Supreme Court dismisses appeal on concealed employment contract and mandatory health certificate requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's ruling that concealed an indefinite-term employment contract within successive project contracts. The appellant argued the contracts were invalid due to non-compliance with mandatory health certificate rules, but the court found the employee was actually performing duties unrelated to those requiring such certification. Consequently, the court held the lower court correctly applied the law and rejected the appeal on all grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 3, 6, 8, 9, 10 of Decree 246/2006; Article 174, 180 of the Civil Code: Successive project contracts concealing an indefinite-term employment relationship are invalid if the employee's duties fall outside the scope of the specific roles exempt from mandatory health certificates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1469 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1469/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Υπεραστικό KTEΛ Νομού ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Κουτσοκέρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν η 356/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 24/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 27-5-2014, με αριθμό κατάθεσης ...2014 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα, αρχικά, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και, ακολούθως, με διαδοχικές συμβάσεις έργου, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 28-2-2014 και απασχολήθηκε από 1-7-2008 έως 30-10-2009, ως συνοδός - εισπράκτορας στα διώροφα λεωφορεία της εναγομένης και από 1-11-2009 έως 28-2-2014 ως εκδότρια εισιτηρίων, αρχικά στα γραφεία της εναγομένης στη Λάρισα και αργότερα στο εκδοτήριο του ….
Ότι, παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συμβάσεις χαρακτηρίστηκαν η πρώτη ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και οι υπόλοιπες ως συμβάσεις έργου, όλες υπέκρυπταν ουσιαστικά μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Και ότι η εναγομένη την 28-2-2014 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας, χωρίς να καταβάλει στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση.
Ζητούσε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει: α) το ποσό των 14.839,3€ ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2014 έως 28-2-2015, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, β) άλλως και επικουρικώς, το ποσό των 4.964,63€ ως αποζημίωση απόλυσης και γ) το ποσό των 1.662,42€ ως αμοιβή υπερεργασίας.
Επιπλέον, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: α) το ποσό των 16.569,42€ ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών από 1-1-2009 έως 28-2-2014, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και β) το ποσό των 2.248,4€ ως αποζημίωση υπερωριακής εργασίας, πάντοτε νομιμοτόκως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 356/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία αυτή έγινε δεκτή.
Ακολούθως, ασκήθηκε η από 13-7-2015 έφεση της εναγομένης, η οποία απορρίφτηκε με την ήδη προσβαλλομένη 24/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
2. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005).
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και, ειδικότερα, αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτηρισμός της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζόμενου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών ή η ασφάλιση στο ΙΚΑ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.
Αντικείμενο της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του.
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο κρίνει σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 2078/2007).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρία (ΚΤΕΛ), διατηρεί το δικαίωμα της αποκλειστικής εκμετάλλευσης των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών στη περιοχής της Λάρισας.
Ότι από το έτος 2005 η εναγομένη εκτελεί δρομολόγια από Λάρισα προς Αθήνα και αντιστρόφως, με διώροφα λεωφορεία. Ότι η εναγομένη κατάρτισε με την ενάγουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την οποία επιγράφει ως ορισμένου χρόνου από 17-12-2007 έως 30-6-2008, δυνάμει της οποίας την απασχόλησε ως συνοδό στο δρομολόγιο Λάρισα - Αθήνα, με επιπλέον καθήκοντα καθαρισμού του εσωτερικού χώρου του λεωφορείου και εξυπηρέτησης των επιβατών.
Ότι, ακολούθως, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση έργου, με διάρκεια από 1-7-2008 έως 31-12-2008, με το ίδιο αντικείμενο. Ότι σύμφωνα με όρο της σύμβασης, αυτή δεν μπορούσε να μετατραπεί σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας. Ότι κατά τη λήξη της, η σύμβαση παρατάθηκε για δέκα ακόμη μήνες (από 1-1-2009 έως 30-10-2009), ως σύμβαση έργου με το ίδιο αντικείμενο.
Ότι κατά τη λήξη της σύμβασης αυτής οι διάδικοι κατήρτισαν νέα σύμβαση επιγραφόμενη ως σύμβαση έργου με διάρκεια από 1-11-2009 έως 28-2-2010, που είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών εκδόσεως εισιτηρίων στον Κεντρικό Υπεραστικό Σταθμό, στη …, καθώς επίσης την παροχή πληροφοριών και κάθε συναφή πράξη σε σχέση με τα τοπικά δρομολόγια.
