Legislator Case Law & Legislation
1469/2011 AI generated

1469/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1469/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Όροι εφαρμογής άρθρου 932 ΑΚ. Πότε εφαρμόζεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1469/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Aυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Keywords

AI generated
psychiatric conditions inadequate psychiatric report adjustment disorder depressive episode somatization disorder personality disorder
AI generated
1073/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
380/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
365/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
787/2024
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
665/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη - Εισηγητή, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο και Γεώργιο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1469 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Όροι εφαρμογής άρθρου 932 ΑΚ. Πότε εφαρμόζεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Αριθμός 1469/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αι... Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Μ. του Κ. και 2. Δ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Δερμιτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1203/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Aυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1988, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004), Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, η οποία παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998) καθώς και το περιεχόμενο της. 2)Η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διατάξεως αυτής και 3)το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1996), Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής η του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998 ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Κι' αυτό γιατί μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διστακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001), Περαιτέρω, από τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητα του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (αρθρ,25) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, Σε περίπτωση δε, που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο, μπορεί, επί πλέον;

να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής.

Η προσβολή, είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο, όμως, είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας είτε ασκείται καταχρηστικά. (ΑΠ 195/2007). Το δικαίωμα της προσωπικότητας αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του ανθρώπου, με τον οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά, είναι, μεταξύ άλλων και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι'αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα της ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας, (ΑΠ 719/2007 ΑΠ 17/2009).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ'αυτόν, κατ' ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση τα υποβαλλόμενα υπό την κρίση του περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξεις αποδείξεις, ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.

Μεταξύ των κριτηρίων, που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, με βάση το οποίο το Δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου / είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 972/1999) Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 367 του ΠΚ συνάγεται, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η διάταξη αυτή, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται, αναλογικά, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, προκειμένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1407/1998).

Έτσι, η προβολή συνδρομής περίπτωσης του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση) λόγω άρσης του παράνομου της προσβολής (ΑΠ 1286/1993). Όμως, ο άδικος χαρακτήρας δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η υποχρέωση αποζημίωσης του αδικηθέντος κατά το αστικό δίκαιο, αν συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης ή από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής.

Ο ειδικός αυτός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν, δηλαδή, δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, και όταν ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις, τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου. (ΑΠ 44/2009, ΑΠ 137/1985, ΑΠ 1653/1983, ΑΠ 1113/1981 βλ, και ΑΠ 167/2000, ΑΠ 1407/1988).

Επίσης, αν η προβαλλόμενη πλημμέλεια αφορά απόδοση μη προσήκοντος νοήματος σε αόριστη νομική έννοια, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει, όχι μόνο το νόημα που αποδίδει στον κανόνα, αλλά και σε τι, ακριβώς, συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 32/1999).

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1203/2006 απόφαση του, το Εφετείο Θεσσαλονίκης έκανε δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη, για την ουσία, εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι εναγόμενοι, δύο από τα τρία παιδιά του ενάγοντα, στις 22-1-2002 κοινοποίησαν στους Συμβολαιογράφους της ..., Σ. Μ., Ν. Ν., Ι. Β., Ε.

Φ., Α. Ρ., Κ. Δ., Μ. Π., Σ. Μ., Π. Χ., Μ. Χ., Α. Μ., Ζ. Τ., Ε. Λ. Ε. Λ., Σ. Μ. και Σ. Φ., το με ημερομηνία 21-1 -2002 έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: "Με την παρούσα σας κάνουμε γνωστό ότι ο πατέρας μας Κ. Μ., κάτοικος ..., οδός ..., πάσχει από ψυχική νόσο, η οποία τον εμποδίζει να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του και να επιμελείται της περιουσίας του.

Εξ αιτίας της νόσου του αυτής νοσηλεύτηκε κατά το παρελθόν αλλά και πρόσφατα και λαμβάνει σχετική αγωγή που του συνέστησαν οι ειδικοί θεράποντες ιατροί [λαμβάνει τα φάρμακα rispedol και sonata] όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην παρούσα σε φωτοαντίγραφο, συνταγές του Γ. Ν. ..., που είναι γραμμένες στο βιβλιάριο υγείας του.

