Supreme Court dismisses appeal against bank's appeal decision due to lack of procedural defect and unsupported evidence claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Third Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence regarding his employment history and qualifications to prove the invalidity of his dismissal. The court found that the appellate court had explicitly acknowledged and weighed all submitted documents, including those the appellant claimed were ignored, and that the dismissal was based on a legitimate assessment of the evidence's probative value.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 para. 3 C.Pol.D.; Art. 176, 183, 191 para. 2 C.Pol.D.: An appeal for cassation is inadmissible if the appellate court has explicitly stated it considered all submitted evidence, and the appellant fails to demonstrate a specific error in the evaluation of that evidence or a violation of the principle of free evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1468 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1468/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευφημίας Μητσοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 4002/15-9-2006 και τις ασκηθείσες προφορικά στο ακροατήριο πρόσθετες υπέρ του ενάγοντος παρεμβάσεις των α) δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (ΟΤΟΕ) και β) σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στην ALPHA Τράπεζα προερχομένων εκ της πρώην Ιονικής". Εκδόθηκαν η 983/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 2898/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2012 και με αριθμό κατάθεσης 612/13-6-2012 αίτησή του. Με την 45/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, λόγω μη κλήτευσης της αναιρεσίβλητης. Ήδη η αίτηση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 7-1-2019 κλήση της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 17-9-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία αρεοπαγίτη, Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 7-1-2019 κλήση της αναιρεσίβλητης, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 11-6-2012 και με αριθμό κατάθεσης 612/13-6-2012 αίτηση αναίρεσης κατά της 2898/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ύστερα από την έκδοση της 45/2015 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η τότε διεξαχθείσα συζήτηση, λόγω μη κλήτευσης από τον αναιρεσείοντα, που επέσπευσε τη συζήτηση αυτής, της απούσας τότε αναιρεσίβλητης. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης, κατά της 983/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 14-9-2006 (αριθμός κατάθεσης 4002/15-9-2006) αγωγής και των προσθέτων (υπέρ του ενάγοντος) παρεμβάσεων της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος" (ΟΤΟΕ) και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στην ALPHA Τράπεζα προερχομένων εκ της πρώην Ιονικής", έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της συζήτησής της, κλήθηκαν, κατ' άρθρο 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, οι ως άνω προσθέτως παρεμβάντες (σχετ. οι .../6-2-2019 και ...6-2-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Τ.), πλην όμως δεν παραστάθηκαν.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού, λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελεύθερης καταγγελίας της σύμβασης (ΟλΑΠ 6/1989). Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από τον εργοδότη οποτεδήποτε, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 672). Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί, κυρίως, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου ή και άλλα περιστατικά που, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν σε συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της σύμβασης. Για την εκτίμηση της συνδρομής τέτοιων περιστατικών, λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω περιστατικά (ΟλΑΠ 10/1995).
3.Περαιτέρω, το υπηρεσιακό καθεστώς των υπαλλήλων της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" διεπόταν από τον οργανισμό προσωπικού, που είχε καταρτισθεί με την από 1-12-1977 ΣΣΕ, η οποία είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 1315/29-12-1977) με την 49468/10730/7-12-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/10-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446/27-7-1981) και είχε ισχύ ουσιαστικού νόμου, διότι είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ.1 και 7 παρ.1 και 5 του ν. 3239/1955.
Με την Κ2-5127/25-4-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ ΑΕ- ΕΠΕ 2945/26-4-2000), εγκρίθηκε η συγχώνευση της ως άνω τράπεζας με την τραπεζική εταιρία "Άλφα Τράπεζα Πίστεως ΑΕ", η οποία μετονομάσθηκε σε "Άλφα Τράπεζα ΑΕ", με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη. Στη συνέχεια, με την από 26-6-2003 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ της "Άλφα Τράπεζα ΑΕ" και του συλλόγου των εργαζομένων σε αυτή, που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας την 30-6-2003 και έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ.1 και 6, 7 παρ. 1, 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990, κανονιστική ισχύ, καταρτίσθηκε ο νέος οργανισμός προσωπικού της τραπεζικής αυτής εταιρίας.
Σύμφωνα το άρθρο 32 του οργανισμού αυτού, η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της τράπεζας λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών. Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) δια του θανάτου του μισθωτού, 2) στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, επιφέρουσα αυτοδικαίως τη λύση της σχέσης εργασίας, 3) για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ και 4) στην περίπτωση ποινικής δίωξης του υπαλλήλου εκ μέρους της τράπεζας, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων.
Ωστόσο, η από την τράπεζα άσκηση του δικαιώματος προς καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και, εντεύθεν, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΚ 174).