Ότι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη να διατηρεί επανδρωμένο το εκδοτήριο των εισιτηρίων -το οποίο παραχωρήθηκε χωρίς αντάλλαγμα από την εναγόμενη- με ένα άτομο καθ' όλες τις ώρες λειτουργίας του. Ότι η αμοιβή της ορίσθηκε σε ποσοστό 1% επί των γενικών εισπράξεων για τις πωλήσεις εισιτηρίων σε τοπικούς προορισμούς, με ανώτατο όριο το ποσό των 1.300 ευρώ, καταβλητέο εντός 10 ημερών από το τέλος του μήνα, στον οποίο αφορούσε.
Ότι, αμέσως μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, καταρτίσθηκαν τέσσερεις διαδοχικές συμφωνίες παράτασης αυητής, η πρώτη για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως 28-2-2011, η δεύτερη από 1-3-2011 έως 28-2-2012, η τρίτη από 1-3-2012 έως 30-6-2012 και η τέταρτη από 1-7-2012 έως 28-2-2013. Ότι οι παρατάσεις περιείχαν τους ίδιους όρους με την προηγηθείσα σύμβαση, με τη διαφορά ότι α) τόπος παροχής της εργασίας της ενάγουσας ορίσθηκε το εκδοτήριο στον …, β) καταρτίσθηκαν με αντισυμβαλλόμενη όχι μόνο την ενάγουσα, άλλα και την άλλη υπάλληλο στο εκδοτήριο του …, Μ.
Κ. και γ) η μηνιαία αποζημίωση της ενάγουσας ορίσθηκε σε ποσοστό 6,3% των ακαθάριστων εισπράξεων του εκδοτηρίου, μετά από αφαίρεση της εισφοράς 5% του ν. 2963/2001 και με ανώτατο όριο το ποσό των 2.340 ευρώ και για τις δύο εκδότριες αθροιστικά, ήτοι 1.170 ευρώ για την καθεμιά. Ότι μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης, την 28-2-2013, δεν καταρτίστηκε άλλη σύμβαση, αλλά η ενάγουσα εξακολούθησε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες μέχρι την 28-2-2014, οπότε η εναγομένη της γνωστοποίησε εγγράφως ότι η "εργολαβική" σύμβαση ανάθεσης του έργου της πρακτόρευσης της ..., που της είχε ανατεθεί εγγράφως, λήγει την 28-2-2014 και δεν θα ανανεωθεί.
Ότι η γνωστοποίηση αυτή είχε την έννοια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, για την οποία δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση. Ότι κατά τη λειτουργία των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα φορούσε στολή και δεν ενεργούσε αυτόνομα, αλλά σε αλληλεξάρτηση με όλο το υπόλοιπο προσωπικό της εναγομένης. Ότι την εργασία της ενάγουσας επόπτευαν, ασκώντας έλεγχο επ' αυτής, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης, καθώς και ο σταθμάρχης, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την κίνηση στο σταθμό.
Ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα ασκούσαν το διευθυντικό δικαίωμα καθώς και τον πειθαρχικό έλεγχο, ενώ, επιπλέον, η ενάγουσα, λόγω ακριβώς του αντικειμένου απασχόλησής της, δεν μπορούσε να αναπτύξει πρωτοβουλία κινήσεων, είτε αναφορικά με την προσέλκυση πελατείας, διότι δεν είχε τη δυνατότητα να καθορίσει το ύψος του αντιτίμου των εισιτηρίων, είτε αναφορικά με το χώρο, όπου παρείχε τις υπηρεσίες της, καθόσον αυτή εκτελούσε την εργασία της εντός των εγκαταστάσεων του εκδοτηρίου της εναγομένης, όλη δε η υλικοτεχνική υποδομή, που αυτή χρησιμοποιούσε για την εκτέλεση της εργασίας της, παρέχονταν από την εναγομένη, χωρίς κανένα αντάλλαγμα.
Ότι, ειδικότερα, αντικείμενο των καθηκόντων της ενάγουσας ήταν η έκδοση εισιτηρίου, η είσπραξη του αντιτίμου, η παροχή πληροφοριών για τα δρομολόγια, η τηλεφωνική εξυπηρέτηση του κοινού, ενώ βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία και είχε καθημερινή συνεργασία με το γραφείο κίνησης της εναγομένης, το οποίο αποφάσιζε για τις μεταβολές των δρομολογίων.
