Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague argument and failure to prove procedural defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's judgment on procedural grounds. The appellant claimed the lower court improperly considered evidence without proper notice, but the court found the argument vague and unsupported by the record. Since the appellant failed to demonstrate that the contested evidence was critical to the case outcome or that the procedural defect occurred, the appeal was rejected as inadmissible and baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal for annulment must be specific regarding the alleged procedural defect and demonstrate its criticality to the case outcome, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1469 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1469/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Θ., κατοίκου ..., με την ιδιότητα του τέκνου και αποκλειστικού κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 13-9-2019 αρχικού ενάγοντος Θ. Γ. Β., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ", μετονομασθείσα σε "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΑΕ" και ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που με τις από 19-9-2023 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε τις ως άνω μεταβολές της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-9-2010 και 25-5-2011 αγωγές του ήδη αποβιώσαντος Θ. Γ. Β., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 893/2014 μη οριστική και 3427/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 987/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αποβιώσας Θ. Γ. Β. με την από 7-5-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 68/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 3682/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15.12.2021 (αριθ. εκθ. καταθ. 9981/1231/17.12.2021) αίτηση για την αναίρεση της 3682/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3682/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αρχικώς ενάγων Θ. Β. του Γ. άσκησε κατά της Α. - Π. Π. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ" την από 1.9.2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης που οδηγούσε το με αρ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα στον τόπο, χρόνο και υπό τις συνθήκες που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), με συνέπεια να υποστεί τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του κατάψηφιστικού αγωγικού αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 553.730 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Ακολούθως με την από 25.5.2011 αγωγή του ο ως άνω ενάγων (Θ. Β.) ενώπιον του ιδίου ως άνω δικαστηρίου κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων ζήτησε με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος της σε αναγνωριστικό, το ποσό των 53.961,44 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη κατά το περαιτέρω χρονικό διάστημα.
Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η με αριθμό 893/2014 απόφαση, με την οποία θεωρήθηκαν ως μη ασκηθείσες οι αγωγές κατά της πρώτης εναγομένης και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά την διενέργεια της οποίας, εισήχθη η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αγωγές εξέδωσε την με αριθμό 3427/2014 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε αυτές εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες και αναγνώρισε την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τα ποσά των 25.900 ευρώ και των 36.155,72 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της κάθε αγωγής, αντίστοιχα.
Κατά των ως άνω (παρεμπίπτουσας και οριστικής) αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο μεν ενάγων άσκησε την από 28.1.2015 έφεσή του (με αρ. εκθ. καταθ. 578/2015) επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η δε δεύτερη εναγομένη την από 20.7.2015 έφεσή της (με αρ.
εκθ. κατ. 5575/2015), επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τα κεφάλαια της υπαιτιότητας, της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 987/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και η μεν πρώτη έφεση του (αρχικώς) ενάγοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η δε δεύτερη έφεση (της εναγομένης) έγινε δεκτή ως βάσιμη, εξαφανίσθηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις και, αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.
Εν συνεχεία ο εκκαλών της πρώτης εφέσεως και εφεσίβλητος της δεύτερης άσκησε την από 7.5.2018 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 68/2020 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολο της η με αριθμό 987/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (για πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο εκδόν αυτήν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλον δικαστή.
Με την από 3.2.2020 κλήση του Γ. Β., ως μοναδικού κληρονόμου του εντωμεταξύ αποβιώσαντος (στις 13-9-2019) αρχικώς ενάγοντος και εκκαλούντος Θ. Β. του Γ., επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις ως άνω εφέσεις, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3682/2021
απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28.1.2015 και με αρ. εκθ. καταθ. 578/2015 έφεση του τότε εκκαλούντος-εφεσιβλήτου αποβιώσαντος Θ. Β., δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την με αρ. εκθ. κατ. 5575/2015 έφεση της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας (ήδη αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις και απέρριψε αμφότερες τις αγωγές (τις από 1-9-2010 και 25-5-2011).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ1 ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014).
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 821/2023, ΑΠ 168/2022).
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999): "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνων, συνεχώς, υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν... ".
