Legislator Case Law & Legislation
1468/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on public sector contract classification.

Case Number 1468/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 14 employees against a single-member court of appeals decision rejecting their labor lawsuit. The employees argued that the employer, the City of Kalamata, improperly classified their employment relationships as fixed-term contracts instead of permanent ones. The court held that the employer's refusal to recognize a permanent contract relationship did not exceed legal limits and that the European Court of Justice ruling cited was not applicable to these specific contracts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 103 of the Constitution: The employer's refusal to recognize a permanent employment relationship in the public sector does not exceed legal limits when the employment relationship is not covered by the specific provisions of the 1920 law.

Keywords

AI generated
public sector employment fixed-term contracts permanent employment labor law classification administrative legality constitutional proportionality labor dispute appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 103 of the Constitution
Article 8 of Law 2112/1920
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 452/2020
Supreme Court Case 598/2019
Supreme Court Case 668/2018
Supreme Court Case 1345/2017
European Court of Justice Case C 760/18

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1468 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1468/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) …και 14) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Έντον Ταμπάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ", που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/7/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 26/26.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμό 58/29.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο δίκασε αντιμωλία είκοσι τεσσάρων (24) εναγόντων - εκκαλούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι δεκατέσσερις (14) αναιρεσείοντες και του εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Καλαμάτας".

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 32/6.3.2019 έφεση των σε αυτήν αναγραφόμενων είκοσι τεσσάρων (24) εναγόντων -εκκαλούντων κατά της με αριθμό 246/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών και αντιμωλία των αναγραφομένων στην από 28.3.2018 (και με αριθμό κατάθεσης 79/29.3.2018) αγωγή είκοσι πέντε (25) εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι δεκατέσσερις (14) αναιρεσείοντες, απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (μέσα στη διετή προθεσμία) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας στις 26.07.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 29.04.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΑΠ 690/2022, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της σύμβασης ως ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007).

Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011).

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ο ίδιος νόμος (δηλαδή ο ν. 2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του π.δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του ν. 2190/1994 και του ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας, που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 690/20.4.2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 690/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, (του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και την 19.7.2004 αντίστοιχα.

Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το π.δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω π.δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το π.δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.

ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας, που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, υποθ.

C. 26/1962 G. & L.,υποθ. C. 6/1964 C. vs E.) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, (Ολ.

ΑΠ 16/2013) υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ'αριθμ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων (ΑΠ 690/2022, ΑΠ 330/2022).

Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και, εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία.

Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ.σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ.

C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, με τις οποίες μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής και οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ'αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό, το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω π/δτος.

Μάλιστα, προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το π.δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016. Η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα, με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως, η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι παρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του π.δ/τος 164/2004, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα, που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 690/2022, ΑΠ 330/2022, πρβλ.

ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση Α.). Εξάλλου, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της κατά τον επίδικο χρόνο ισχύουσας Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, (ήδη άρθρο 288 παρ. 1, 3 της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό Δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο, όμως, τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Ακόμη, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (ΑΠ 690/2022, 330/2022, ΑΠ 1352/2019, ΑΠ 186/2019).

Περαιτέρω, η απόφαση του Δικαστηρίου της Ένωσης αναφορικά με τα προδικαστικά ερωτήματα είναι δεσμευτική τόσο για το εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε το σχετικό ερώτημα, όσο και για όλα τα εθνικά δικαστήρια που τυχόν θα δικάσουν στη συνέχεια την ίδια υπόθεση. Η δεσμευτικότητα της απόφασης αυτής δεν προβλέπεται ως συνέπεια ρητά στη Συνθήκη της Ένωσης, είναι όμως αναμφίβολη, αφού μόνον έτσι εξυπηρετείται ο σκοπός της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, για τις ανάγκες της οποίας επιτρέπεται και νέα παραπομπή του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ένωσης, αν το Εθνικό Δικαστήριο κρίνει ότι αντιμετωπίζει δυσχέρειες κατανόησης ή εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε ήδη σε προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα ή όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο νέο νομικό ζήτημα ή νέα στοιχεία, ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετική απάντηση σε ερώτημα που ήδη υποβλήθηκε (ΔΕΚ 11.6.1987, P. di S., 14/1986, σκέψη 12, Συλλ 1987.2545).

