Legislator Case Law & Legislation
1469/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of defendant and factual assessment errors.

Case Number 1469/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding regarding property ownership and grazing rights, while the respondent had died before the appeal was filed. The court ruled that the appeal must be directed against the deceased's heirs, not the deceased directly, and that the alleged errors constituted a mere assessment of evidence which is not subject to Supreme Court review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 313(1)(d), 286 et seq., 573(1), 558, 559(16), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment filed by a party after the death of the opposing party must be directed against the universal successors, and claims based on factual assessment errors are inadmissible as they fall outside the scope of Supreme Court review.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure death of party universal successors factual assessment inadmissible appeal property ownership grazing rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Articles 286 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1469 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1469/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: Χ1 και Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νεράντζη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ηλίας Μανιάτης δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 23-7-2006 και κληρονομήθηκε από τους : Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με : α) την από 21-11-1995 αγωγή, β) την από 10-10-1996 προσεπίκληση της ήδη αποβιωσάσης Ψ και γ) την από 2-5-1996 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.922/1998 προδικαστική, 2.419/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3205/2004 προδικαστική, 7498/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 3.205/2004 και 7.498/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-2-2007 αίτησή τους και με τους από 28-3-2008 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 7498/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 3205/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η αναιρεσίβλητη Ψ αποβίωσε στις 23-7-2006, δηλαδή μετά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη οριστική απόφαση αυτού, και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 8-3-2007, οι δε Ψ1 και Ψ2, που είναι τέκνα και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως κληρονόμοι της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης.

Με αυτά τα δεδομένα, εφόσον δεν προέκυψε ότι οι αναιρεσείουσες γνώριζαν πριν από την άσκηση της αναίρεσης το θάνατο της ανωτέρω αντιδίκου τους, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους νομίμως παριστάμενους κληρονόμους αυτής.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει, ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Λυκούργου Γκογκόρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .....

πράξη εξοφλήσεως του ίδιου συμβολαιογράφου, που επίσης έχει μεταγραφεί νόμιμα, πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα, Ψ, από το σωματείο με την επωνυμία " Γενική Αρμενική Ένωσις Αγαθοεργίας", ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 200 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Ηρακλείου Αττικής, εκτός σχεδίου πόλης, και το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Α1 του τέταρτου τετραγώνου στο από του μηνός Σεπτεμβρίου 1959 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α, που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ. .....

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Σκλήρη. Το αγροτεμάχιο αυτό έχει ήδη ενταχθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου Ηρακλείου και αποτελεί το οικόπεδο του Ο.Τ. ....., το οποίο βρίσκεται επί της οδού ..... και εικονίζεται στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β με περιμετρικά στοιχεία ΚΠΡΜΚ.

Το παραπάνω ..... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που έχει εξωτερικώς όλα τα στοιχεία του έγκυρου τίτλου, αποτελεί κατά νόμο (άρθρο 1041 ΑΚ) τίτλο για κτήση κυριότητας από την ενάγουσα με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι για τη συγκρότηση του νόμιμου τίτλου αρκούν τα περιστατικά που συνιστούν μεταβίβαση της κυριότητας, χωρίς να απαιτείται και ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, η οποία χρειάζεται μόνο για την παράγωγη κτήση αυτής.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενες το έτος 1991 περιέκλεισαν σε ενιαία περίφραξη μία ευρύτερη έκταση, σχήματος παραλληλογράμμου, η οποία συμπίπτει κατά θέση με τα τρία συνεχόμενα ακίνητα, που πωλήθηκαν από το ανωτέρω σωματείο στους ..., ..., ... καί ..., καθώς και με το ακίνητο που αγόρασε η ενάγουσα, από το οποίο και κατέλαβαν και νέμονται μέχρι σήμερα διακεκριμένα τμήματα η καθεμία, που είναι τα επίδικα, και συγκεκριμένα η πρώτη εναγόμενη το τμήμα, εμβαδού 24,15 τ.μ., σχήματος τετραπλεύρου, που εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β με στοιχεία ΚΟΞΛΚ και η δεύτερη εναγόμενη το τμήμα, εμβαδού 112,52 τ.μ., σχήματος τετραπλεύρου, που εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ΛΞΝΜΛ.