Εφόσον λοιπόν προσέλθει σε σας για να προβεί σε οποιαδήποτε μεταβίβαση ακινήτου, πρέπει, όπως άλλωστε υποχρεούσθε από το νόμο, να ελέγξετε την πνευματική του κατάσταση και να απέχετε από την σύνταξη συμβολαίων που θα σας ζητήσει να συντάξετε. Επί πλέον σας κάνουμε γνωστό ότι εξ αιτίας της ψυχικής νόσου του πατέρα μας, έχουμε κινήσει την διαδικασία της δικαστικής συμπαράστασης, προκειμένου να διορισθεί από το Δικαστήριο δικαστικός συμπαραστάτης που θα επιμελείται των υποθέσεων του και η σχετική απόφαση θα σας γνωστοποιηθεί αμέσως μόλις δημοσιευθεί".

Όπως προέκυψε, αφορμή για την ενέργεια αυτή των εναγομένων, απετέλεσαν τα εξής: 1] το γεγονός ότι αυτοί είχαν υπόψη τους το αποτέλεσμα της γενόμενης στις 3-5-2001, εξέτασης του πατέρα τους, από το νευρολόγο -ψυχίατρο του Γενικού Νοσοκομείου ... Λ. Π., που διατυπώνεται στην από 22-1-2002 ιατρική του γνωμάτευση, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, ο εν λόγω ιατρός, ύστερα από την κατά την ανωτέρω ημερομηνία, κλινική εξέταση και το ληφθέν ιστορικό του Κ.

Μ., πατέρα των εναγομένων, ετών 72, διέγνωσε ότι αυτός έπασχε από χρόνια "ψυχωσική διαταραχή", με εξάρσεις και υφέσεις από 10ετίας περίπου και ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο ευρίσκετο σε θεραπεία με το αντιψυχωτικό σκεύασμα που αναφέρεται στο παραπάνω έγγραφο, 2] το γεγονός ότι ο προδιαληφθείς, είχε πρόσκαιρα σταματήσει τη λήψη του εν λόγω φαρμάκου και αυτό φαίνεται να συνέβαλε σε σημαντική επιδείνωση της ψυχιατρικής του συμπτωματολογίας, όπως επισημαίνει ο ανωτέρω ιατρός, στην ανωτέρω γνωμάτευση του, 3] το γεγονός ότι ο πατέρας τους παρά το ότι δεν είχε τη διαχείριση της κοινής αγροτικής τους επιχείρησης, εν τούτοις προέβαινε σε εισπράξεις οφειλών των πελατών τους και ακολούθως δαπανούσε τα χρήματα για ατομικές του ανάγκες, προφανώς επειδή, όπως και ο ίδιος υποστηρίζει, το χρηματικό ποσό που του έδιναν μηνιαίως οι εναγόμενοι από τη συμμετοχή του στην επιχείρηση δεν του έφτανε για να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες.

Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι με την ενέργεια τους αυτή οι εναγόμενοι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί υπερβολική και εξεζητημένη, δεν είχαν σκοπό να δυσφημήσουν συκοφαντικά τον πατέρα τους και να προσβάλλουν την προσωπικότητα του, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά στα πλαίσια δικαιολογημένου ενδιαφέροντος τους, να επιστήσουν την προσοχή των ανωτέρω Συμβολαιογράφων για πληρέστερο έλεγχο της κατάστασης του πατέρα τους, αν τυχόν αυτός εμφανιζόταν ενώπιον τους για την κατάρτιση οιασδήποτε δικαιοπραξίας και να τους ενημερώσουν ότι πρόκειται να συζητηθεί αίτηση τους για τη δικαστική συμπαράσταση αυτού, ώστε να αποφύγουν προσωρινά τη σύνταξη συμβολαίων, Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, στηρίζεται ιδιαίτερα στο γεγονός, ότι μετά την ανωτέρω ιατρική εξέταση του πατέρα τους, εύλογα αυτοί πίστευαν, ότι πράγματι ο ενάγων έπασχε από την παραπάνω ασθένεια, η οποία, αν δεν τον καταστούσε πλήρως ανίκανο για δικαιοπραξία, οπωσδήποτε επηρέαζε τη δήλωση της βουλήσεως του και ότι εξ αιτίας της προσωρινής διακοπής της θεραπείας του, υπήρχε κίνδυνος επιδείνωσης της ψυχικής του υγείας.

