Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation and evidence distortion claims under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Corfu regarding a contract dispute. The appellants argued that the lower court violated substantive law rules on contract interpretation and distorted the content of a private agreement. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear and consistent, and noting that the trial court considered the contract alongside other evidence rather than relying solely on it.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of substantive law interpretation rules is inadmissible if the lower court's reasoning is clear and consistent, and that a distortion of evidence content claim fails when the trial court weighed the document alongside other proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1469 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1469/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)......., 2)......, 3)......, και 4)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαλταμπέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 6-4-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/1998 μη οριστική 68/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2004 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/7/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης, ανέγνωσε την από 27 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 27-7-2004 αίτηση αναιρέσεως της 87/2004 αποφάσεως του Εφετείου κέρκυρας κατά τους δύο πρώτους λόγους της. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, συνίστανται, αντιστοίχως: α) στην αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως του δικαιοπρατούντος ή των δικαιοπρατούντων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και β) στην ερμηνεία των συμβάσεως όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται δε από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως, όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, ερμηνεία, η οποία αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφίβολο σημείο σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμμβαλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει στην ερμηνεία της.
Αν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, που μπορεί να προκύψει και από το περιστατικό ότι το δικαστήριο αναγκάσθηκε να καταφύγει σε στοιχεία εκτός της σχετικής συμβάσεως, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συβληθέντων, στους ερμηνευτικούς κανόνες, που περιέχονται στις πιο πάνω διατάξεις, παραβιάζει, με την μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς και υποπίπτει έτσι σε πλημμέλεια, η οποία ιδρύει τον, κατά την προαναφερομένη διάταξη (άρθρ. 559 αριθ. 1) λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει κατ' ορθή εκτίμησή της, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα:
Το επίδικο αγρόκτιμα των 317 περίπου στρεμμάτων της κτηματικής περιφέρειας ...... κείμενο στις θέσεις ..... ή ...... και συνορευόμενο νότια με αιγιαλό εκτινόμενο από την τοποθεσία ..... έως την περιοχή ....., δυτικά..βόρεια.., ανήκε κατά κυριότητα στον Χ1, που πέθανε παρ. το έτος 1950 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του .....
και τα τέκνα του ...... (ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητη) ..... (εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα), ......, ......, ........, ......., ..... και ....... Περί το έτος 1952 οι πιο πάνω κληρονόμοι διένειμαν εξωδίκως την καταληφθείσα σ' αυτούς ακίνητη περιουσία του άνω αποβιώσαντος και η μεν σύζυγος του τελευταίου και οι θυγατέρες του έλαβαν διαιρετά διάφορα αγροκτήματα, ο δε ενάγων και οι λοιποί αδελφοί του διένειμαν μεταξύ τους ατύπως την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του πατέρα τους, στην οποία περιλαμβανόταν και το πιο πάνω επίδικο αγρόκτημα.
Συγκεκριμένα αφού προηγουμένως προέβησαν σε εκτίμηση της αξίας αυτής (περιουσίας) δια του εκτιμητού ομοχωρίου τους ......, διένειμαν την τελευταία σε πέντα (5) μερίδια ισάξια μεταξύ τους, πλην ενός μεριδίου που υπελείπετο κατ' αξία των υπολοίπων μεριδίων. Έκαστο μερίδιο περιελάμβανε τμήματα κατοικισίμων κτισμάτων και διαιρετέο τμήμα του επιδίκου, επιφανείας 70 περίπου στρεμμάτων.
Επειδή τελικώς το υπολειπόμενο κατ' αξία μερίδιο έλαχε στον αδελφό του ενάγοντος Ζ1, οι τότε μετέχοντες της διανομής πέντε κληρονόμοι συναποφάσισαν προς εξίσωση των μερίδων να καταβάλουν οι υπόλοιποι τέσσερις στον Ζ1 από 10.000 δρχ. έκαστος, προκειμένου ο τελευταίος να επισκευάσει την ερειπωμένη και μη κατοικίσιμη πατρική οικία που περιελάμβανε η μερίδα του.