Η ενάγουσα, αφότου περιήλθε σ' αυτήν με την αγορά το παραπάνω ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα, δηλαδή από τις 3-9-1966 που μεταγράφηκε το πιο πάνω ..... συμβόλαιο και μέχρι το έτος 1991, που κατέλαβαν τα επίδικα οι εναγόμενες, νεμόταν αυτό συνεχώς με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητά του, και με νόμιμο τίτλο το παραπάνω συμβόλαιο αγοράς.

Η άσκηση από αυτήν της νομής επί του ως άνω ακινήτου γινόταν με τις κατωτέρω υλικές και εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ήταν δηλωτικές της βούλησής της να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό της. Συγκεκριμένα αυτή οριοθέτησε το ακίνητο αυτό και το περιέφραξε, αμέσως μετά την αγορά του, επιτηρώντας τα όριά του.

Η περίφραξη του ακινήτου της ενάγουσας, αλλά και των συνεχομένων προς αυτό ακινήτων, φαίνεται στην αεροφωτογραφία του ΥΠΕΧΩΔΕ, με στοιχεία ..., έτους λήψης 1970, και στην υπό στοιχεία ... πινακίδα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.), που συντάχθηκε κατά τα έτη 1968-1969, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 30-9-1992 έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε ο τεχνολόγος Δασοπονίας ... .

Με το από 29-29-1983 Π.Δ/μα προβλέφθηκε η δημιουργία στη θέση του παραπάνω ακινήτου χώρου πρασίνου (άλσους) και η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες για τον αποχαρακτηρισμό τούτου, υποβάλλοντας προς το Δήμο Ηρακλείου τις από 4-7-1986, 8-7-1987 και 28-7-1987 σχετικές αιτήσεις, συνεπεία των οποίων αποχαρακτηρίσθηκε το εν λόγω ακίνητο και ήδη αποτελεί οικόπεδο του με αριθμό 443 Α οικοδομικού τετραγώνου.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων- αντεναγουσών ότι η από μέρους τους ενιαία περίφραξη του επιδίκου και των συνεχομένων προς αυτό ακινήτων, σχήματος παραλληλογράμμου, έγινε σε αντικατάσταση παλαιότερης περίφραξης, την οποία είχαν τοποθετήσει οι δικαιοπάροχοί τους ... και ... ήδη από το έτος 1973, δεν αποδεικνύεται.

Το επιχείρημα των εναγομένων ότι η περίφραξη αυτή είχε γίνει από τις δικαιοπαρόχους τους με σκοπό τη συνένωση των δύο τριγωνικών οικοπέδων τους σε ένα παράλληλόγραμμο, ώστε να προσφέρεται για ανοικοδόμηση και να πωληθεί στον ίδιο αγοραστή, δεν ευσταθεί, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων επέδειξαν οποτεδήποτε ενδιαφέρον για την αξιοποίηση των τριγωνικών οικοπέδων, είτε με τη μέριμνά τους για την επέκταση του σχεδίου πόλεως στη θέση όπου βρίσκονται, όπως είχαν πράξει παλαιότερα για τις ανατολικά της οδού ...

κείμενες ιδιοκτησίες τους, γεγονός που αναφέρεται στην 226/1969 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είτε με οχλήσεις προς το Δήμο Ηρακλείου Αττικής, ανάλογες προς εκείνες της ενάγουσας, για τον αποχαρακτηρισμό του χώρου που καταλαμβάνουν, όταν αυτός καθορίσθηκε ως χώρος πρασίνου, είτε, τέλος, με την εκποίησή τους, ως ενιαίου ακινήτου, στον ίδιο αγοραστή και όχι ως αυτοτελή οικόπεδα σε διαφορετικούς αγοραστές.

Για την άσκηση της νομής στα επίδικα τμήματα από την ενάγουσα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αλλά και τις αποκρούσεις από αυτήν επιβουλών και διαταράξεων της νομής της, σαφής είναι η κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του δικαστηρίου μάρτυρά της Γ, ο οποίος στηρίζει τα όσα κατέθεσε σε άμεση αντίληψή του.

Η κατάθεση δε του μάρτυρα αυτού, η οποία, λαμβανόμενη υπόψη σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι, είναι ικανή να στηρίξει ασφαλή δικανική πεποίθηση για την κατάφαση των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων - αντεναγουσών Δ και Ε.

