Legislator Case Law & Legislation
1469/2007 AI generated

1469/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1469/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1469/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα πρόκειται για αγωγή εκ καθυστερουμένων απολαβών, οφειλομένων απευθείας από το νόμο την πληρωμή των οποίων απλώς αρνείται το εναγόμενο, και όχι εξ αδικοπραξίας, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται για τη θεμελίωσή της έκδοση διοικητικής πράξεως, που παρανόμως παράλειψε το αναιρεσίβλητο.

Keywords

AI generated
scientific and technical staff work subject to authorization unemployment due to technical progress trial work placement employment status qualification research staff
AI generated
1666/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1965/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5266/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/1/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 13/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αμφότερους τους λόγους της. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1308/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
171/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
1018/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2010/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5849/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2009 αίτησή τους.
314/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1469 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1469/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κων/να Πυρπυρή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Δατσέρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 903/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1685/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 28-4-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος κατά τα υπό στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ μέρη λόγος και ν΄ απορριφθούν οι άλλοι λόγοι της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 48 παρ.1 του ν.δ. 496/1974 ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο χρόνος παραγραφής των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων του, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητες πλουτισμό είναι δύο ετών.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 49 και 52 εδ. γ΄ του ίδιου ν.δ 496/1974, η παραγραφή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια και αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές, απολαβές κάθε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που οφείλονται απευθείας από το νόμο, με την έννοια ότι δεν απαιτείται για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος έκδοση διοικητικής πράξεως, την πληρωμή των οποίων καθυστερεί από οποιοδήποτε λόγο του ΝΠΔΔ ή αρνείται ως μη οφειλομένων, κατά την αποδιδόμενη από τα όργανά του έννοια του νόμου, από την οποία δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξή τους, υπόκεινται στην οριζόμενη από το άρθρο 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 διετή παραγραφή, σε αντιδιαστολή προς την πενταετή παραγραφή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου ή των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 937 ΑΚ, αφού δεν έχουν έρεισμα την αδικοπραξία.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που κατάρτισε με το εναγόμενο ν.π.δ.δ., δυνάμει της οποίας εργάσθηκε ως τεχνικός (παρασκευαστής) στο εργαστήριο ραδιοϊσοτόπων και ραδιογνωστικών προϊόντων στη μονάδα ιστικών μοσχευμάτων αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1998 έως 31-7-2001 και ότι το εναγόμενο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του αρνείται να του καταβάλει το οριζόμενο από το άρθρο 11 παρ.2 του ν.2606/1998 επίδομα ραδιενέργειας της κατηγορίας α΄ εξ 90.000 δραχμών, στην οποία ανήκει, ο χώρος, στον οποίο εργάσθηκε, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το εν λόγω επίδομα για το πιο πάνω χρονικό διάστημα εκ 10.525 ευρώ συνολικώς.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα πρόκειται για αγωγή εκ καθυστερουμένων απολαβών, οφειλομένων απευθείας από το νόμο την πληρωμή των οποίων απλώς αρνείται το εναγόμενο, και όχι εξ αδικοπραξίας, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται για τη θεμελίωσή της έκδοση διοικητικής πράξεως, που παρανόμως παράλειψε το αναιρεσίβλητο.

Επομένως, η ανωτέρω αγωγική απαίτηση υπόκειται στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974 και όχι στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.ΑΚ. Συνακόλουθα, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως και κατόπιν αυτού αποφάνθηκε, ότι οι αξιώσεις, που αφορούν στα έτη 1998, 1999 και 2000, εφόσον από του τέλους καθενός από αυτά, εντός του οποίου γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (13-2-2003) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των δύο ετών, έχουν υποκύψει σε παραγραφή, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.ΑΚ, δια της μη εφαρμογής αυτού, και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο εκ του τελευταίου αυτού άρθρου λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία συντελείται με ψευδή ερμηνεία του κανόνα ή με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, που υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν τον εφάρμοσε σωστά, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση και που ακριβώς έγκειται το σφάλμα και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, και οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) αυτού, επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση για το βάσιμο ή μη της αγωγής, καθώς και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που με βάσει τις παραδοχές αυτές παραβιάστηκε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή.