Συνεπώς η άρνηση ή η παράλειψη του Εθνικού Δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σ' αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της Ένωσης, συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ. Η ίδια παράβαση συντελείται ακόμη και όταν το Εθνικό Δικαστήριο δεν εφαρμόζει μεν ευθέως το δίκαιο της Ένωσης, αλλά ρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου, που ενσωματώνουν αντίστοιχες ρυθμίσεις του ενωσιακού δικαίου, τις οποίες όμως και πάλι παραβιάζει, αν τελικά ερμηνεύει τις εσωτερικές ρυθμίσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την ερμηνεία προηγουμένως των ενωσιακών ρυθμίσεων από το Δικαστήριο της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 690/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28.03.2018 με αριθμό κατάθεσης 79/2018 αγωγή των είκοσι πέντε (25) συνολικά εναγόντων, από τους οποίους διάδικοι (αναιρεσείοντες) στην παρούσα αναιρετική δίκη είναι ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων, ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, ο τρίτος ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσείων, ο τέταρτος ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσείων, η έκτη ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσείουσα, ο ένατος ενάγων και ήδη έκτος αναιρεσείων, ο δέκατος ενάγων και ήδη έβδομος αναιρεσείων, ο δέκατος έκτος ενάγων και ήδη όγδοος αναιρεσείων, ο δέκατος ένατος ενάγων και ήδη ένατος αναιρεσείων, ο εικοστός ενάγων και ήδη δέκατος αναιρεσείων, ο εικοστός δεύτερος ενάγων και ήδη ενδέκατος αναιρεσείων, ο εικοστός τρίτος ενάγων και ήδη δωδέκατος αναιρεσείων, ο εικοστός τέταρτος ενάγων και ήδη δέκατος τρίτος αναιρεσείων και ο εικοστός πέμπτος ενάγων και ήδη δέκατος τέταρτος αναιρεσείων, η οποία (αγωγή) επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν τα εξής:

Ότι προσλήφθηκαν για πρώτη φορά από τον εναγόμενο -αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α. με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου καθένας από τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, έβδομο, ένατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αναιρεσείοντες στις 12.6.2015, καθένας από τους δεύτερο και πέμπτη αναιρεσείοντες στις 19.4.2011, ο έκτος αναιρεσείων στις 15.6.2012, ο όγδοος αναιρεσείων στις 18.7.2000, ο δέκατος αναιρεσείων στις 1.3.2010 και ο ενδέκατος αναιρεσείων στις 31.3.2012:

α) με την ειδικότητα Υ.Ε. εργατών καθαριότητας οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτη, έκτος, όγδοος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος αναιρεσείοντες, β) με την ειδικότητα ΔΕ οδηγών απορριμματοφόρων οι τρίτος, έβδομος και ένατος αναιρεσείοντες και γ) με την ειδικότητα ΔΕ χειριστών μηχανημάτων έργου ο δέκατος αναιρεσείων.

