Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, upholding lower court's valuation date selection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by brothers X1 and X2 against the First Instance Court's decision regarding their property expropriation. The appellants argued that the critical date for determining compensation value should be the date of the expropriation decree rather than the date of the temporary valuation hearing. The court rejected this argument, ruling that the First Instance Court correctly applied the law by selecting the temporary valuation date because less than a year had passed between that hearing and the appeal discussion. Consequently, the court upheld the lower court's determination of the final compensation rate and ordered the appellants to pay the municipality's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 of the Constitution; Article 8, 9, 12 of Law 1337/83: The critical date for determining expropriation compensation value is the date of the temporary valuation hearing if less than one year has elapsed since that hearing until the discussion of the final determination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1469 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1469/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 ,κατοίκων .... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παραμυθιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρίνα Ρεπούση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς.
Εκδόθηκε η 22/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/6/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 17/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού ως άνω λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Mε τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, ορίζεται, ότι: Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος (παρ. 1). Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό (παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Εξάλλου, από τα άρθρα 8 και 12 του ν. 1337/1983 "Περί επέκτασης των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ", που ακολούθησε το ν. 947/1979 και εκδόθηκε σε εκτέλεση και εφαρμογή της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 2-5 για τη χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, προκύπτει ότι θεσμοθετήθηκε νέα διαδικασία για τις πολεοδομικές απαλλοτριώσεις, (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. 17.7.1923 και 797/71) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής, με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας και εισάγεται νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (με ποσοστό ανάλογο με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας) για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων) (ΟλΑΠ 19/2002, ΑΠ 563/2006).
Περαιτέρω, στη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 8 ν. 1337/83 ορίζεται, ότι σε περίπτωση, που, υπό τις εκεί προϋποθέσεις, η αρμόδια αρχή αποφασίσει τη μετατροπή της εισφοράς σε γη με ισάξια χρηματική συμμετοχή του υπόχρεου κυρίου του ρυμοτομούμενου ακινήτου, για την πραγματοποίηση της μετατροπής αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 9 του ίδιου νόμου για την εισφορά σε χρήμα κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του τελευταίου αυτού άρθρου, η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής και την τιμή ζώνης του οικοπέδου κατά το χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1337/1983 αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 γίνεται και στην περίπτωση που η συμμετοχή σε γη πρέπει να ληφθεί από το μη ρυμοτομούμενο τμήμα ιδιοκτησίας, πλην όμως εφόσον κατά την κρίση της αρχής το τμήμα της, που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο εισφοράς, δεν είναι αξιοποιήσιμο πολεοδομικά ή η αφαίρεσή του είναι φανερά επιζήμια για την ιδιοκτησία μπορεί να μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή, που διατίθεται αποκλειστικά για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων και κοινωφελών χρήσεων και σκοπών.
Τέλος, κατά την παρ. 13 του άρθρου 12 του ως άνω νόμου, που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 11 του Ν. 3312/2003, "ο προσδιορισμός της αξίας των τμημάτων που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 8 γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2882/2001", (ΚΑΑΑ), μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη του άρθρου 13 παρ. 1, που ορίζει και τον χρόνο προσδιορισμού της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, κατά τη ρύθμιση, που εισάγεται με τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος από τις οποίες έχουν μεταφερθεί και σ' εκείνο το νόμο και που έχουν εφαρμογή, ως συνταγματικές, και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.
Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων, ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος/2001,ήτοι από 18-4-2001 (ΟλΑΠ 1332/1985 και 18/1988) μεταξύ των οποίων είναι και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου.
Σχετικές είναι και οι διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 1, 2 και 5 του ΚΑΑΑ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανέλεγκτα δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Με το από 11.2.1991 Π.Δ., όπως τούτο αναθεωρήθηκε με τα μετέπειτα Π.Δ. της 20.9.1995, 21.6.1996, 5.4.2000 και 11.4.2002, εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη τμημάτων της πολεοδομικής ενότητας "Ελαιώνος" των Δήμων Αγίου Ιωάννη Ρέντη, Αιγάλεω, Περιστερίου, Ταύρου και Δήμου Αθηναίων.
Σε εκτέλεση των ανωτέρω Π.Δ., εκδόθηκε η ... Μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος ΤΤΕ της Νομαρχίας Πειραιώς, που αφορά την περιοχή "..." του Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη, η οποία κυρώθηκε με την ...απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς και καταχωρήθηκε νομίμως στο κτηματολογικό γραφείο ... με τον αριθμό ... .
Στον κτηματολογικό πίνακα της ως άνω πράξης εφαρμογής περιλαμβάνεται και η ... ιδιοκτησία, που ανήκει στην κυριότητα των καθ' ων, ήτοι Χ1 και Χ2, κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτως στον καθένα, επιφανείας 4.147 m2, που βρίσκεται στο ΟΤ ... της περιοχής "...." του Δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη. Από την επιφάνεια αυτή απαιτείται εισφορά σε γη 944 m2, από τα οποία 343,56 θα χρησιμοποιηθούν για κοινόχρηστο χώρο, η δε υπόλοιπη έκταση 600, 54 m2 θα μετατραπεί σε χρήμα...Ενόψει των ανωτέρω...
η επίδικη έκταση έχει οικοπεδική αξία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου 610 ευρώ ανά m2 κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως (4.12.2006).
Συνεπώς, πρέπει να απορριφτεί η ανταίτηση των καθ' ων αδελφών Χ1 -Χ2 και γίνει δεκτή αίτηση του αιτούντος Δήμου κατά ένα μέρος της και καθοριστεί η οριστική τιμή της μετατροπής της εισφοράς της σε χρήμα σε 610 ευρώ ανά m2 εδάφους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 22/2008 απόφασή του, δέχτηκε ότι κρίσιμος χρόνος για τον ζητούμενο καθορισμό δεν είναι αυτός της κύρωσης της πράξης εφαρμογής, αλλά εκείνος της συζήτησης της αίτησης καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας (4.12.2006), όπως ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την από 21-5-2007 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, εφόσον από τον τελευταίο αυτόν χρόνο, μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου δεν είχε παρέλθει έτος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με την έννοια της ψευδούς ερμηνείας και της εσφαλμένης εφαρμογής, τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7, 9 παρ. 3 και 12 παρ. 13 ν. 1337/83, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Μετά τα παραπάνω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2008 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 22/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