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ΚΟΚ "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκίνητων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση" ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΚΟΚ η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α' του Ν. ΓΠΝ/4-5- 1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά την λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ.
α' του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους & αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ/1911, το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση τον εν λόγω νόμο, έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά την διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο προκλήσεως της ζημίας.
Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911, που, όπως προαναφέρθηκε, καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός), προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας (ΑΚ 300) του τελευταίου (ΑΠ 391/2018, ΑΠ 1159/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 52/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... 2)...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 821/2023, ΑΠ 168/2022, ΑΠ 391/2018, ΑΠ 278/2018, ΑΠ 391/2018, ΑΠ 271/ 2013).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόφη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος και αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 330/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 3682/2021 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 9-12-2009 και περί ώρα 20.30' ο ενάγων Θ. Β., κινούνταν πεζός επί του πεζοδρομίου της οδού ... στην Πάτρα Αχαΐας. Η οδός αυτή είναι μονής κατεύθυνσης, με φορά κίνησης προς την οδό ..., με πλάτος οδοστρώματος 7,00 μέτρων, ενώ κατά τον ανωτέρω χρόνο επικρατούσε έντονη βροχόπτωση και νυκτερινό σκότος, πλην όμως υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλ/ώρα, λόγω της κατοικημένης περιοχής, καθώς δεν περιορίζεται από πινακίδα κυκλοφορίας.
Ο ενάγων βάδιζε στο πεζοδρόμιο πλάτους 1,8 μέτρων, που υπάρχει δεξιά σε σχέση με την φορά της κίνησης των οχημάτων, όταν αιφνιδιαστικά και με γρήγορο βηματισμό, κατήλθε από το πεζοδρόμιο και επιχείρησε, ανέλεγκτα, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα για να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, κινούμενος ανάμεσα από τα σταθμευμένα οχήματα.
Κατά τον ίδιο χρόνο επί της οδού ... κινείτο η Α. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην (δεύτερη) εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία. Η οδηγός αυτή κινούνταν αρχικά στην οδό ... και εισήλθε στην οδό αυτήν, με πρόθεση να κινηθεί προς την οδό ...
Μόλις διήλθε μπροστά από την διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ..., κινούμενη με ταχύτητα περίπου 25 χιλ/ώρα, ο ενάγων που εξήλθε ανάμεσα από τα σταθμευμένα οχήματα, κινούμενος από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με το όχημα, επέπεσε στο πλαϊνό εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος (στο ύφος του δεξιού καθρέπτη) και στο δεξιό τμήμα του ανεμοθώρακα, καθώς αυτό διερχόταν από μπροστά του και εν συνεχεία επέπεσε στο οδόστρωμα.
Αμέσως ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο υιός του ενάγοντος, ο οποίος προσήλθε στον τόπο του οδοστρώματος και ανέλαβε την διακόμιση του ενάγοντος σε νοσηλευτικό ίδρυμα. Κανένας δεν ενημέρωσε την αστυνομία για το ατύχημα, παρά την σχετική υποχρέωση. Στις 29-12-2010, ήτοι μετά την παρέλευση πλέον του ενός έτους από το ατύχημα, ο ενάγων υπέβαλε την από 1-12-2010 μήνυσή του στην Τροχαία Πατρών.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα βαρύνει τον ίδιο τον ενάγοντα για τους παρακάτω λόγους: Ο ενάγων κατήλθε από το πεζοδρόμιο και επιχείρησε να διασχίσει αιφνίδια και ανελέγκτως το οδόστρωμα της οδού ..., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των εξ αριστερών του κινουμένων οχημάτων.
Αντιθέτως την οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, καθώς οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και κινούνταν με ταχύτητα εντός των επιτρεπόμενων ορίων, την οποία ρύθμισε λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδίως την έντονη βροχόπτωση και καμία ενέργεια ή παράλειψή της δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, ενώ λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτό, ήτοι αιφνιδιαστική και μη αναμενόμενη πτώση του πεζού επί του οχήματος της, ενώ αυτό διερχόταν έμπροσθεν του, δεν ήταν δυνατό να αποφύγει την σύγκρουση τροχοπεδώντας το όχημά της ή με αποφευκτικό ελιγμό, καθώς δεν είχε κανένα χρονικό περιθώριο αντίδρασης.