Γεγονός δε επιβεβαιωτικό της εν λόγω πεποίθησης αυτών, ήταν η υποβολή εκ μέρους τους αιτήσεως δικαστικής συμπαράστασης, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε από τους ίδιους τους ενάγοντες, ύστερα από παρέμβαση άλλων συγγενών τους και όχι επειδή ήταν προσχηματική. Άλλωστε τα αναφερόμενα στο πιο πάνω κοινοποιηθέν έγγραφο γεγονότα, όπως η λήψη του φαρμάκου και η νοσηλεία του ενάγοντα στο παρελθόν, [όπως προκύπτει κυρίως από την κάρτα παρακολούθησης αυτού στα ιατρεία του Ψ.Ν.Π.Ο το έτος 1989], αποδεικνύονται ως αληθινά, ενώ το αν πράγματι αυτός έπασχε από τη συγκεκριμένη ασθένεια, ασφαλώς και δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζουν οι εναγόμενοι, αφού τούτο μόνο συμπέρασμα ιατρικής εξέτασης, μπορεί να αποτελέσει, το οποίο καλόπιστα αυτοί αποδέχθηκαν.

Θα πρέπει δε να λεχθεί, ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται ούτε από το αποτέλεσμα της διεξαχθείσας, με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από δύο νευρολόγους -ψυχιάτρους ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου 1] ότι η εξέταση του ενάγοντα από αυτούς για τη διαπίστωση της ψυχικής του υγείας και της διανοητικής του κατάστασης, έλαβε χώρα μετά τριετία περίπου από την κοινοποίηση του ανωτέρω εγγράφου και την προηγηθείσα εξέταση αυτού με το προδιαληφθέν ιατρικό συμπέρασμα, που είχαν υπόψη τους οι εναγόμενοι, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο υπήρξε ενδεχομένως διαφοροποίηση της ψυχικής κατάστασης του ενάγοντα, 2] ότι το συμπέρασμα στο οποίο αυτοί καταλήγουν, διαφέρει μερικώς, καθόσον ο μεν Π.

Μ. διατείνεται ότι "..πρόκειται περί ατόμου φυσιολογικής νοημοσύνης με απουσία γνωστικής διαταραχής, ενώ υπάρχουν στοιχεία ήπιας κατάθλιψης", επισημαίνοντας επί πλέον ότι "..κατά την παρούσα χρονική περίοδο, δεν εμφανίζει ψυχωσική διαταραχή.." και ότι "...από τις υπάρχουσες γνωματεύσεις και το ιστορικό φαίνεται ότι εμφάνισε κατά το παρελθόν ψυχικές διαταραχές [αντικρουόμενες γνωματεύσεις ιατρών]...".

ενώ ο Χ. Κ., ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ψυχωσική εικόνα του ενάγοντα ούτε στο πρόσφατο παρελθόν, αφού δεν εμφανίζεται οποιαδήποτε υπολειμματική κλινική εικόνα αυτού. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου και της αιτήσεως των εναγομένων για τη δικαστική συμπαράσταση του ενάγοντα, προκύπτει ότι αυτοί, παρά το γεγονός της αντιδικίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, δεν υπερέβησαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο έκφρασης για την εκδήλωση του δεδικαιολογημενου ενδιαφέροντος τους, αφού η παράθεση των γεγονότων, δεν συνοδεύεται από οξύτητα ύφους και απρεπείς εκφράσεις, ώστε να μπορεί να συναχθεί ευχερώς σκοπός εξύβρισης του ενάγοντα.

Εδώ, ο αναιρεσείων αιτιάται, στα κατ'αυτόν πλαίσια της παράβασης της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, όπως προβάλλει, εσφαλμένα εφάρμοσε την αόριστη νομική έννοια του δόλου, και, κατά λογική ακολουθία, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 346, 914 και 932 ΑΚ και 361-363 ΠΚ.

Όμως, τούτο πράττει, κατά τρόπο, κατ'αρχήν, απαράδεκτο, εφ'οσον την προβαλλόμενη πλημμέλεια εδράζει σε σειρά εκτιμήσεων και ισχυρισμών, οι οποίοι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, και στις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες δεν ελέγχονται αναιρετικά (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 313/1992) (αναφορά ψευδών γεγονότων από τους αναιρεσίβλητους σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, την ύπαρξη ή μη ψυχικής νόσου, λήψη υπόψη ιατρικών βεβαιώσεων επιλεκτικά, κακή εκτίμηση ιατρικών γνωματεύσεων, κρίσεις ουσίας περί την διαχείριση της περιουσίας του, αγνοία της ψυχασθενείας του, κακή εκτίμησης της κατάστασης της υγείας του).