Επομένως, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έγινε κυρία των επιδίκων τμημάτων με τακτική χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της στις 3-9-1976, με την παρέλευση δεκαετίας από τη μεταγραφή του διαληφθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί το νόμιμο τίτλο της, σε κάθε περίπτωση δε και με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στις 3-9-1986, με την παρέλευση εικοσαετίας από τότε που αυτή άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου τα επίδικα, ως τμήματα του μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου που είχε αγοράσει.

Περαιτέρω, δεν έγινε επίκληση από τις εναγόμενες-αντενάγουσες δεδικασμένου αναφορικά με την κυριότητα του επιδίκου, η δε τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή νομής ακινήτου, δεν αποτελεί δεδικασμένο σε δίκη για την προστασία της κυριότητας, ακόμη και αν η τελευταία βασίζεται στη χρησικτησία, γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς.

Εξάλλου, στην απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι δυνατόν να υπάγεται και ο τρόπος κτήσης του ασκούμενου δικαιώματος. Ωστόσο, στην κρινόμενη υπόθεση, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, το δικαίωμα κυριότητάς της η ενάγουσα το απέκτησε με τακτική, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, στην πρώτη δε περίπτωση η νομή της ασκήθηκε με νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. .....

συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Λυκούργου Γκογκόρη και όχι το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Ζαρρή, με το οποίο φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, λόγω δωρεάς, στο δικαιοπάροχο αυτής σωματείο με την επωνυμία "Γενική Αρμενική Ένωσις Αγαθοεργίας", και συνεπώς η ακυρότητα ή μη της γενόμενης με το τελευταίο συμβόλαιο μεταβίβασης δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή ως προς τον τρόπο κτήσης του ασκούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας και ουδεμία συμπεριφορά αυτής τείνουσα στην πραγμάτωση του δικαιώματός της έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε α) ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ενάγουσας περί διεκδικήσεως των επιδίκων τμημάτων ακινήτου είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, τις στηριζόμενες στην κτήση της κυριότητας των επιδίκων από την ενάγουσα με τους πρωτότυπους τρόπους της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ είναι αβάσιμη κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας των επιδίκων από αυτήν με τον παράγωγο τρόπο της σύμβασης αγοράς, διότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του πωλητή δικαιοπαρόχου της και β) ότι η ανταγωγή περί αναγνωρίσεως κυριότητας, που άσκησαν με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά τη βάση της επικαλούμενης από παράγωγο τρόπο κτήσης από αυτές της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, όσο και κατά τη βάση της, τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας, με χρησικτησία.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε απορρίψει την ανταγωγή των αναιρεσειουσών. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 και 974, 976 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με τη θεμελίωση του ενδίκου δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης στην τακτική και την έκτακτη χρησικτησία, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1048 και 1050 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, αφού οι αναιρεσείουσες - εναγόμενες δεν πρότειναν με λόγο της έφεσής τους ισχυρισμό περί διακοπής της χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη νεμήθηκε τα επίδικα ως τμήματα μείζονος ακινήτου, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο αγοράς επί μία τουλάχιστον συνεχή δεκαετία από τις 3-9-1966, που μεταγράφηκε το συμβόλαιο αυτό, αλλά και επί μία συνεχή εικοσαετία μέχρι το έτος 1991 που τα κατέλαβαν οι αναιρεσείουσες, ασκώντας επ' αυτών τις αναφερόμενες συγκεκριμένες εμφανείς υλικές ενέργειες που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, οι οποίες συνιστούν αναμφίβολα πράξεις νομής, και συνεπώς συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής όλες οι απαιτούμενες από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων τμημάτων με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιες παραδοχές απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα νομής στα επίδικα από τις αναιρεσείουσες - αντενάγουσες και τους δικαιοπαρόχους τους και κατά συνέπεια την απόκτηση από αυτές της κυριότητας τούτων με τις επικαλούμενες στην ανταγωγή συμβάσεις αγοράς ή με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη).