Τα παραπάνω προκύπτουν με απόλυτη σαφήνεια, από την από 29-7- 2011 προανακριτική ένορκη κατάθεση της οδηγού, την από 28-3-2011 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος της ιδίας, και τις φωτογραφίες του ζημιογόνου οχήματος. Ειδικότερα κατά την ένορκη κατάθεσή της κινούνταν επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ...
και στο ύφος της διασταύρωσης με την οδό ... και ενώ η ταχύτητά της ήταν 20-25 χιλιόμετρα, ξαφνικά επέπεσε στο δεξί πλαϊνό μέρος του οχήματος της στο ύφος του δεξιού καθρέπτη ένας ηλικιωμένος κύριος που με το χέρι του χτύπησε στο δεξί μέρος του παρμπρίζ του οχήματός της και το ράγισε. Κατά την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, η οδηγός κινούνταν επί της οδού ..., στην οποία εισήλθε από την οδό ..., με μικρή ταχύτητα και ξαφνικά στο ύφος της οδού ..., βγήκε ένας πεζός, ο οποίος μη έχοντας κοιτάξει τον δρόμο, επέπεσε στην δεξιά πλευρά του οχήματός της, ακριβώς στον δεξιό καθρέπτη και με το χέρι του έσπασε το παρμπρίζ του οχήματος.
Η κατάθεσή της και η δήλωσή της, κρίνονται αξιόπιστες, καθώς ενισχύονται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του οχήματος στο οποίο εμφαίνονται υλικές ζημίες στο πλαϊνό τμήμα και στο δεξί τμήμα του παρμπρίζ του οχήματος, όπως και από την από 11-12-2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της εταιρείας ΕΡΓΟΦΙΛ, από την οποία προκύπτει ότι, δύο ημέρες μετά το ατύχημα, αντικαταστάθηκε το παρμπρίζ του οχήματος, Αντιθέτως, η από 12-3-2012 προανακριτική ένορκη κατάθεση του Ε.
Σ. και η από 8-3-2012 προανακριτική ένορκη κατάθεση του Χ. Θ., κρίνονται μη αξιόπιστες και μη πειστικές. Ειδικότερα ο πρώτος κατέθεσε ότι "περπατούσε μαζί με τον ενάγοντα, στο πεζοδρόμιο της οδού ..., επιστρέφοντας από ένα καφενείο. Ο δε ενάγων ήθελε να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο για να πάει στο σπίτι του και έτσι τον χαιρέτισε.
Πριν κατέβει στην άσφαλτο από το πεζοδρόμιο κοίταξε αριστερά του αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο και αφού δεν ερχόταν επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το δρόμο προς το απέναντι πεζοδρόμιο. Ενώ είχε φτάσει στο μέσον του δρόμου και κάτι παραπάνω, αντιλήφθηκα το θόρυβο μιας γρήγορης και αγριεμένης μηχανής αυτοκινήτου, ο οποίος προερχόταν από αυτοκίνητο που εκινείτο στην οδό ...
με κατεύθυνση προς την διασταύρωση των οδών ... και .... Αμέσως εμφανίσθηκε το αυτοκίνητο αυτό από την οδό ... και χωρίς να σταματήσει πριν την οδό ... έστριψε απότομα δεξιά στην οδό ... παίρνοντας μάλιστα ανοικτή στροφή και με το μπροστινό αριστερό μέρος του χτύπησε τον Φ. την ώρα που ήθελε λιγότερο από ένα μέτρο να φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο".