Σε κάθε περίπτωση δε, από την προπαρατεθείσα παραδοχή του Εφετείου εξάγεται πως το δικαστήριο ορθά έκρινε, και ουδόλως παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, ούτε εσφαλμένα εξειδίκευσε την έννοια του δόλου. Κατά ταύτα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει τα αντίθετα, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα είναι μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου (ΑΠ 44/2003).

Πρέπει δε η κρίση του δικαστηρίου να στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που, κατά την αναίρεση, παραμορφώθηκαν (ΑΠ 1440/2002, ΑΠ 627/2003). Αν όμως το έγγραφο, απλά συνεκτιμήθηκε με άλλες αποδείξεις, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 506/1988, ΑΠ 688/2005). Πρέπει, ακόμη, να υπάρχει παραδοχή κατάδηλα διαφορετικών περιστατικών από εκείνα που, όντως, περιέχονται στο έγγραφο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 4/2003, ΑΠ 507/2003, ΑΠ 437/2005).

Παραμόρφωση δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο, ορθά ανέγνωσε το έγγραφο, και εκτίμησε το περιεχόμενο του διαφορετικά, από ότι θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (σχετ.Ολ.ΑΠ 1/1999), Ακόμη, για να είναι ορισμένος, ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του, και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ'αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 422/1993, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 1654/2005), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 31/1997).

Ο αναιρεσείων προβάλλει, πως η προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίχτηκε, για την κρίση της, σχεδόν αποκλειστικά, στο περιεχόμενο της από 22-1-2002 ιατρικής γνωμάτευσης του νευρολόγου-ψυχιάτρου του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου ... Λ. Π., το περιεχόμενο της οποίας παραμόρφωσε. Τούτο όμως, δεν είναι ακριβές, εφ'οσον, όπως εξάγεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτή, για τον σχηματισμό της ουσιαστικής, κρίσης της, δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά, ή, έστω, κατά κύριο λόγο, στην πιο πάνω γνωμάτευση, αλλά έλαβε υπόψη της τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, και όλα τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν.

Άλλωστε, ο ίδιος ο αναιρεσείων προς θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης επικαλείται και άλλες ιατρικές γνωματεύσεις, οι οποίες, κατ'αυτόν, αντικρούουν, το περιεχόμενο της πιο πάνω γνωμάτευσης. Όμως, τούτο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνιστά "παραμόρφωση εγγράφου" Το αν η γνωμάτευση αυτή ήταν, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης "...προϊόν δικής τους έμπνευσης..." (των αναιρεσιβλήτων) "...που έντεχνα επέτυχαν την υιοθέτηση του από τον συντάκτη αυτής ιατρόν", δεν αποτελεί, βάση για τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Επίσης, το αν αυτή υπήρξε προϊόν υφαρπαγής, ή αν ο αναιρεσείων είχε εξετασθεί πράγματι η όχι από τον πιο πάνω ιατρό, και αν ήταν όντως ανίκανος για λογική λειτουργία και επιμέλεια του εαυτού του και των υποθέσεων του, είναι, πρόδηλα, θέματα ουσίας, εκτός του συγκεκριμένου αναιρετικού ελέγχου. Κατά ταύτα, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος.

III. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός δεν είναι βάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση, πως λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης και αναφοράς καθενός ξεχωριστά, εφ'οσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει, αναμφίβολα, η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 155/2006, ΑΠ 1072-73/2005, ΑΠ 918/2006).

Στη κρινόμενη περίπτωση, όπως, ήδη, αναφέρθηκε, το Εφετείο δέχεται, πως, για το σχηματισμό της κρίσης του, στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε υπόψη του, και όλα τα έγγραφα που, νόμιμα, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή αναφορά, δεν καταλείπεται αμφιβολία, πως λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν, όλα, γενικά, τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα των διαδίκων και ειδικότερα οι από 22-1-2002 ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου-Ψυχίατρου Λ.

Π. (μέρους αυτής) και οι από 11-2-2003 και 13-2-2003 όμοιες γνωματεύσεις του ιδίου ιατρού. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11 πλημμέλεια, πρέπει ν'απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, αυτή πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσεν προτάσεις (άρθρ. 176,180,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.6.2008 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της με αριθμό 1203/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