευρέθη δε με την βοήθεια της αστυνομίας στην οικία του φυσικού πατρός της στο ...... (......).
Μετά από μήνυση των θετών γονέων της ο φυσικός πατέρας διώχτηκε για αρπαγή και συγκεκριμένα "ότι κατά το χρονικό διάστημα από 27-3-1976 μέχρι και το τέλος Αυγούστου 1976 υπεστήριξε την εκούσια διαφυγή της από τη οικία των θετών γονέων της, δηλαδή την παρεκκίνησε να απομακρυνθεί απ' αυτήν και να εγκατασταθεί στην ως άνω οικία του, παραχωρώντας σ' υτή φιλοξενία και συμβουλεύοντας αυτή να μην επανέλθει στους θετούς γονείς της ...".
Με την 1038/1976 απόφαση του Τριμελούς Ναυπλίου κηρύχθηκε αθώος της πράξεως αυτής, με την αιτιολογία ότι η εκ μέρους της υιοθετηθείσας εγκατάλειψη των θετών γονέων της έγινε αυτόβουλα και όχι με την σύμπραξή του, αναγκάστηκε δε να την δεχθεί στην οικία του, μετά ην απειλή που αυτή διετύπωσε ότι θα αυτοκτονήσει εάν επιστρέψει στους θετούς γονείς.
Μετά την εξέλιξη αυτήν, η υιοθετηθείσα δεν επέστρεψε κοντά στους θετούς γονείς της, αλλά παρέμεινε στην οικία του φυσικού πατρός της. Οι θετοί γονείς της, επεκοινώνησαν μαζί της και προσπάθηκσαν να την μεταπείσουν να επιστρέψει κοντά τους, αλλά η προσπάθειά τους δεν τελεσφόρησε. Μάλιστα η στάση της ήταν το ίδιο προσβλητική, αφού τους απεκάλεσε με τα παραπάνω υβριστικές λέξεις.
Την παραμονή του νέου έτους 1981 για τελευταία φορά οι θετοί γονείς, που σημειωτέον αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, επεκοινώνησαν με την υιοθετηθείσα και της ζήτησαν να επανέλθει κοντά τους, αλλά αυτή όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά επέδειξε προς αυτούς την προπεριγραφείσα σκαιά και υβριστική συμπεριφορά.
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι οι θετοί γονείς της αναιρεσείουσας, με δημόσιες διαθήκες τους, που περιέχονται, αντιστοίχως, στις ...... και ...... πράξεις του συμβολαιογράφου 'Αργους Παν. Καλή, αποκλήρωσαν την αναιρεσείουσα θετή θυγατέρα τους για τον αναγραφόμενο σ' αυτούς λόγο, δέχτηκε και τα εξής αναφορικά με το λόγο αυτόν :
Η θετή κόρη, με βάση την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγματι "έγινε ένοχος με πρόθεση σοβαρού πλημ/τος" κατά των θετών γονέων της, αφού όχι μόνο τους εγκατέλειψε, παρά την άψογη και στοργική συμπεριφορά που επεδείκνυαν προς αυτήν, αλλά επιπροσθέτως τους εξύβριζε και μάλιστα παρουσία τρίτων με τις προμνησθείσες υβριστικές λέξεις και φράσεις, κατά τρόπο που εξεδήλωνε καταφρονητική προς αυτούς διάθεση και παντελή έλλειψη σεβασμού.
Η βλάβη που προκλήθηκε από την υβριστική και σκληρή συμπεριφορά της στους θετούς γονείς της και δη από τη προσβολή τού εκ της προσωπικότητος απορρέοντος εννόμου αγαθού της τιμής τους, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα βαρεία ως αντιβαίνουσα προς τις εκ του νόμου και της ηθικής απορρέουσες επιταγές για επίδειξη σεβασμού από τον κατιόντα προς τον ανιόντα.
Η εν λόγω συμπεριφορά επεδείχθη από την θετή κόρη, όχι μόνο κατά την παιδική ηλικία της, (έως της συμπληρώσεως του 12ου έτους), αλλά και κατά την επακολουθήσασα εφηβεία της, αφού κατά τις παραμονές του έτους 1981, που διήνυε το 17° έτος της ηλικίας της, απέρριψε σκαιώς, με τη χρήση των παραπάνω υβριστικών λέξεων, την έκκλησή τους να επιστρέψει κοντά τους.
Υπό την έννοια αυτή η συμπεριφορά της θετής κόρης συνιστά πλήρως τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1840 αριθ. 3 ΑΚ λόγο αποκληρώσεως κατιόντος", οι θετοί γονείς της οποίας, με την (παρατιθέμενη) διάταξη που περιέλαβαν στις δημόσιες διαθήκες τους, "ασαφώς εξεδήλωσαν τη ρητή επιθυμία τους να την αποκληρώσουν για το εν λόγω σοβαρό κατ' αυτών πλημμέλημα που τέλεσε και υφίστατο κατά το χρόνο της συντάξεώς τους".
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, κρίνοντας ως βάσιμη την πιο πάνω από 10-9-1990 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 24/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που είχε κρίνει ομοίως, ενώ απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά και την από 5-12-1983 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την επικουρική βάση της, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της στην κληρονομία της θετής μητέρας της. 'Ηδη, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος, κατ' ορθή υπαγωγή, είναι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, τον οποίο αποκλείεται η αναιρεσείουσα), καθώς και με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο γίνεται επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1840 ΑΚ και 121, 126 του ΠΚ, με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα έγινε ένοχος εξυβρίσεως, ήτοι σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατά των θετών γονέων της, μολονότι αυτή, κατά το χρόνο που φέρεται ότι διέπραξε το πλημμέλημα αυτό, ήτοι "κατά το περιορισμένο χρονικό διάστημα των μηνών Φεβρουαρίου - Μαρτίου 1976 ήταν ηλικίας ένδεκα ετών και τριών μηνών και δεν είχε συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας της" και έτσι, μολονότι ήταν ποινικώς ακαταλόγιστη, το Εφετείο "υπήγαγε την παιδική συμπεριφορά ενός παιδιού μη συμπληρώσαντος το δωδέκατο έτος της ηλικίας του ...
σε έγκλημα". Όμως και ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η εξυβριστική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνεχίστηκε έως και τις παραμονές του έτους 1981 που διήνυε το 17ο έτος της ηλικίας της, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως νόμιμο το λόγο αποκλήρωσης που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους, συμμορφώθηκε κατά τούτο με την πιο πάνω 1382/2002 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου.
Αφού δε το Εφετείο, στη συνέχεια, δέχτηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον πιο πάνω λόγο αποκλήρωσης, υπό τα αυτά ακριβώς περιστατικά, υπό τα οποία ο 'Αρειος Πάγος τον είχε κρίνει νόμιμο και τα οποία έτσι δεν επιδέχονται νομική λύση διαφορετική του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση της 353/2000 απόφασης, η πιο πάνω 1382/2002 αναιρετική απόφαση, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, δεσμεύει ήδη και τον 'Αρειο Πάγο.
Επομένως, οι προαναφερόμενοι δύο λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ως αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατά τα προεκτιθέμενα, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έκρινε και ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον δεσμευτικώς για το ίδιο, ως δικαστήριο της παραπομπής, κριθέντα από τον 'Αρειο Πάγο ως νόμιμο προαναφερόμενο λόγο αποκλήρωσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της 563/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