Εξάλλου, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα χρησιδέσποσε τα επίδικα ακίνητα με νόμιμο τίτλο το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο αγοράς, δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή στην απόκτηση από αυτήν της κυριότητας των επιδίκων η τυχόν ακυρότητα του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της, και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ αναφορικά με την κτήση απ' αυτήν του δικαιώματος κυριότητας.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, τόσο της κτήσης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από την αναιρεσίβλητη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτών από τις αναιρεσείουσες με παράγωγο τρόπο ή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρώτος, μέρος πρώτο και τέταρτο, και δεύτερος, μέρος πρώτο και τέταρτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του ΑΚ που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, μέρος δεύτερο, και δεύτερο, μέρος δεύτερο, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Π.ολ.Δ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους θεμελιωτικούς της ανταγωγής τους ισχυρισμούς, που πρότειναν με λόγο της έφεσής τους, α) ότι κατά το χρόνο κατάρτισης και μεταγραφής του υπ' αριθμ. .....

συμβολαίου αγοράς, που αποτελεί τον τίτλο χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης, αληθινοί νομείς των επιδίκων τμημάτων ακινήτου ήταν οι δικαιοπάροχοι αυτών ... και ..., οι οποίες ουδέποτε απώλεσαν τη νομή επ' αυτών και συνεπώς ουδέποτε απέκτησε τη νομή τούτων η αναιρεσίβλητη και β) ότι σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη με την αγωγή χρησικτησία της αναιρεσίβλητης διακόπηκε από το έτος 1973 μέχρι το έτος 1991, με τη γενόμενη κατά το έτος 1973 περίφραξη των επιδίκων τμημάτων από τις άνω δικαιοπαρόχους τους και την άσκηση έκτοτε υπό τούτων νομής σ' αυτά.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεχόμενο, ότι η αναιρεσίβλητη από την 3-9-1966, ημερομηνία μεταγραφής του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου αγοράς της, παρέλαβε στη νομή της τα επίδικα τμήματα και τα νεμήθηκε έκτοτε συνεχώς μέχρι το έτος 1991, που τα περιέφραξαν οι αναιρεσείουσες, έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών και τους απέρριψε εκ του πράγματος.

Επομένως, οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 324 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι προϋπόθεση υπάρξεως δεδικασμένου είναι, εκτός άλλων, και η ταυτότητα προσώπων και στις δύο δίκες.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο, η υπ' αριθμ. 4532/1997 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε σε δίκη μεταξύ των αναιρεσειουσών και των τρίτων ... και ..., κατόπιν των από 10-6-1992 αγωγών των αναιρεσειουσών περί αποβολής από τη νομή συνεχόμενου προς το επίδικο ακινήτου. Από την πιο πάνω απόφαση, ως προς τα με αυτήν γενόμενα δεκτά, ότι τα περιλαμβάνοντα το επίδικο ακίνητο δύο τριγωνικά τμήματα είχαν στη νομή τους οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών ...

και ..., οι οποίες ενεργούσαν σ' αυτά πράξεις νομής και το έτος 1973 τα περιέφραξαν με κοινές τους δαπάνες, ότι κατά τα έτη 1983-1984 έγινε από αυτές μερική αποκατάσταση της περίφραξης, που είχε φθαρεί, με δικτυωτό συρματόπλεγμα και ότι, αφότου τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στις αναιρεσείουσες -τότε ενάγουσες- οι τελευταίες συνέχισαν να τα νέμονται για δικό τους λογαριασμό, δεν παράγεται δεδικασμένο σε βάρος της αναιρεσίβλητης ενάγουσας για την προκείμενη, επί της άνω διεκδικητικής της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων αγωγής της, δίκη, πρωτίστως, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων στις δύο αυτές δίκες.

Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για την παρούσα δίκη από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια το άρθρου 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ, οι δε περί του αντιθέτου τέταρτος του κυρίου δικογράφου της αίτησης και πρώτος, μέρος τρίτο, και δεύτερος, μέρος τρίτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο του κυρίου δικογράφου της αίτησης λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 8, 10, 11 και 12 του ΚΠολΔ, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτές επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον "κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων και μαρτυρικών καταθέσεων, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, δέχθηκε την άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα από το έτος 1966 μέχρι το έτος 1986, χωρίς να λάβει υπόψη του τις δίκες για τη νομή του επιδίκου που προηγήθηκαν και τις επ' αυτών εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις που επιδικάζουν σ'αυτές και τις δικαιοπαρόχους τους τη νομή τούτου".

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2007 αίτηση και τους από 28-3-2008 πρόσθετους λόγους των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ.7498/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 3205/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