Ο δε δεύτερος κατέθεσε "Ο Φ. Β. ήταν πάνω στο δεξιό πεζοδρόμιο σύμφωνα με την κίνηση των αυτοκινήτων της οδού ... και είχε πρόθεση να διασχίσει κάθετα τον δρόμο μπροστά του. Πριν κατέβη στην άσφαλτο έλεγξε αριστερά του (σ.σ. αν, ορθό, αντί να) ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο και αφού είδε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος άρχισε να διασχίζει τον δρόμο με σκοπό να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Ενώ είχε περάσει το μέσο του δρόμου άκουσα από τον θόρυβο μιας μηχανής ένα αυτοκίνητο να κινείται στην οδό ... και να κατευθύνεται προς την διασταύρωση της οδού που πήγαινε με την οδό .... Φθάνοντας αυτό το αμάξι στην διασταύρωση δεν σταμάτησε καθόλου αλλά έστριψε ανοικτά δεξιά μπαίνοντας γρήγορα στην οδό ...
και με το αριστερό μπροστινό μέρος του χτύπησε τον Β. την ώρα που ήθελε ένα μέτρο περίπου για να φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και τον πέταξε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας που έχει αριθμό 37 της οδού ...". Όμως οι καταθέσεις αυτές, όπως και οι ένορκες βεβαιώσεις τους, που έχουν το ίδιο περιεχόμενο, έρχονται σε αντίθεση με το αντικειμενικό εύρημα της πρόκλησης υλικών ζημιών στην δεξιά πλευρά του οχήματος και στο δεξιό τμήμα του ανεμοθώρακα.
Επίσης να σημειωθεί ότι, ενώ ο ενάγων πρότεινε στην μήνυση του ως μάρτυρες τον Σ. Δ. και τον Χ. Θ., χωρίς να προσδιορίζει ότι αυτοί ήταν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος και παραλείποντας τον Ε. Σ., ωστόσο, κληθείς από τον διενεργούντα την προανάκριση, έδωσε συγκεκριμένα στοιχεία της ταυτότητας του Χ. Θ. και πρότεινε την εξέταση και του Ε.
Σ., με τον οποίο, κατά την κατάθεση του τελευταίου, βάδιζαν μαζί λίγα δευτερόλεπτα πριν το ατύχημα. Ωστόσο αν και ο τελευταίος εμφανίζεται ως αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος, ο ενάγων, όχι μόνον παρέλειψε να τον προτείνει στην μήνυσή του ως μάρτυρα, αλλά δεν έκανε καμία αναφορά σε αυτόν, παρόλο, που κατά την κατάθεση του τελευταίου, λίγα δευτερόλεπτα πριν το ατύχημα, βάδιζαν μαζί στο πεζοδρόμιο.
Επίσης, κατά τον χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε βροχόπτωση, όπως προκύπτει από την κατάθεση της οδηγού και του υιού του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι λόγω της βροχής ο πατέρας του επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα για να πάει κάτω από ένα υπόστεγο που βρισκόταν απέναντι.
Αξιοσημείωτο είναι υπό αυτές τις συνθήκες, όπου ο πεζός ενάγων κατέφευγε στο απέναντι υπόστεγο για να προφυλαχθεί από την βροχή, ο Ε. Σ., που κατά την κατάθεσή του βάδιζε μαζί με τον ενάγοντα, έστεκε και παρακολουθούσε την κίνηση του ενάγοντος και είδε αυτόν να ελέγχει προς αριστερά, να βαδίζει στο οδόστρωμα και να εισέρχεται ένα όχημα από την οδό ...
στην οδό ... Η οδηγός εν συνεχεία άλλαξε την θέση της, ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος και με την από 7-3- 2013 εξώδικη δήλωσή της προς τον ενάγοντα, εξέφρασε την μετάνοιά της για την συμπεριφορά της στην περίπτωση του τραυματισμού του, εκθέτοντας ότι αυτή όπως και η κατάθεσή της έγιναν κατόπιν παρότρυνσης της ασφαλιστικής της εταιρείας, για την δικαιολόγηση των ζημιών του οχήματος που οδηγούσε και με το σκεπτικό ότι όλα θα απέβαιναν για το καλό της και έχοντας αντιληφθεί την σοβαρότητα του συμβάντος συνέχισε εκθέτοντας ότι εξαιτίας σοβαρής ασθένειας...