Ότι εργάσθηκαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου: α) οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος, έβδομος, ένατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος αναιρεσείοντες κατά τις χρονικές περιόδους από 12.6.2015 μέχρι 11.2.2016, από 12.2.2016 μέχρι 31.12.2016, από 1.1.2017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 31.3.2018, β) οι δεύτερος και πέμπτη αναιρεσείοντες κατά τις χρονικές περιόδους από 19.4.2011 έως 18.12.2011, από 22.7.2013 μέχρι 21.3.2014, από 12.6.2015 μέχρι 11.2.2016, από 12.2.2016 μέχρι 31.12.2016, από 1.1.2017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 31.3.2018, γ) ο έκτος αναιρεσείων από 15.6.2012 μέχρι 15.7.2012, από 8.3.2014 μέχρι 7.8.2015, από 12.6.2015 μέχρι 11.2.2016, από 12.2.2016 μέχρι 31.12.2016, από 1.12017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 31.3.2018, δ) ο όγδοος αναιρεσείων κατά τις χρονικές περιόδους από 18.7.2000 μέχρι 17.2.2001, από 5.6.2002 μέχρι 4.1.2003, από 12.11.2007 μέχρι 21.4.2008, από 16.12.2009 μέχρι 13.8.2010, από 22.7.2013 μέχρι 21.3.2014, από 12.6.2015 μέχρι 11.2.2016, από 12.2.2016 μέχρι 31.12.2016, από 1.12017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 31.3.2018, δ) ο δέκατος αναιρεσείων κατά τις χρονικές περιόδους από 1.3.2010 μέχρι 31.8.2011, από 22.7.2013 μέχρι 21.3.2014, από 14.4.2014 μέχρι 13.6.2014, από 12.6.2015 μέχρι 11.2.2016, από 12.2.2016 μέχρι 31.12.2016, από 1.12017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 31.3.2018 και ε) ο ενδέκατος αναιρεσείων κατά τις χρονικές περιόδους από 31.3.2012 μέχρι 30.5.2012, από 12.6.2015 μέχρι 11.2.2016, από 12.2.2016 μέχρι 31.12.2016, από 1.12017 μέχρι 31.12.2017 και από 1.1.2018 μέχρι 31.3.2018.

Ότι τα ως άνω χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους παρείχαν την εργασία τους υπό τις αυτές συνθήκες με τους λοιπούς συναδέλφους τους, που ανήκουν στο τακτικό του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, καλύπτοντας πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες αυτού, ότι οι αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο συνιστούν στην πραγματικότητα ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η απασχόλησή τους με ορισμένου χρόνου σχέσεις είναι και καταχρηστική.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι από το πρώτον της πρόσληψής τους και κατά τις ως άνω εκτεθείσες χρονικές περιόδους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου- αναιρεσίβλητου, β) να αναγνωρισθεί ότι με τον εναγόμενο -αναιρεσίβλητο συνδέονται με μία εξ αρχής ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος να τους απασχολεί, ακόμη και μετά τη "δήθεν" λήξη των "δήθεν" συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στην υπηρεσία στην οποία απασχολούνται, καταβάλλοντας σε αυτούς τις (αναλόγως της υπαλληλικής τους ανέλιξης) νόμιμες αποδοχές τους μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγή τους, σε περίπτωση δε άρνησής του να δεχθεί την προσφερόμενη εργασία τους σε αυτόν, να χαρακτηρισθεί υπερήμερος εργοδότης και να υποχρεωθεί στην καταβολή μισθών υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από την 30η ημέρα κάθε μήνα μέχρι την εξόφληση και δ) να καταδικασθεί ο εναγόμενος -αναιρεσίβλητος, σε περίπτωση άρνησής του να συμμορφωθεί με την απόφαση που θα εκδοθεί επί της εν λόγω αγωγής, σε χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ προς κάθε ενάγοντα-αναιρεσείοντα και για κάθε ημέρα μη αποδοχής της προσφερόμενης εργασίας του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε την ως άνω αγωγή, με τη με αριθμό 246/2018 απόφασή του την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι είκοσι τέσσερις (24) από τους είκοσι πέντε ενάγοντες (δηλαδή πλην της όγδοης ενάγουσας), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 6.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 32/2019 έφεσή τους, με την οποία επικαλέσθηκαν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζήτησαν την απόρριψή της και την παραδοχή της αγωγής τους.

Επί της από 6.3.2019 (με αριθμό κατάθεσης 32.2019) έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 58/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, με τις εξής παραδοχές ως προς το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο τμήμα της: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων, καταρτίσθηκαν και ήταν ενεργείς υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004 και ως εκ τούτου η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως εν προκειμένω, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.07.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19.07.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου, με συνέπεια, έστω και αν οι συμβάσεις των εναγόντων με το εναγόμενο υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, να μην είναι δυνατή η εκτίμηση καθεμιάς εξ αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ούτε η μετατροπή τους σε τέτοια, έστω και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού το εναγόμενο, βάσει των αυτών ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία θα κατέτεινε η αποδοχών των υπηρεσιών (ήτοι της εργασίας) των εναγόντων από το εναγόμενο μετά την ημερομηνία λήξεως των συμβάσεών τους (στις 31/3/2018).