Περαιτέρω, με τα άρθρα 26 έως και 29 του ίδιου οργανισμού προσωπικού προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα, οι αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, η πειθαρχική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα- πειθαρχικά συμβούλια και η διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου, αντίστοιχα. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαίωμα της τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προβλέπεται ως πειθαρχική ποινή η λύση της σύμβασης εργασίας συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος.
Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσης εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφόσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 731/2018).
4. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2898/2011 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), την 29-4-1969, προσλήφθηκε από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως δόκιμος λογιστής και εξελίχθηκε υπηρεσιακά ως μόνιμος υπάλληλος έως και το βαθμό του υποδιευθυντή Α' και από το έτος 1994 στο βαθμό του διευθυντή στο υποκατάστημα ...
της πλατείας …. Ότι με την Κ2-5127/25-4-2000 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, η ανωτέρω τράπεζα απορροφήθηκε με συγχώνευση από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα ΑΕ", η οποία ως καθολική διάδοχος, υπεισήλθε στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και σε εκείνη του ενάγοντος.
Ότι από την πρόσληψή του είχε προσχωρήσει στις διατάξεις του προϊσχύσαντος οργανισμού του προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του και, στη συνέχεια, προσχώρησε στις διατάξεις του νυν ισχύοντος οργανισμού της εναγομένης, που καταρτίσθηκε με την από 26-6-2003 συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ), η οποία ισχύει, δεσμεύουσα τα συμβαλλόμενα μέρη, από 30-6-2003, που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Ότι την 16-6-2006, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο, κατά τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του οργανισμού προσωπικού της τράπεζας, επικαλούμενη ως λόγους περιστατικά που συνίστανται στην παράβαση των καθηκόντων του, ιδία δε της υποχρέωσης πίστης προς την εναγομένη, αποδίδοντάς του ότι:
α) υπαίτια παρέλειψε να μεριμνήσει για την εξασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας, με την κατ' επανάληψη παράλειψή του να αναγγείλει καθυστερημένες οφειλές πιστούχων πελατών στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης και να αποστείλει εγκαίρως τα προς κάλυψη των ανωτέρω πιστώσεων αξιόγραφα στη διεύθυνση νομικών υπηρεσιών, για να διενεργηθούν εμπροθέσμως οι κατάλληλες δικαστικές ενέργειες προς άμεση είσπραξη των ανωτέρω οφειλών, β) παρέλειψε να ενεργήσει τον προβλεπόμενο έλεγχο των προσκομιζόμενων, για την κάλυψη των ανωτέρω πιστώσεων, αξιογράφων και προέβη κατ' επανάληψη στη χρηματοδότηση και στην αύξηση των ορίων χρηματοδότησης των εν λόγω πιστούχων, χωρίς να λάβει υπόψη του την πραγματική οικονομική τους θέση και παρά τη δυσχερή ρευστότητα των λογαριασμών τους, γ) δεν αξιολόγησε δεόντως τα επιβαρυντικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του, για την οικονομική κατάσταση των εν λόγω πιστούχων, ούτε προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για την προάσπιση των δικαιωμάτων της τράπεζας, αντίθετα προς τις υποχρεώσεις του από την εργασιακή σύμβαση, προκαλώντας στην εναγομένη κίνδυνο σοβαρών οικονομικών ζημιών, αλλά και ηθική βλάβη και προσβολή του κύρους της έναντι του προσωπικού της και του συναλλακτικού κοινού, με αποτέλεσμα να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του και να καταστεί αδύνατη η συνέχιση της ισχύος της σύμβασης.
Ότι τα γεγονότα, που αναφέρονται στο έγγραφο της καταγγελίας, προέκυψαν μέσω ελεγκτικών εσωτερικών διαδικασιών της εναγομένης και ειδικότερα κατόπιν γενικού ελέγχου, διενεργηθέντος από τον επιθεωρητή Δ. Κ. από 7-9-2005 έως 21-10-2005 και από 31-10-2005 έως 2-12-2005, με περίοδο ελέγχου το χρονικό διάστημα από 2-1-2003 έως 30-6-2005 και ειδικού ελέγχου διενεργηθέντος την 31-1-2006.
Ότι μετά το πέρας των ελέγχων αυτών, συντάχθηκαν η από 2-12-2005 έκθεση γενικού ελέγχου και η από 31-1-2006 έκθεση ειδικού ελέγχου. Ότι από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι η χρηματοδότηση των πιστούχων Χ. Ρ., Θ. Κ. και της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", έγινε κατά παράβαση των κανονισμών της τράπεζας, χωρίς να ελεγχθεί η νομιμότητα των σε ενέχυρο αξιογράφων και σημαντικός αριθμός επιταγών, που είχαν ληφθεί σε ενέχυρο των παραπάνω χρηματοδοτήσεων, παρέμεναν απλήρωτες πέραν του εξαμήνου, ενώ δεν έγιναν αναγγελίες των καθυστερημένων οφειλών στη διεύθυνση καθυστερήσεων.
