Legislator Case Law & Legislation
1469/2017 AI generated

1469/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1469/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1930/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1143/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1469/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου.

Keywords

AI generated
intellectual forgery electronic identity criminal prosecution for defamation electronic legal transactions hate speech deception regarding identity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1469 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1469/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Απατσίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1930/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1143/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου.

Ο νόμος θεωρεί, ως προστατευόμενο αγαθό, την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α-δ ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, ήτοι, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ που προαναφέρθηκαν ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Κατά δε τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως συντάκτη των επίμαχων προσβλητικών της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, δυσφημιστικών και συκοφαντικών αναρτήσεων στο διαδίκτυο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος είναι δημοσιογράφος και συγχρόνως κάτοχος και διαχειριστής ενός, ιστολογίου στον παγκόσμιο ιστό (www), που έχει ειδησεογραφικό περιεχόμενο, με την επωνυμία "… .blogspot.com".

Η ιδιότητα αυτή του εναγομένου, ως κατόχου και διαχειριστή του ως άνω ιστολογίου, αποδεικνύεται από το υπ' αρ. πρωτ. .../3/4042-α, με ημερομηνία 12.5.2011, έγγραφο του 5ου Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, το από 12.5.2011 έγγραφο του Τμήματος Τεχνικής Υποστήριξης Νέων Υπηρεσιών του Ο.Τ.Ε.

σε συνδυασμό με το από 11.5.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της "Google" προς τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Επομένως, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή και ο ισχυρισμός του, τον οποίο επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, που κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας συνιστά άρνηση και όχι ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν..".

Στη συνέχεια δε, αφού αναφέρεται στις επίμαχες αναρτήσεις που έλαβαν χώρα στο ανωτέρω ιστολόγιο, δέχτηκε ότι: "Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, υπάρχει νόμιμη και βάσιμη αξίωση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου συντάκτη των επιλήψιμων δημοσιευμάτων και διαχειριστή του ανωτέρω ιστολογίου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη στεναχώρια και την ταραχή που δοκίμασε, όταν έλαβε γνώση των επιλήψιμων δημοσιευμάτων".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως συντάκτη των επίμαχων αναρτήσεων, κατόχου και διαχειριστή του ως άνω ιστολογίου, γεγονός δημιουργικό της εκ τούτων αστικής ευθύνης του.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις, ότι δεν αιτιολογείται σ' αυτήν από ποια ειδικότερα στοιχεία και με ποιον τρόπο αποδεικνύεται, ότι ο αναιρεσείων είναι ο συντάκτης των επίδικων δημοσιευμάτων που δυνητικά μπορούσαν να είναι και τρίτα πρόσωπα, από δε τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτίμησε το δικαστήριο, δεν αποδεικνύεται συσχέτισή του με τις επίδικες αναρτήσεις, είναι απαράδεκτος, διότι συνάπτεται με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα με την αιτιολόγηση του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, καθώς και με την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς.

Το Εφετείο, σχετικά με τις επίμαχες αναρτήσεις που έλαβαν χώρα, στις 8/7/2011, στο ως άνω ιστολόγιο και αφορούν το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις 8.7.2011 αναρτήθηκε στο εν λόγω ιστολόγιο ανυπόγραφο κείμενο-σχόλιο με τίτλο "Μ.: "Ο Π. ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΟΤΙ ΠΙΟ ΒΡΩΜΙΚΟ ΥΠΑΡΧΕΙ".

Το κείμενο αυτό περιέχει μία δήλωση που φέρεται να έκανε ο Β. Μ., … της Π.Α.Ε. …, για τον ενάγοντα, και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ Στη γνωστή ψαροταβέρνα "…" έτρωγε χθες το βράδυ με στενούς φίλους και συνεργάτες ο Β. Μ.. Ο … της ΠΑΕ … έδειχνε κεφάτος μόλις όμως άνθρωπος του … τον ρώτησε ποια είναι η γνώμη του για τον Ν.