Ο κανόνας αυτός δικαίου πρέπει να αναφέρεται ειδικώς, δηλαδή, να γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένη διάταξη συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη σωστή εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί ακτινοπροστασίας-κανονισμού ακτινοπροστασίας, διότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της νομιμότητας της εντάξεως του αναιρεσείοντος, μετά την κατάταξή του στο αναιρεσίβλητο σε θέση ιδιωτικού δικαίου βάσει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, στη ζώνη β΄, και της καταβολής σ'αυτόν του οριζομένου για τη ζώνη αυτή επιδόματος ραδιενέργειας, αντί της ζώνης α΄ και του οριζομένου γι'αυτή μεγαλύτερου επιδόματος, τη μεταξύ των οποίων διαφορά ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή του, δεν εφάρμοσε το κριτήριο της επικινδυνότητας της εργασίας, που επιβάλλεται από τον ανωτέρω κανονισμό και έτσι παραβίασε "τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου περί ακτινοπροστασίας".

Ο λόγος, αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε με τη μη εφαρμογή της από το δικαστήριο. Επίσης, ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι, ενώ ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου αλλά και του Εφετείου, ότι τόσο η προϊσταμένη του, με την οποία εργάζεται στον ίδιο χώρο, όσο και ο προκάτοχος της θέσεως που ήδη εκείνος κατέχει, έπαιρναν το επίδομα ραδιενέργειας α' ζώνης, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να κρίνει ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν δικαιούται το επίδομα τούτο, παραβίασε την κατά το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι ούτε οι παραδοχές του δικαστηρίου αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος αναφέρονται στο αναιρετήριο, ούτε προσδιορίζεται με αυτό σε τι συνίσταται η παραβίαση και που ακριβώς έγκειται το σφάλμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που επικυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/30-5-1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό -ο τρόπος καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει το χαρακτήρα της συμβάσεως- και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία, και να ελέγχει την εργασία, που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντα οδηγίες και εντολές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, που είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς αυτές, ασχέτως αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον αυτό δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης υπηρεσιακής δράσεως, απαλλαγμένης από τον έλεγχο του τελευταίου.

Έτσι, ενόψει του ότι σε κάθε περίπτωση παροχής υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση στο βαθμό, που αυτές υπάρχουν σε όλες τις περιπτώσεις, που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με κάθε ενοχική σύμβαση, εκείνο που χαρακτηρίζει την εξαρτημένη εργασία, η οποία ρυθμίζεται από το εργατικό δίκαιο, δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο της δεσμεύσεως και μιας οποιασδήποτε εξαρτήσεως, αλλά είναι η ιδιαίτερη εκείνη ποιότητα της δεσμεύσεως και της εξαρτήσεως, η οποία έχει για εκείνον, που υποβάλλεται σ'αυτή, συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του και δικαιολογούν την ειδική προστασία του κατά την εργατική νομοθεσία.

Αποφασιστικό, αλλά όχι κατ'ανάγκη απροσμάχητο, στοιχείο της προσωπικής εξαρτήσεως αποτελεί η ένταξη του εργαζομένου στις δραστηριότητες του εργοδότη, δηλωτική της εξαρτήσεως της εργασίας από το οργανωτικό πλαίσιο της δραστηριότητας και του χαρακτηρισμού της ως στοιχείου αυτής. Εξάλλου, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την κατά τα άρθρα 681 επ.

του ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί στην πρώτη οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ασχέτως από το αποτέλεσμα που επέρχεται κατά τον χρόνο αυτό, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.