Επειδή όμως οι παραπάνω δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την υπόσχεσή τους προς τον Ζ1, κατά πρόταση του ενάγοντος περί το έτος 1953 οι ως άνω άρρενες κληρονόμοι αναδιένειμαν την πατρική κληρονομία μεταξύ τους με νεότερη συμφωνία. Σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας κατάρτισαν το από 29-11-1953 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης διανομής, σύμφωνα με το οποίο οι εκ των αδελφών ......, Ζ1, .......
και ..... μεταβίβασαν ατύπως στον ενάγοντα τη νομή των 70 περίπου στρεμμάτων, που έκαστος κατείχε διαιρετώς από το επίδικο ακίνητο, και έτσι ο ενάγων, αφού απέκτησε τη νομή ολοκλήρου του επιδίκου, παραχώρησε ατύπως στον αδελφό του την οικία των 90 τ. μέτρων, που ο ίδιος είχε λάβει στο μερίδιό του με την αρχική συμφωνία περί διανομής του έτους 1952.
Η παραπάνω συμφωνία που αποτυπώνεται στο προσκομιζόμενο από 29-11-1953 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης διανομής καταχωρίστηκε ως εξής: «…επίσης ως μερίδα δια το υπόλοιπο της αξίας των μερίδων των οικιών ενός εκάστου έλαβε (ευνοείται ο ενάγων) τα χόρτα από ...... μέχρι ..... …». Ο παραπάνω όρος με δεδομένο τόσο το υπολειπόμενο κατ' αξία μερίδιο του ενάγοντος όσο και την πραγματική βούληση των τότε κληρονόμων προς εξίσωση των μεριδίων, που θα ελάμβαναν αυτοί με την εξώδικη μεταξύ τους διανομή έχει την έννοια, κατά την κρίση του Εφετείου, ότι εφόσον το λαχόν στον ενάγοντα μερίδιο είχε ανάγκη περαιτέρω περιουσιακής ενισχύσεως σε ακίνητα κυρίως (δεδομένου ότι το σημείο του από 29-11-53 ιδιωτικού συμφωνητικού όπου αναφέρεται η παραπάνω εξίσωση του μεριδίου του ενάγοντος περιελήφθη στο τμήμα των επί μέρους συμφωνιών των αδελφών σχετικά με τη διανομή των ακινήτων, καθόσον οι σχετικές με τη διανομή κινητών συμφωνίες αναφέρονται αργότερα), ο ενάγων δικαιούτο να λάβει το επίδικο αγρόκτημα που η επιτόπια ονομασία του ήταν ..... (βλ.
ένορκη καταθ. Μάρτυρα ......., που ως συγκληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα του Χ1, μετέσχε στην εξώδικη διανομή του έτους 1953 και προσυπόγραψε το από 29-11-1953 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθώς επίσης και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ......). Άλλωστε εάν ο παραπάνω όρος απέβλεπε στο να παραχωρηθεί στον ενάγοντα μόνο η εκμετάλλευση της χορτονομής στην επίδικη έκταση για ένα έτος από την εκμίσθωση της τελευταίας σε τρίτους, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι (βλ.
και έγγραφες προτάσεις αυτών), καθίσταται λίαν αμφίβολη η έννοια της εξισώσεως των μερίδων ενόψει και του υποτυπώδους κάθε φορά ετησίου μισθώματος, ενώ μια τέτοιου περιεχομένου συμφωνία ουδόλως παρείχε για τον ενάγοντα τα εχέγγυα δίκαιης διανομής, αφού σε περίπτωση ενδεχόμενης στο μέλλον μεταβολής των υφιστάμενων τότε (κατά το έτος 1953) πραγματικών δεδομένων του επιδίκου αγροκτήματος, το μερίδιο του ενάγοντος σαφώς θα υπελείπετο κατ' αξία έναντι των λοιπών μερίδων των αδελφών του.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων μετά την παράδοση της νομής σ' αυτόν του επίδικου αγροκτήματος από τους αδελφούς του άρχισε από το έτος 1953 να ασκεί επ' αυτού με διάνοια κυρίου όλες τις διακατατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του και ειδικότερα επέβλεπε τούτο, απέκοπτε τα ξύλα των εντός αυτού υπαρχόντων δένδρων, το προστάτευε από διεκδικήσεις τρίτων, επιμελείτο της καθαριότητάς του, εκμεταλλευόταν τη χορτονομή αυτού αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπου και από το έτος 1956 προέβαινε συστηματικά στην εκμίσθωση τούτου σε τρίτου ποιμένες ως βοσκότοπο, όπως στον ποιμένα .......