και επειδή έβρεχε, δεν τον αντιλήφθηκε εγκαίρως με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει με το αριστερό μπροστινό μέρος του οχήματος της και να τον ρίξει στο πεζοδρόμιο ακριβώς μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού ... Η εξώδικη αυτή δήλωση κρίνεται μη ειλικρινής, και ενόψει και του χρόνου σύνταξης της και επίδοσης αυτής στον ενάγοντα, στις 11- 3-2013, ήχοι τέσσερις ημέρες πριν την συζήτηση των αγωγών στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (15-3-2013), αυτή συντάχθηκε με σκοπό την προσκόμισή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την ευδοκίμηση των αγωγών, ενόψει του σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος, τον οποίο αυτή εκθέτει στην δήλωσή της, μαζί με τις συνέπειες αυτού, με χαρακτηριστική την έκφραση "εξαιτίας της ασθένειάς μου και της αδυναμίας μου άμεσου ελιγμού, προς αποφυγήν σας, σας προξένησα βαριές σωματικές βλάβες, με αποτέλεσμα να υποβληθείτε σε χειρουργικές επεμβάσεις, σε φαρμακευτικές αγωγές και κατόπιν σε φροντίδα αποκατάστασης από οικιακή βοηθό", γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η οδηγός είχε επικοινωνία με τον ενάγοντα και η σύνταξη της δήλωσης έγινε σε συνεννόηση με αυτόν για την ευδοκίμηση των αγωγών του.
Η οδηγός, με την υπ'αριθμ. 6.993/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών κηρύχθηκε ένοχη για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, πλην όμως το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από αυτήν.
Αυτή στηρίχθηκε στην κατάθεση του υιού του ενάγοντος, ο οποίος δεν ήταν παρών στο ατύχημα και σε κατάθεση του Χ. Θ., η οποία όμως δεν κρίνεται αξιόπιστη κατά τα προαναφερόμενα. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος".
Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έβδομο, δέκατο, δωδέκατο και δέκατο τέταρτο αλληλοσυμπληρούμενους αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ήτοι της ελλιπούς αιτιολογίας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου για τον τραυματισμό του ήδη αποβιώσαντος πατέρα του Θ.
Β., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ και αρ. 5 παρ. 1 του Ν. ΓπΝ/1911. Ειδικότερα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αναφέρει εάν συνέτρεχε περίπτωση ανώτερης βίας ως νόμιμος λόγος απαλλαγής της ως άνω οδηγού, γεγονός που θα οδηγούσε σε κατά νόμο απαλλαγή της, ως προς τις δύο βάσεις της αγωγής, και ως προς την αντικειμενική και ως προς την υποκειμενική ευθύνη της, αφού τυχόν αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού (ενάγοντος) αίρει την δική της υπαιτιότητα, πλέον του ότι τέτοιος ισχυρισμός περί ανώτερης βίας συγκείμενης από το εξωτερικό γεγονός της αποκλειστικά υπαιτιότητας του παθόντος που αναιρεί την υπαιτιότητα της οδηγού δεν προτάθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία.
Συγκεκριμένα διατείνεται, ότι οι παραδοχές ότι "ο ενάγων κατήλθε από το πεζοδρόμιο και επιχείρησε να διασχίσει αιφνίδια και ανελέγκτως το οδόστρωμα της οδού ..., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των εξ αριστερών του κινουμένων οχημάτων. Αντιθέτως την οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, καθώς οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και κινούνταν με ταχύτητα εντός των επιτρεπόμενων ορίων, την οποία ρύθμισε λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδίως την έντονη βροχόπτωση και καμία ενέργεια ή παράλειψή της δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, ενώ λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτό, ήτοι αιφνιδιαστική και μη αναμενόμενη πτώση του πεζού επί του οχήματος της, ενώ αυτό διερχόταν έμπροσθέν του, δεν ήταν δυνατό να αποφύγει την σύγκρουση τροχοπεδώντας το όχημά της ή με αποφευκτικό ελιγμό, καθώς δεν είχε κανένα χρονικό περιθώριο αντίδρασης", δεν επαρκούν για την πληρότητα της αιτιολογίας αφού δεν αναφέρεται ότι η επελθούσα σύγκρουση οφείλεται σε ανώτερη βία, καθώς και ότι απέρριψε τις αγωγές χωρίς να υφίσταται ισχυρισμός της αντιδίκου του ασφαλιστικής εταιρίας περί ανώτερης βίας.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον το Εφετείο, δεχόμενο ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του συνεπεία τούτου τραυματισμού του ήταν ο αρχικώς ενάγων πεζός, πατέρας του αναιρεσείοντος, περίπτωση, δηλαδή, η οποία συνεπάγεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, την απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, ουδόλως παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Επί πλέον, ουδόλως ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων γεγονότων, συνιστώντων ανώτερη βία, ώστε να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η ανυπαρξία υπαιτιότητας της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητο οχήματος στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Απαραδέκτως, συνεπώς, αποδίδει ο αναίρεσε ίων στην προσβαλλομένη απόφαση αφενός το ότι δεν έχει διαλάβει στην αιτιολογία της κανένα γεγονός ανωτέρας βίας και αφετέρου ότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ήτοι υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή έκρινε ότι η οδηγός δεν ήταν υπαίτια του ατυχήματος και απέρριψε την αγωγή, μολονότι δεν είχε προταθεί ισχυρισμός περί ανώτερης βίας.