Έτσι, ενώ στη σύμβαση εργασίας αντικείμενο αυτής είναι η παροχή ορισμένης εργασίας, ανεξαρτήτως από οποιοδήποτε αποτέλεσμα, στη σύμβαση έργου αντικείμενο είναι το αποτέλεσμα της εργασίας, δηλαδή το έργο που συμφωνήθηκε, με την παράδοση του οποίου από τον εργολάβο οφείλεται και η συμφωνημένη αμοιβή, ανεξαρτήτως από αυτή την ίδια την εργασία.

Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας ή έργου γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, υπό τις οποίες λειτούργησε η σχέση, ανεξαρτήτως από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν οι συμβαλλόμενοι, καθώς και τον χαρακτηρισμό που ο ίδιος ο νόμος δίδει στις συμβάσεις, που προβλέπονται από αυτόν και καταρτίζονται σε εκτέλεσή του.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι' έτσι ιδρύεται ο εκ του άρθρου αυτού λόγος αναιρέσεως, όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Ανεπαρκής είναι η αιτιολογία, όταν τα εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, ενώ αντιφατικές είναι οι αιτιολογίες, όταν, λόγω της αντιφάσεώς τους, δεν προκύπτουν ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν ορθώς εφάρμοσε το νόμο.

Αλλά η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως όταν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια για ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα καθόσον αφορά το γενόμενο από το δικαστήριο χαρακτηρισμό των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων διαδοχικών συμβάσεων ως μισθώσεως έργου και όχι ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, καθώς και τη νομιμότητα της εντάξεώς του από το αναιρεσίβλητο στη β' ζώνη επικινδυνότητας, που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής τόσο κατά το κεφάλαιο, που αφορά την καταβολή στον αναιρεσείοντα του επιδόματος ραδιενέργειας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όσο και κατά το κεφάλαιο της επιδικάσεως της διαφοράς μεταξύ του καταβληθέντος, βάσει της εντάξεώς των στη β' ζώνη επικινδυνότητας και του καταβλητέου για την α΄ ζώνη επικινδυνότητας, στην οποία έπρεπε να είχε ενταχθεί, επιδόματος, για επόμενο χρονικό διάστημα.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων συνεργάστηκε με το Ινστιτούτο Ραδιοϊσοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών Προϊόντων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου στα πλαίσια προγραμμάτων με συμβάσεις έργου, για τη χρονική περίοδο 1-4-1998 έως 31-7-2001, ως εργοδηγός χημικός.

Οι συμβάσεις αυτές, συμβάσεις ανάθεσης έργου, οι οποίες ήταν ολιγόμηνης διάρκειας, από τρεις έως οκτώ μήνες, ήταν εργολαβικές και δεν δημιουργούσαν καμία εργασιακή σχέση, ενώ για την πραγμάτωση του έργου η εργασία εκτελείτο με ελεύθερο ωράριο και εδίδετο η δυνατότητα στον ενάγοντα να χρησιμοποιεί τους χώρους και τις εγκαταστάσεις του εναγομένου, με την υποχρέωση να επιμελείται τα εμπιστευθέντα σε αυτόν αντικείμενα και όργανα, ευθυνόμενος σε αντίθετη περίπτωση για τις επιζήμιες συνέπειες.

Ειδικότερα ο ενάγων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 23 του ν. 2621/1998 (που επέτρεψε, κατ΄εξαίρεση της παρ.5 του άρθρου 6 του ν.2527/1997 και της ΠΥΣ 236/1994, την κατάρτιση συμβάσεων μισθώσεως έργου με προσωπικό, που απασχολείται για την εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων των ερευνητικών κέντρων και των ερευνητικών ινστιτούτων της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας) συνήψε τις από 29-5-1998, 10-9-1998, 17-12-1998 17-6-1999, 28-12-1999, 14-3-00, 14-12-00 και 26-7-01 έγγραφες συμβάσεις έργου με τον επιστημονικό υπεύθυνο του προγράμματος "Υποστήριξη Ραδιοϊσοτόπων Ραδιοδιαγνωστικών Προϊόντων" ......