Αναφορικά δε με το δέκατο έκτο των εναγόντων Λ. Μ. [νυν όγδοο αναιρεσείοντα], ο οποίος κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή περιστατικά, εργάσθηκε στο εναγόμενο από 18.07.2000 έως 17.02.2001, από 05.06.2002 έως 04.01.2003, από 12.11.2007 έως 21.04.2008 και για τα λοιπά αναφερόμενα μεταγενέστερα διαστήματα, προκύπτει ότι η αρχική, προ της συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 103, σύμβαση ορισμένου χρόνου από 18.07.2000 λήξασα την 17.02.2001 και η χρονικά επόμενη, αρχής γενομένης από 05.06.2002 έως 04.01.2003, καθώς και η μεταγενέστερη, αρχόμενη από 12.11.2007 έως 21.04.2008 δεν είναι διαδοχικές μεταξύ τους και δεν αποτελούν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, [...], διότι ο συνολικός χρόνος που καλύπτουν οι εν λόγω συμβάσεις (14 μηνών της αρχικής και της πρώτης ανανέωσης) υπολείπεται προφανώς του συνολικού χρόνου των 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, καθώς και του συνολικού χρόνου 18 μηνών των τριών ανανεώσεων εντός διαστήματος 24 μηνών.

Ούτε δύναται να τύχει εφαρμογής ως προς τον ως άνω ενάγοντα η από 08.03.2018 τροπολογία, η οποία αφορούσε αμιγώς τη σύμβαση για τη λειτουργία του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με την έφεση κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της".

Οι αναιρεσείοντες με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (μοναδικό λόγο) αναίρεσης αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι οι σχέσεις τους με τον αναιρεσιβαλλόμενο ΟΤΑ ήταν εκ του νόμου ορισμένου χρόνου και ότι δεν ήταν δυνατόν ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός τους από το δικαστήριο ως ενιαίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 281 και 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι: α) κατά παραβίαση της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 και του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και με πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις της Οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη, ενώ εάν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά τη ρήτρα 5 της Οδηγίας, θα είχε δεχθεί ότι το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεσή τους ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο κατά την έννοια της ρήτρας αυτής, λόγω του ότι τα μέτρα πρόληψης που προβλέπονται στο π.δ. 164/2004 υπολείπονται των ελάχιστων απαιτήσεων της ως άνω ρήτρας για την αντιμετώπιση της κατάχρησης που προκύπτει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) με δεδομένη την αναποτελεσματικότητα των μέτρων που λήφθηκαν με το π.δ. 164/2004, δεν επιτρέπεται η ερμηνεία των διατάξεων της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος κατά τρόπο που άγει σε απόλυτη απαγόρευση χαρακτηρισμού των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αλλά επιβάλλεται η ερμηνεία κατά την οποία η συνταγματική αυτή διάταξη απαγορεύει μόνο τη μετατροπή από το νόμο των γνήσιων συμβάσεων ορισμένου χρόνου (αυτών δηλαδή που καλύπτουν πράγματι πρόσκαιρες κλπ ανάγκες) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, γ) Η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν εμποδίζει την από το Σύνταγμα επιβεβλημένη υποχρέωση των Δικαστηρίων, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιπτώσεων, να κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά έννομη σχέση, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση και δ) το δικαστήριο της ουσίας είχε υποχρέωση, στο πλαίσιο του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, καθώς τούτο έκρινε το ΔΕΕ στην πρόσφατα δημοσιευθείσα απόφασή του της 11.2.2021 στην υπόθεση C -760/18 M.B.

κλπ κατά Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκηση "Δήμος Αγίου Νικολάου" Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος με το οποίο, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την από 28.3.2018 αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη.

Περαιτέρω, ο ως άνω (μοναδικός) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος στο σύνολό του.

Τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι οι συναφθείσες με το αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α.

συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτης, έκτου, έβδομου, ένατου, δέκατου, ενδέκατου, δωδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου τέταρτου αναιρεσειόντων, που διήρκεσαν τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, καταρτίσθηκαν και ήταν ενεργείς μετά από την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001).

Συνεπώς, δεν μπορεί καθεμία από τις εν λόγω συμβάσεις να εκτιμηθεί και να χαρακτηρισθεί ως ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, ακόμη και στην περίπτωση που οι συγκεκριμένοι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ.

Επιπλέον, οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του όγδοου αναιρεσείοντα, του οποίου η αρχική, (που συνήφθη πριν από την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος), σύμβαση διήρκεσε από 18.7.2000 έως 17.2.2001, η χρονικά επόμενη διήρκεσε από 5.6.2002 έως 4.1.2003 και η αμέσως μεταγενέστερη διήρκεσε από 12.11.2007 έως 21.4.2008, δεν είναι διαδοχικές μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 και να μην υπάγονται στις περιπτώσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, καθόσον ο συνολικός χρόνος των 14 μηνών που καλύπτουν η αρχική σύμβαση εργασίας και η πρώτη ανανέωση αυτής, υπολείπεται προφανώς του συνολικού χρόνου των 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του π.δ 164/2004 (ΦΕΚ Α 134/19.7.2004), καθώς και του συνολικού χρόνου 18 μηνών των τριών ανανεώσεων εντός διαστήματος 24 μηνών, ενώ επίσης δεν ήσαν ενεργείς κατά το χρόνο έναρξης του ως άνω Π.Δ/τος (19.7.2004) ή κατά τη διάρκεια του αμέσως προηγουμένου τριμήνου.

Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες στην ένδικη αίτηση αναίρεσης διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7,8 του Συντάγματος, 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας 5 αυτής, με τη μη εφαρμογή τους στο πλαίσιο της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας (π.δ 164/2004), καθότι με τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως σύμβασης αορίστου χρόνου, διότι τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, τα, δε, προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα των μισθωτών και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκει και ο αναιρεσίβλητος ΟΤΑ.

Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 87 και 93 αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή των συμβάσεων έργου με το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ κλπ, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που οι συμβάσεις αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός καθίσταται πλέον αλυσιτελής, αφού ο εργοδότης (Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κλπ) βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού (ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019).

Συνακόλουθα η άρνηση του εργοδότη, που ανήκει στον δημόσιο τομέα, να χαρακτηρίσει τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτει με εργαζόμενους, δεν υπερβαίνει τα από το άρθρο 281 ΑΚ επιβαλλόμενα όρια, ώστε να κριθεί ως καταχρηστική Εξάλλου, υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, δεν καταλείπεται και πεδίο ελέγχου από το Δικαστή της τήρησης από τον κοινό νομοθέτη της αρχής της αναλογικότητας και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης κάθε δικαιώματος, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.

Τέλος, η εκτεθείσα στην προηγηθείσα σκέψη ερμηνευτική εκδοχή στην οποία προέβη το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη με αριθμό C 760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του, που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας, στις οποίες δεν εντάσσονται οι μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το ελληνικό δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα μόνο τα ελληνικά δικαστήρια, υπάρχει ακόμη έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Τέτοιο, όμως, έδαφος εφαρμογής της ως άνω διάταξης (δηλαδή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920) δεν υφίσταται μετά την έναρξη εφαρμογής της Συνταγματικής Αναθεώρησης (δηλαδή μετά την 18.4.2001), αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.

Κατ' ακολουθία, λοιπόν, των προαναφερθέντων και μη προβαλλόμενου άλλου λόγους αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 21.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 26/2021 αίτηση αναίρεσης. Ζήτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, διότι ο αναιρεσίβλητος, που εκπροσωπήθηκε από τον απασχολούμενο σε οργανική θέση με σχέση έμμισθης εντολής και με πάγια αντιμισθία πληρεξούσιο Δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν έχει υποβάλει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 668/2018, ΑΠ 1345/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 26/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 58/29.4.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