κατά το χρονικό διάστημα 1956-1960 έναντι ετησίου μισθώσματος 3500 δραχ., στον ποιμένα ....... κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-1965 έως 30-9-1967, στον ποιμένα ..... κατά το χρονικό διάστημα 1982-1988 έναντι ετησίου μισθώματος 3000 δρχ. και κατά το χρονικό διάστημα 1990-1996 έναντι ετησίου μισθώματος 7000 δρχ. (βλ. σχετικά ιδιωτικά μισθώσεων και σχετικές αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων).
Επομένως, δια της συνεχούς με διάνοια κυρίου κατοχής του επιδίκου από το έτος 1953 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ο ενάγων (ήδη αναιρεσείβλητος) κατέστη κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή για την αναγνώριση της από έκτακτη χρησικτησία κυριότητος του ενάγοντος επί του επιδίκου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ενόψει του ότι δεν διαπίστωσε ρητά ότι η προαναφερόμενη έγγραφη σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό) περιείχε κενό ή αμφίβολο σημείο, στην ίδια δε διαπίστωση δεν προέβη ούτε σιωπηρά, αφού κατέληξε στο ότι ο ενάγων έλαβε ως μερίδα της διαμονής το ακίνητο στην ειδική θέση, της οποίας η εκτόπια ονομασία ήταν ....., και, άρα, έλαβε, κατά νομή, το επίδικο, η δε εκ μέρους του ίδιου δικαστηρίου προσφυγή σε σχετικές αποδείξεις έγινε όχι για την κάλυψη κενού ή αμφίβολου σημείου της ως άνω έγγραφης συμφωνίας αλλά προς ενίσχυση του προεκτιθέμενου συμπεράσματος του.
Παρέπεται ότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε εκείνο το δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τους ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε παραβίασε τους ίδιους κανόνες εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του τι έλαβε κατά νομή ο ενάγων βάσει της έγγραφης συμφωνίας, παρέθεσε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και γι' αυτό οι περί των αντιθέτων και από τους αριθ. 1κ αι 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ.- Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο, που πραγματικά έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια, αναγομένη αποκλειστικά στην κυριαρχική, από το δικαστήριο της ουσίας, εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, σύμφωνα με τη δεύτερη από τις άνω διατάξεις (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (άρθρ. 559 αριθ.20 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της πρώτης των προαναφερομένων διατάξεων (άρθρ. 559 αριθ.20 ΚΠολΔ), με το να παραμορφώσει το περιεχόμενο του, από 29-11-1953 ιδιωτικού συμφωνικού», είναι απορριπτέος, κατά μεν το μέρος του ότι το δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο, εν σχέσει με το περιεχόμενο του εγγράφου, «συμπέρασμα» για το τι περιήλθε με το συμφωνικό αυτό στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο, ως απαράδεκτος, κατά δε τα υπόλοιπα μέρη και πάλι ως απαράδεκτα, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο ανωτέρω έγγραφο, αλλά συνεκτίμησε τούτο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις μισθωμάτων του επιδίκου ακινήτου κλπ) και ιδίως με τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ....., που ήταν ένας από τους μισθωτές του επιδίκου και ....., που ήταν ένας από τους συμβαλλομένους στο παραπάνω, από 29-11-1953 ιδιωτικό συμφωνητικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2004 αίτηση των ......, ......., ....... και ...... για αναίρεση της 87/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