και την αναπληρώτρια αυτού ....... (Διευθυντού και αναπληρώτριας Διευθύντριας αντίστοιχα του Ινστιτούτου Ραδιοισοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών Προϊόντων του εναγομένου), δυνάμει των οποίων ανέλαβε την υποχρέωση εκτέλεσης ορισμένων έργων στα πλαίσια του παραπάνω προγράμματος, το οποίο υλοποιήθηκε στο ως άνω Ινστιτούτο του εναγομένου, ήτοι:

α) την επισήμανση ενώσεων με ραδιοϊσότοπα, τεχνήτιο, χρωματογραφίες και φασματομετρία, β) την πρωϊνή παραγωγή τεχνητίου γ) την Παρασκευή, μεταφορά, διακίνηση και προώθηση ραδιενεργών προϊόντων, δ) την παραγωγή και διανομή ιωδίου στην πρωϊνή παραγωγή και ε) την υποστήριξη ραδιοϊσοτόπων και ραδιοδιαγνωστικών προϊόντων.

Η συμφωνηθείσα αμοιβή για την εκτέλεση των παραπάνω έργων ήταν διαφορετική για καθένα απ'αυτά και καταβαλλόταν τμηματικά ανάλογα με την πρόοδο του έργου, μετά από εντολή και σχετική βεβαίωση του επιστημονικού υπευθύνου του άνω προγράμματος. Ωσαύτως, ρητώς συμφωνείτο κατά την κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων: 1) ότι ο ενάγων, κατά την εκτέλεση του συμφωνηθέντος εκάστοτε έργου, θα απασχολείται σε χώρο που θα του υποδείκνυε ο επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος, 2) ότι η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί μονομερώς μετά από προειδοποίηση τριάντα (30) ημερών, χωρίς να θεμελιώνεται οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης, 3) ότι ο ενάγων θα ασφαλιζόταν με δαπάνη του προγράμματος και του ιδίου στο ΙΚΑ σύμφωνα με την Β1/21 1334 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων και 4) ότι σε περίπτωση διακοπής της χρηματοδότησης του προγράμματος η σύμβαση θα λύεται αυτόματα.

Περαιτέρω, σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων ο ενάγων πράγματι απασχολήθηκε σε χώρους του εναγομένου και παρήγε το εκάστοτε συμφωνηθέν έργο αμειβόμενος τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο του έργου, χωρίς να υφίσταται προσωπική εξάρτηση του ενάγοντος από το εναγόμενο ούτε τελούσε υπό τις οδηγίες, την εποπτεία και τον έλεγχο του τελευταίου.

Συνεπώς, κατά το από 29-5-1998 έως 31-7-2001 χρονικό διάστημα ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο με συμβάσεις έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας, όπως αβάσιμα διατείνεται με την ένδικη αγωγή του, ο χαρακτήρας δε των ως άνω συμβάσεων ως τοιούτων έργου δεν αίρεται ούτε από το γεγονός ότι ο ενάγων προσερχόταν στους χώρους του εναγομένου (δεδομένου ότι η προσέλευσή του ήταν αναγκαία, για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου), ούτε από το γεγονός της ασφαλίσεώς του στο ΙΚΑ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν.2839/2000 και με την υπ'αριθμ. 110/1/1486/23-7-2001 απόφαση που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ με αριθμ. 169/ΝΠΔΔ/30-7-2001, ο ενάγων κατεγάγη από τις 30-7-2001 σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην κατηγορία τεχνικού προσωπικού Β΄ κατηγορίας και με ειδικότητα τεχνικός για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ως άνω Κέντρου.