Π. άστραψε και βρόντηξε: "Όπως έχω πει και επισήμως ... ο Ν. Π. εκπροσωπεί ότι πιο βρώμικο υπάρχει σήμερα"! Χρειάζεται να κάνουμε εμείς περαιτέρω σχόλια;". Ακολούθως, την ίδια ημέρα, στο ίδιο ιστολόγιο, αναρτήθηκε δεύτερο κείμενο-σχόλιο, σε συνέχεια του προηγουμένου, με τίτλο "ΚΑΚΟΣ ΡΟΥΦΙΑΝΟΣ Ο Π." και με το ακόλουθο περιεχόμενο: "ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης και των όσων είπε ο Β.

Μ. για τον Ν. Π., ο … της ΠΑΕ … κατά τη χθεσινή συζήτηση που είχε στον "…" με φίλους και συνεργάτες ρωτήθηκε τι ρόλο παίζει ο Ν. Π. και απάντησε ως εξής: "Το ρόλο του ... κακού ρουφιάνου"!!! Θέλετε κι άλλα;". Τα ως άνω κείμενα - σχόλια περιέχουν γεγονότα και αξιολογικές κρίσεις, που εκφράζουν, κατά την κοινή αντίληψη, σαφή περιφρόνηση προς το πρόσωπο του ενάγοντα, προσβάλλουν την προσωπικότητά του και βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του.

Η χρήση της ιδιαιτέρως απαξιωτικής έκφρασης "εκπροσωπεί ότι πιο βρώμικο υπάρχει σήμερα", σε συνδυασμό με τον καταφρονητικό όρο "κακός ρουφιάνος", που περιέχονται στις δηλώσεις που φέρεται να έκανε ο Β. Μ. για τον ενάγοντα και οι οποίες περιλαμβάνονται στα ως άνω επίδικα κείμενα, καταδεικνύει τον σκοπό του συντάκτη τους, που είναι η αμφισβήτηση της εν γένει ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος.

Μάλιστα, η καταφρονητική διάθεση του συντάκτη των επίμαχων σχολίων, που φαίνεται να υιοθετεί τις δηλώσεις που φέρεται να έκανε ο Β. Μ., καταδεικνύεται με τη χρήση και των ρητορικών ερωτήσεων στο τέλος των κειμένων του "Χρειάζεται να κάνουμε εμείς περαιτέρω σχόλια;" και "Θέλετε κι άλλα;", τις οποίες παραθέτει αμέσως μετά τις προσβλητικές για το πρόσωπο του ενάγοντα αναφορές.

Εξάλλου, το περιεχόμενο των ως άνω σχολίων υπερέβησαν το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του συντάκτη προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση των χρηστών του ιστολογίου αλλά και της πρόθεσής του να ασκήσει οξεία κριτική. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν πράγματι οι ανωτέρω δηλώσεις έγιναν από ένα τρίτο άτομο, το Β.

Μ., γεγονός που δεν αποδείχθηκε, ο εναγόμενος. προέβη στη δημοσίευσή τους καίτοι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς του προς το πρόσωπο του ενάγοντος, με προφανή σκοπό την καταφρόνηση του ενάγοντος και την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του δημόσια".

Με όσα κατά τα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο της ύπαρξης σκοπού εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος για τις επίμαχες σε βάρος του αναιρεσιβλήτου αναρτήσεις, αποτρεπτικού εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, διέλαβε με επάρκεια και σαφήνεια τις απαραίτητες αιτιολογίες που συγκροτούν το αντίστοιχο αποδεικτικό του πόρισμα.

Ειδικότερα, αναφορικά με τον ειδικό σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει, ότι το Εφετείο, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με τέτοιο ειδικό σκοπό, που προκύπτει από τη χρήση της ιδιαίτερα απαξιωτικής για τον αναιρεσίβλητο φράσης "εκπροσωπεί ό,τι πιο βρώμικο υπάρχει σήμερα", σε συνδυασμό με τον όρο "κακός ρουφιάνος" που περιέχονται σε δηλώσεις τρίτου προσώπου και με τη χρήση των ρητορικών ερωτήσεων στο τέλος των κειμένων του "Χρειάζεται να κάνουμε εμείς περαιτέρω σχόλια" και "Θέλετε και άλλα", τις οποίες παραθέτει αμέσως μετά τις προσβλητικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου αναφορές, καταδεικνύεται η υιοθέτησή τους από τον αναιρεσείοντα.

Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε, ότι το περιεχόμενο των ως άνω σχολίων υπερέβη το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης του συντάκτη τους, προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση των χρηστών του ιστολογίου, αλλά και της προθέσεώς του να ασκήσει οξεία κριτική, ο δε αναιρεσείων προέβη στη δημοσίευσή τους, καίτοι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού εκδήλωσης, με σκοπό την καταφρόνηση του αναιρεσιβλήτου και την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του δημόσια.

Οι αμέσως παραπάνω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 361, 367 ΠΚ, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ώστε ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο, σχετικό με τις παραπάνω αναρτήσεις, μέρος του είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο τμήμα του, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνης του άρθρου 363 ΠΚ, αναφορικά με τις αναρτήσεις που έλαβαν χώρα στις 8/10/2011, 15/10/2011 και 16/10/2011.

Για την εξακρίβωση δε των αποδιδόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμελειών, εκτίθενται, σχετικά με τις παραδοχές της, κατά λέξη, τα εξής: "Τέλος, ως προς την αιτιολόγηση του απαιτούμενου για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης άμεσου δόλου στο πρόσωπό μου για τη δημοσίευση του περιεχομένου 8/10/2011 ανάρτησης η αναιρεσιβαλλομένη αρκείται μόνο στα εξής: "...η προσβολή της τιμής και της προσωπικότητας του ενάγοντα προκλήθηκε με γεγονότα ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειάς τους...".

Επιπλέον, ως προς την από 15/10/2011 ανάρτηση η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε ότι "...ο εναγόμενος έσπευσε να δημοσιεύσει το παραπάνω αναληθές άρθρο, παρότι γνώριζε ότι τα αναφερόμενα σε αυτό γεγονότα έβλαπταν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα στον κύκλο του αναγνωστικού κοινού του ιστολογίου", ενώ για την από 16/10/2011 ανάρτηση η αναιρεσιβαλλομένη αρκείται μόνο στο ότι "με το ως άνω δημοσίευμα μεταφέρεται στο αναγνωστικό κοινό η είδηση ότι ο ενάγων απειλεί δημοσιογράφους και εξυβρίζει αστυνομικούς γεγονότα που ουδόλως αποδείχθηκαν ότι είναι αληθή...επαναλαμβάνει για μία ακόμη φορά ο συντάκτης του εν λόγω δημοσιεύματος την συκοφαντική για το πρόσωπο του ενάγοντα είδηση...".

Ωσαύτως, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της εκ του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, με την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος, το υπέρογκο ποσό των 18.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου, για όλες τις επίδικες αναρτήσεις, το οποίο υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Για τη διαπίστωση δε της αποδιδόμενης στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειας, παρατίθεται στο αναιρετήριο, επιλεκτικά, το ακόλουθο και μόνον ελλιπές απόσπασμα αυτής: "Κατ' ακολουθία όλων αυτών, υπάρχει νόμιμη και βάσιμη αξίωση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου συντάκτη των επιλήψιμων δημοσιευμάτων και διαχειριστή του ανωτέρω ιστολογίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σταναχώρια και την ταραχή που δοκίμασε, όταν έλαβε γνώση των επιλήψιμων δημοσιευμάτων.

Το ποσό δε της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται ο ενάγων, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 18.000 ευρώ. Το παραπάνω ποσό κρίνεται εύλογο και δίκαιο, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου, κατά την οποία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και κάτω από τα ελάχιστα όρια που προβλέπονται από το άρθρο μόνο του ν. 1178/1981, μετά τη συνεκτίμηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου, του μέσου δια του οποίου τελέστηκε, της έκτασης της ζημίας του ενάγοντος, της βαρύτητας του πταίσματος του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και της συμπεριφοράς του εναγομένου μετά την αδικοπραξία".

Όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, ένεκα της αοριστίας τους, τυγχάνουν απαράδεκτοι. Τούτο, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο δικόγραφο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ήτοι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση και οδήγησαν στο σχηματισμό των αντίστοιχων αποδεικτικών πορισμάτων της και δη το κρίσιμο για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης περιεχόμενο των επίμαχων αναρτήσεων, τα οποία, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικά και μόνον παρατίθενται.

Εντεύθεν, αλυσιτελώς προβάλλεται, με το υπόλοιπο μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως και η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ολόκληρο το περιεχόμενο των επίδικων αναρτήσεων.

Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7/6/2016 αίτηση του Ι. Π., για αναίρεση της 1143/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