Επιπροσθέτως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να προσδιορίσει αν η οδηγός αντελήφθη εγκαίρως την κάθοδο του παθόντος πατέρα του στο οδόστρωμα, με πόση ταχύτητα εκινείτο, αν είχε τεταμένη την προσοχή της κατά την οδήγηση, πώς ήταν εφικτό, κατά παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, να κινήθηκε αυτός, ηλικίας 86 ετών, με γρήγορο βηματισμό, ποιό ήταν το ακριβές σημείο παράσυρσης αυτού, ότι εσφαλμένα προσδιορίζει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο η οδηγός σε 20-25 χλμ/ωρα, ποιό ήταν το ανώτατο όριο ταχύτητας στην περιοχή όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση, ότι αντιφατικά διαλαμβάνει ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε σκότος αλλά υπήρχε επαρκής φωτισμός, από πόση απόσταση θα μπορούσε να αντιληφθεί αυτόν και δεν αιτιολογεί τέλος γιατί το ζημιογόνο όχημα φέρει υλικές ζημιές στην αριστερή του πλευρά, ενώ αυτός προσέκρουσε στην δεξιά πλευρά αυτού, ότι μολονότι η οδηγός ασθενούσε από γρίπη (Η1Ν1), που μειώνει την ικανότητα των αντανακλαστικών, δεν αιτιολογεί αν τροχοπέδησε, αλλά δέχεται ότι αυτή εκινείτο σύννομα.
Οι ως άνω χαρακτηριζόμενες από τον αναιρεσείοντα, ως ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έβδομος, δέκατος, δωδέκατος και δέκατος τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι και κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις και πρέπει να απορριφθούν. Απορριπτέος κρίνεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1987/2009).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1181/2023, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 91/2019).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους όγδοο και ενδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος πατρός του ήδη αναιρεσείοντος και έλλειψης οποιαδήποτε συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη Α.
Π., χωρίς να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει έγγραφα που ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα το από 10-1-2011 σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα Ι. Κ., το από 20-7-2011 σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Πατρών, έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, ιατρικές γνωματεύσεις, φωτογραφίες και τις με αριθμ. ...-2014 και ...-2014 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Α.
Α., πλαστικού χειρουργού και Ε. Ζ. ορθοπαιδικού χειρουργού, αντιστοίχως, που αυτός είχε νομίμως επικαλεστεί με τις προτάσεις του και προσκομίσει ενώπιον του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλομένη (8η σελίδα) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και "...την υπ' αριθμ. ...-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α.
Α., ιατρού πλαστικού χειρουργού, την υπ' αριθμ. ...-2014 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε. Ζ. ιατρού ορθοπαιδικού χειρουργού, που διορίστηκαν με την υπ' αριθμ. 893/2014 απόφαση και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...
στα οποία περιλαμβάνονται και οι μη αμφισβητούμενες για τη γνησιότητα τους φωτογραφίες, καθώς και η σχηματισθείσα ποινική δικογραφία..." σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, τις άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τις φωτογραφίες οι οποίες αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα.