Ότι, επίσης, η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με το συντονισμό των οδηγών, τη μέριμνα για την έγκαιρη αναχώρηση των λεωφορείων και την αποστολή και παραλαβή των ασυνόδευτων δεμάτων από την αποθήκη της εναγομένης. Ότι, αντιθέτως, η ενάγουσα δεν είχε καταρτίσει με τρίτα πρόσωπα κάποια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία αυτή να φέρεται ως εργοδότρια και εκείνα να εργάζονται στη θέση της, είτε ως εκδότες εισιτηρίων είτε ως εισπράκτορες σε διώροφα λεωφορεία.
4. Μετά τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η πρόσληψη της ενάγουσας δεν είχε γίνει για την εκτέλεση εποχικών ή έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, λόγω αυξημένης κίνησης ή ασθένειας άλλου υπαλλήλου, αλλά αφορούσε σε συνήθη εργασία για την καλή λειτουργία της εναγομένης, της οποίας κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Ότι, παρά το γεγονός ότι τυπικά η εναγόμενη απασχολούσε την ενάγουσα με διαδοχικές συμβάσεις έργου, στην πραγματικότητα αυτή παρείχε εξαρτημένη εργασία με μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, διότι εργαζόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, ως εκδότρια εισιτηρίων αρχικά στον κεντρικό σταθμό της … και μετέπειτα στον ….
Ότι η κατάρτιση αλλεπάλληλων συμβάσεων δεν δικαιολογούνταν από κανένα αντικειμενικό λόγο. Ότι οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν από τους διαδίκους ως προς τη μορφή των συμβάσεων αυτών βρίσκονται σε διάσταση προς τις αληθείς συνθήκες παροχής της εργασίας της ενάγουσας και τέθηκαν προς καταστρατήγηση της εργατικής νομοθεσίας και μόνο.
Και ότι η ένδικη σύμβαση μόνο με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης μπορούσε να καταγγελθεί εγκύρως. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση και με τον τρόποι αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, λαμβάνοντας υπόψη και το περιεχόμενο όλων των έγγραφων συμβάσεων σε συνδυασμό με πάντα τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν εισφερθεί παραδεκτώς από τους διαδίκους, παρέθεσε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1, 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Με τους δεύτερο και τρίτο από τους λόγους της αίτησης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 3, 6, 8, 9 και 10 του π.δ. 246/2006, καθώς και των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, διότι: α) η ειδικότητα του "συνοδού λεωφορείων", η οποία αναγράφεται στις δυο πρώτες συμβάσεις έργου (διάρκειας από 1-7-2008 έως 31-12-2008 και από 1-1-2009 έως 30-10-2009, αντίστοιχα) δεν προβλέπεται από τον Κανονισμό των ΚΤΕΛ και δεν ταυτίζεται με την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό ειδικότητα του εισπράκτορα, γι' αυτό και εσφαλμένα έγινε δεκτό από το εφετείο ότι ο ορθός χαρακτηρισμός της ένδικης σύμβασης ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν είναι άκυρες, επειδή δεν τηρήθηκαν οι ορισμοί του Κανονισμού για την πρόσληψη της ενάγουσας και, ειδικότερα, επειδή δεν υποβλήθηκε από αυτήν το προβλεπόμενο από τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 246/2006 πιστοποιητικό υγείας.
Οι λόγοι αυτοί, όμως, αλυσιτελώς προβάλλονται από την αναιρεσείουσα, διότι, σύμφωνα με τις σαφείς παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, η ενάγουσα απασχολήθηκε πραγματικά από την εναγομένη με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και η απασχόλησή της, κατά το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της τελευταίας σύμβασης (1-11-2009) μέχρι την επίμαχη καταγγελία της σύμβασης αυτής (28-2-2014), έγινε με την ιδιότητα της εκδότριας εισιτηρίων σε αυτοτελές γραφείο, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως "προσωπικό κίνησης" του ΚΤΕΛ (οδηγοί, σταθμάρχες, ελεγκτές και εισπράκτορες) και γι' αυτό δεν επείχε υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού υγείας (πρβλ.
ΑΠ 1452/2018).
Συνεπώς, το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι.
6. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, που δεν έχει άλλους λόγους προς εξέταση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 24/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