Από την ημέρα κατάταξής του στο εναγόμενο με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (30-7-2001) έως και την 12-2-2002 ο ενάγων εργάστηκε στο Ινστιτούτο Ραδιοϊσοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών εντασσόμενος στη Ζώνη Α', σύμφωνα με το ν.2606/1998 άρθρο 11, και ελάμβανε το επίδομα ραδιενέργειας μετά από σχετική απόφαση της επιτροπής καθορισμού επιδόματος ραδιενέργειας.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων, ως συνδεόμενος με το αναιρεσίβλητος ν.π.δ.δ. με σύμβαση έργου, δεν εδικαιούτο να λάβει κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-7-2001 το υπό των διατάξεων των ν.2470/1997, 2530/1997 και 2606/1998 προβλεπόμενο και χορηγούμενο στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, το συνδεόμενο με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επίδομα ραδιενέργειας και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημά της για καταβολή του εν λόγω επιδόματος, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, ως αβάσιμη κατ'ουσία.

Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ως περιέχουσα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τον χαρακτηρισμό των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων μισθώσεως έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας στηρίζεται η ανωτέρω αγωγική αξίωση.

Και τούτο διότι: α) δεν προσδιορίζει το συγκεκριμένο έργο, στο οποίο απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι με την κάθε διαδοχική σύμβαση, δηλαδή το συμφωνημένο τελικό αποτέλεσμα, στην επίτευξη του οποίου απέβλεψαν και που η πραγμάτωσή του θα επέφερε την αυτόματη λύση της συμβάσεως, δεδομένου ότι τα φερόμενα ως συμφωνημένα έργα, ήτοι η επισήμανση ενώσεων με ραδιοϊσότοπα, τεχνήτιο κλπ, η πρωϊνή παραγωγή τεχνητίου και ιωδίου και η διανομή του τελευταίου, η παρασκευή, μεταφορά, διακίνηση και προώθηση ραδιενεργών προϊόντων και η υποστήριξη ραδιοϊσοτόπων και ραδιοδιαγνωστικών προϊόντων αποτελούν συνεχείς εργασίες, που δεν αναφέρεται ότι απέβλεπαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, β) ακόμη δεν διευκρινίζει ποιά ήταν η συμφωνημένη συνολική αμοιβή του αναιρεσείοντος για κάθε συγκεκριμένο έργο και πώς προσδιοριζόταν η πρόοδος αυτού, αναλόγως προς την οποία δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο κατέβαλλε τμηματικώς την αμοιβή αυτή, δεδομένου μάλιστα ότι μεταξύ των έργων περιλαμβάνονται και η καθημερινή παραγωγή, μεταφορά και διακίνηση τεχνητίου, ιωδίου και άλλων ραδιενεργών προϊόντων, οι συμφωνημένες ποσότητες των οποίων δεν προσδιορίζονται για κάθε σύμβαση, καθώς και η υποστήριξη ραδιοϊσοτόπων και ραδιοδιαγνωστικών προϊόντων και η επισήμανση ενώσεων με ραδιοϊσότοπα, τεχνήτιο, χρωματογραφίες κλπ., ως προς τις οποίες δεν γίνεται αναφορά για συμφωνημένα μετρήσιμα μεγέθη, γ) επίσης, ενώ δέχεται, κατ΄αρχήν, ότι για την πραγμάτωση του συμφωνημένου έργου, η εργασία του αναιρεσείοντος εκτελείτο με ελεύθερο ωράριο, στη συνέχεια, αντιφατικώς, αναφέρει ότι μεταξύ των συμφωνημένων έργων περιλαμβάνονταν και η πρωϊνή παραγωγή τεχνητίου και η παραγωγή και διανομή ιωδίου στην πρωϊνή παραγωγή, πράγμα που σημαίνει συμφωνημένη δέσμευση του αναιρεσείοντος για πρωϊνή απασχόληση, προς εκτέλεση των εν λόγω εργασιών, συνάμα δε δεν προσδιορίζει σε ποιές ώρες ο ίδιος πραγματοποιούσε τις άλλες συμφωνημένες, ως άνω, εργασίες, ήτοι παρασκευή, μεταφορά