Στην πραγματικότητα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εγγράφων αυτών, αποτελούν ουσιαστικές εκ μέρους του προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Επομένως, οι 8ος και 11ος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 670, 671 παρ. 1, 681 Α', 444 περ. γ', 448 παρ. 2, 457 παρ. 2, 3, 4 και 460 του ΚΠολΔ (όπως ισχύουν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής πριν την 1.1.2016) συνάγονται τα ακόλουθα: α) το δικαστήριο και στην περίπτωση που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.
Έτσι λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων (όχι όμως για την συγκεκριμένη δίκη), εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων, β) τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ.) δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί, και γ) ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές αναπαραστάσεις (φωτογραφίες), των οποίων την γνησιότητα, δηλαδή του περιεχομένου τους, εφόσον αμφισβητείται, οφείλει να την αποδείξει εκείνος που τις επικαλείται και τις προσάγει.
Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες. Η απόδειξη δε της γνησιότητας των φωτογραφιών από εκείνον που τις προσήγαγε, εφόσον αυτή αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο του, επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση αυτών για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτές συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγονται οι φωτογραφίες, η μη γνησιότητα αυτών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι αυτές είναι γνήσιες τότε πρέπει να ληφθούν υπόψη. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την άρνηση της γνησιότητας του περιεχομένου τους, λάβει ή δεν λάβει υπόψη αυτές, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.
α' του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1701/2022, ΑΠ 584/2019). Τέλος, η άρνηση της γνησιότητας των φωτογραφιών, όπως και κάθε ιδιωτικού εγγράφου, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατ' αυτή τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζονται αυτές, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα αυτών και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτών σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1701/2022, ΑΠ 622/2018, ΑΠ 1304/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους έκτο και ένατο αλληλοσυμπληρούμενους λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη φωτογραφίες, μολονότι είχε αμφισβητηθεί η εικόνα του ζημιογόνου οχήματος σ'αυτές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από τις προτάσεις του αρχικώς ενάγοντος πατρός του ήδη αναιρεσείοντος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουδόλως προκύπτει ότι αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των φωτογραφιών.
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, για το λόγο ότι παραβίασε το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις τεκμήριο αθωότητας του αρχικού ενάγοντος πατρός του ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, προέβη σε ερμηνεία της υπ' αριθμ. 6993/2014 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα ένοχη η οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Α.-Π. Π. για το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης σωματικής βλάβης από αμέλεια στον αρχικώς ενάγοντα Θ. Β. (πατέρα του αναιρεσείοντος), που ταυτίζεται, κατά τα πραγματικά περιστατικά, με αυτά της επίδικης αδικοπραξίας, αφού ανέφερε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω κρίθηκε ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν ανωτέρω αξιόποινης πράξης, στηριχθείσα στην κατάθεση του υιού του αρχικού ενάγοντος, ο οποίος δεν ήταν παρών στο ατύχημα και σε κατάθεση του Χ.
Θ., η οποία όμως δεν κρίνεται αξιόπιστη και έτσι δημιούργησε υπόνοιες για τους λόγους ελλείψεως ευθύνης του παθόντος στην επέλευση του τραυματισμού του, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης της παραπάνω κρίσης της ποινικής απόφασης. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως.
Ειδικότερα, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών αυτής και των πραγματικών περιστατικών που αυτή δέχθηκε, συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την άνω καταδικαστική ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους καταδίκης της εκεί κατηγορουμένης, με την απλή δε αναφορά και μόνο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η άνω ποινική απόφαση στηρίχθηκε στις προαναφερθείσες καταθέσεις, χωρίς διατύπωση κρίσης και άποψης επί του τρόπου αυτού λήψης της καταδικαστικής απόφασης, αποφάνθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, είναι ο άνω παθών, στην αντίθετη δε αυτή κρίση του, σε σχέση με την άνω καταδικαστική ποινική απόφαση, οδηγήθηκε, διαλαμβάνοντας τις προεκτιθέμενες επαρκείς και σαφείς παραδοχές, δεν δημιούργησε υπόνοιες για τους λόγους ελλείψεως υπαιτιότητας του αρχικώς ενάγοντος και δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας αυτού, ούτε έθεσε σε αμφιβολία το αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.
Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11α ΚΠολΔ και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των άλλων, οι μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν στη διάρκεια ποινικής διαδικασίας (προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης, κύριας ανάκρισης ή ποινικής δίκης), είτε από τρίτα πρόσωπα είτε από τους διαδίκους ως τρίτους ή ακόμη από τους διαδίκους ως διαδίκους στην ποινική διαδικασία, καθόσον πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε κατά τις διατάξεις της ποινικής και όχι της πολιτικής δικονομίας (ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013, ΑΠ 826/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 681Α αυτού, εφαρμόζεται και επί διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, στην ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζονται οι διαφορές αυτές, λαμβάνονται υπόψη, εκτός, βέβαια, από τα αποδεικτικά μέσα που αναγνωρίζονται από τις γενικές διατάξεις για την απόδειξη (άρθρ. 339 επ. ΚΠολΔ), και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 56/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι και τα εν γένει αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι έγγραφες υπεύθυνες κατά το Ν. 1599/1986 δηλώσεις των ίδιων των διαδίκων - δοθέντος ότι οι χάριν της δίκης γενόμενες υπεύθυνες αυτές δηλώσεις δεν αποτελούν καν αποδεικτικά μέσα, ούτε και κατά τις ειδικές διαδικασίες, όπως και η των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. του ΚΠολΔ, όταν έγιναν, όχι από τους διαδίκους, αλλά από τρίτους (βλ. Ολ.ΑΠ 8/1987, ΑΠ 1261/2017, ΑΠ 266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αριθμό 11 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς το ουσιώδες για τη διάγνωση της διαφοράς θέμα της υπαιτιότητας, αναφορικά με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και, συγκεκριμένα: 1) την από 29-7-2011 προανακριτική κατάθεση της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Α.-Π. Π. και 2) την από 28- 3-2011 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος της ιδίας. Σύμφωνα με τις αμέσως προηγούμενες σκέψεις επιτρεπτώς ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο, η μεν από 29-7-2011 προανακριτική κατάθεση της οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος, διαδίκου στην ποινική διαδικασία, εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο, καθόσον πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε κατά τις διατάξεις της ποινικής και όχι της πολιτικής δικονομίας, η δε από 28-3-2011 έγγραφη υπεύθυνη κατά το Ν. 1599/ 1986 δήλωση ατυχήματος της ίδιας της διαδίκου, διότι πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο το οποίο, εφόσον γίνεται επίκληση και προσκομιδή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως ο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βεβαίως στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητος του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιος δίκης (Ολ.
ΑΠ 23/2008). Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 224/2016).
Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψη του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθησαν είτε προσκομίσθησαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 τον αριθ. 11 β' ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που ελήφθη υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1058/2011, 839/2010).
Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002, Ολ.ΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δέκατο πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και το δεύτερο σκέλος του δέκατου τρίτου λόγου αναίρεσης, επικουρικώς προβαλλόμενο, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα και δη την από 29-7-2011 προανακριτική κατάθεση της οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος, Α. -Π.
Π., 2) την από 28-3-2011 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος της ιδίας και φωτογραφίες, τα οποία προσκομίσθησαν απαραδέκτως χωρίς νόμιμη επίκληση δια των από 12-11-2020 ενώπιον του Εφετείου προτάσεων, αλλά με ενσωμάτωση σ' αυτές των από 26-1-2017 προτάσεων και προσθήκης, από προηγούμενη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, σε κάθε δε περίπτωση και ως αβάσιμος, αφού στο κείμενο των από 12-11-2020 προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, αυτούσιες, οι 26-1-2017 προτάσεις προηγουμένης συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της μεταγενέστερης δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες (από 26-1-2017) προτάσεις και οι τελευταίες (από 12-11-2020) ενώπιον δηλαδή του Εφετείου κατέστησαν ενιαίες.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.12.2021 και με ειδικό αριθμ. καταθ. 1231/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.682/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