διακίνηση ραδιενεργών προϊόντων κλπ., δ) ακόμη, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατά την εκτέλεση των εργασιών δεν είχε προσωπική εξάρτηση και δεν τελούσε υπό τις οδηγίες και την εποπτεία του αναιρεσιβλήτου, δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ανυπαρξία προσωπικής και νομικής εξαρτήσεως, ούτε εξηγεί από ποιόν έπαιρνε οδηγίες για την καθημερινή παραγωγή τεχνητίου και ιωδίου και την παρασκευή ραδιενεργών προϊόντων, αλλά και την ποσότητα των παραχθησομένων αυτών προϊόντων, καθώς και για τη διανομή, προώθηση και μεταφορά των προϊόντων σε συγκεκριμένους εκάστοτε αποδέκτες, συνάμα δε δέχεται, αντιφατικώς, ότι την πρόοδο των εργασιών του αναιρεσείοντος παρακολουθούσε ο επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος βεβαίωνε την πρόοδο του έργου και την καταβολή ανάλογης αμοιβής στον αναιρεσείοντα, ε) επίσης, δεν εξηγεί γιατί η συμφωνημένη ασφάλιση στο ΙΚΑ δεν επηρεάζει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως μισθώσεως έργου, όταν από αυτή ενισχύεται η άποψη ότι οι διάδικοι απέβλεψαν με τις συμβάσεις στην εργασία του αναιρεσείοντος και όχι στην επίτευξη συγκεκριμένου έργου, στ) ακόμη, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρόλο που με βάση τα γενόμενα από αυτή δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά (εργασία στις εγκαταστάσεις του αναιρεσιβλήτου με όργανα και αντικείμενα αυτού, καθημερινή πρωϊνή εργασία, για παραγωγή τεχνητίου και παραγωγή και διανομή ιωδίου κλπ.) εντάσσει τον αναιρεσείοντα στο οργανωτικό πλαίσιο των δραστηριοτήτων του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., δεν δίνει καμία εξήγηση για το ότι δεν αξιολογεί ότι η ένταξη αυτή είναι δηλωτική της εξαρτήσεως της εργασίας από το οργανωτικό αυτό πλαίσιο και του χαρακτηρισμού της ως λειτουργικού στοιχείου αυτού, ζ) τέλος, ενώ δέχεται ότι η ο αναιρεσείων στις 30-7-2001 κατετάγη νομίμως σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και από του χρόνου αυτού έως τις 12-2-2002 συνέχισε να εργάζεται στο ίδιο Ινστιτούτο Ραδιοϊσοτόπων και Ραδιοδιαγνωστικών, στο οποίο και προηγουμένως εργαζόταν, και για την εργασία του αυτή του χορηγήθηκε το επίδομα ραδιενέργειας, που είχε οριστεί για τη ζώνη α', δεν διευκρινίζει, αν οι εργασίες που εκτελούσε ήταν διάφορες εκείνων, που πραγματοποιούσε προηγουμένως βάσει των τιτλοφορούμενων συμβάσεων έργου και ποιές συγκεκριμένα, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή του εν λόγω επιδόματος για τη νέα εργασία του και η μη καταβολή του για την εργασία του κατά το προηγούμενο διάστημα.

Επομένως, ο τρίτος, κατά τα υπό στοιχεία α, β' και γ' μέρη του λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον ως προς το περί απορρίψεως του αγωγικού κονδυλίου για χορήγηση του κρίσιμου επιδόματος κατά το από 1-1-2001 έως 31-7-2001 χρονικό διάστημα.

Η έρευνα των λοιπών, από τους αριθμούς 1,8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρεόντων, πρώτου, δεύτερου, τέταρτου, πέμπτου και ένατου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως παρέλκει, δοθέντος ότι αυτοί αναφέρονται αποκλειστικώς στο ανωτέρω κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αναιρείται. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα που υποβάλλεται από τον αναιρεσείοντα (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 1685/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