Ότι, όπως ειδικότερα διαπιστώθηκε, το εν λόγω κατάστημα χρηματοδοτούσε, εντός των ορίων του, τους ανωτέρω πιστούχους, που στην πραγματικότητα δεν πληρούσαν κανένα κριτήριο φερεγγυότητας, οι οποίοι παρέδιδαν στην τράπεζα ως "κάλυμμα" επιταγές πελατείας, με αποτέλεσμα οι αρχικές συμβάσεις των πιστούχων να αυξηθούν από 150.000 ευρώ σε 300.000 ευρώ για τον Χ.
Ρ., από 90.000 ευρώ σε 450.000 ευρώ για την εταιρία "... ΑΕ" και από 15.000 ευρώ σε 300.000 ευρώ για τον Θ. Κ., χωρίς να αξιολογηθούν τα κριτήρια που επιτάσσει ο κανονισμός χρηματοδοτήσεων, καθόσον διαπιστώθηκαν οι εξής σοβαρές παραβάσεις: α) ο πιστούχος Χ. Ρ. χρηματοδοτήθηκε εκτός δικαιοδοσίας καταστήματος (η έδρα της επιχείρησής του ήταν στην οδό ...), τα προσκομισθέντα δε από αυτόν οικονομικά στοιχεία εμφάνιζαν περιορισμένο κύκλο εργασιών (ακαθάριστα έσοδα για τα έτη 2002-2003, 52.000 ευρώ και 67.000 ευρώ, αντίστοιχα), τα οποία δεν δικαιολογούσαν το όριο της πίστωσής του (300.000 €), δεν έγινε έλεγχος αν οι επιταγές, που ο πιστούχος παρέδωσε στην τράπεζα, ήταν πελατείας του (υπαρκτών προσώπων) ή ευκολίας, ούτε αν οι εκδότες ήταν φερέγγυοι, δεν έγινε αναγγελία των ακάλυπτων επιταγών στη διεύθυνση καθυστερήσεων, αλλά αυτές αντικαθίσταντο με άλλες αφερέγγυων προσώπων, β) η πιστούχος εταιρία "...
ΑΕ" εμφανιζόταν ως εταιρία παροχής επιχειρηματικών και διαχειριστικών συμβουλών, μέτοχοι της οποίας ήταν, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, ο Δ. Θ., ηλικίας 21 ετών, και η αδελφή του Β. Θ., ηλικίας 19 ετών, οι οποίοι θα παρείχαν "διαχειριστικές και επιχειρηματικές συμβουλές", χωρίς καμία πανεπιστημιακή μόρφωση, δεν έγινε κανένας έλεγχος για τη φερεγγυότητα της εταιρίας και των ως άνω μετόχων της, η διαχείριση της οποίας ασκείτο από τη γιαγιά των μετόχων της, Β.
Τ., η οποία και συναλλασσόταν με τον ενάγοντα, η δε τράπεζα δεν προέβη σε κανέναν έλεγχο για την ύπαρξη ή μη δυσμενών στοιχείων σε βάρος της, καθόσον από μεταγενέστερο ειδικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε σωρεία δυσμενών στοιχείων, ήτοι 17 διαταγές πληρωμής εκδοθείσες σε βάρος της, ποσού 227.000 ευρώ, 23 ακάλυπτες επιταγές, ποσού 315.000 ευρώ, και πρόγραμμα πλειστηριασμού σε βάρος ακινήτου της, οι ληφθείσες επιταγές για τη χρηματοδότηση της πιστούχου ήταν όλες ευκολίας από αφερέγγυα πρόσωπα, που ανήκαν σε "κύκλωμα" δανειοδοτούμενων από τράπεζες με επιταγές "ευκολίας", η χρηματοδότηση έγινε εκτός της δικαιοδοσίας του καταστήματος, η μη πληρωμή των επιταγών δεν αναγγέλθηκε στη διεύθυνση καθυστερήσεων της τράπεζας, με αποτέλεσμα να παραγραφούν οι σχετικές αξιώσεις της, ολόκληρο δε το ποσό της χορηγηθείσας πίστωσης (450.000 €) παραμένει απλήρωτο και αποτελεί ζημία της τράπεζας, ενώ οι μέτοχοι της εταιρίας έχουν εξαφανισθεί, γ) ο πιστούχος Θ.
Κ., κάτοικος ..., ασχολούμενος με εμπόριο λευκών ειδών, δανειοδοτήθηκε, καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του καταστήματος ..., για ποσό 300.000 ευρώ, ενώ το όριο του καταστήματος ήταν 220.000 ευρώ, χωρίς να γίνει έλεγχος για τη βιωσιμότητα και τη φερεγγυότητα της επιχείρησης, οι μεταχρονολογημένες επιταγές, που δόθηκαν σε ενέχυρο, δεν προέρχονταν από πελάτες της επιχείρησης του πιστούχου, αλλά από άσχετες επιχειρήσεις, δηλαδή ήταν επιταγές ευκολίας αφερέγγυων προσώπων, 14 δε επιταγές, ποσού 157.000 ευρώ, που δεν πληρώθηκαν, δεν αναγγέλθηκαν στη διεύθυνση καθυστερήσεων της τράπεζας, με αποτέλεσμα να παραγραφούν οι σχετικές αξιώσεις, ενώ οι ληφθείσες ως άνω επιταγές είχαν εκδοθεί από πρόσωπα, που ανήκαν σε "κύκλωμα" ανταλλαγής επιταγών, με σκοπό να τις παραδίδουν στην τράπεζα λόγω ενεχύρου και να εισπράττουν παράνομα το ποσό του δανείου, χωρίς πρόθεση εξόφλησης.
Ότι ο ενάγων, ως διευθυντής του ανωτέρω καταστήματος, παρέλειπε συστηματικά να εκπληρώνει τη βασική υποχρέωση που είχε από τον κανονισμό χρηματοδοτήσεων, ήτοι να χορηγεί δάνεια και πιστώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μόνο ύστερα από "πλήρη πληροφόρηση σχετικά με την αξιοπιστία, την οικονομική επιφάνεια και εμπειρία του πιστούχου στο αντικείμενο της δραστηριότητάς του", παρέλειπε, επίσης, να ζητεί, ως όφειλε, από την τεχνική υπηρεσία της τράπεζας την εκτίμηση της αξίας των ακινήτων, στα οποία εγγραφόταν προσημείωση, δεχόταν να χορηγούνται σε συγκεκριμένους δανειολήπτες στεγαστικά δάνεια, με διασφάλιση την εγγραφή προσημείωσης σε ακίνητα, για ποσό που ήταν τρεις ή τέσσερις φορές μεγαλύτερο της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και απέφευγε συστηματικά να αναγγέλλει τις καθυστερημένες οφειλές στη διεύθυνση καθυστερήσεων και στη νομική υπηρεσία, για να επιδιωχθεί η είσπραξή τους δικαστικώς, με αποτέλεσμα την πρόκληση μεγάλης οικονομικής ζημίας στην τράπεζα, αλλά και τη μείωση της εμπορικής φήμης της στην αγορά.
Ότι η ζημία που είχε υποστεί η τράπεζα κατά το χρόνο του γενικού ελέγχου ή κινδυνεύει να υποστεί, λόγω της αφερεγγυότητας των οφειλετών- πιστούχων αυτής, ανέρχεται στο ποσό των 3.500.000 ευρώ περίπου. Ότι από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η συστηματική υπαίτια παράβαση από τον ενάγοντα των κανόνων λειτουργίας της τράπεζας και κυρίως εκείνων για την ασφαλή χρηματοδότηση, επί μεγάλη ζημία αυτής, κλόνισε την εμπιστοσύνη της εναγομένης προς το πρόσωπό του, έτσι ώστε να είναι απολύτως αδύνατη πλέον, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, η συνέχιση της συνεργασίας τους και κατέστησε επιβεβλημένη την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, αντί της οποίας (καταγγελίας) δεν ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων, όπως η επιβολή αυστηρής πειθαρχικής ποινής, η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα απέτρεπε τον ενάγοντα από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον σε βάρος της εναγομένης.
Ότι, συνεπώς, δικαιολογημένα η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ενόψει του σοβαρού και ανεπανόρθωτου κλονισμού της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπό του και ως εκ τούτου η καταγγελία δεν ασκήθηκε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Ότι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε μέχρι τότε τιμωρηθεί πειθαρχικά, η δε σύμβαση εργασίας του θα έληγε, λόγω ορίου ηλικίας, ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα, δεν είναι δυνατόν, βάσει της αρχής της αναλογικότητας και υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά, να καταστήσουν καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Ότι ούτε το γεγονός ότι δεν απολύθηκε και η υπάλληλος Γ. Σ., που αποτελούσε μέλος του τριμελούς συμβουλίου χρηματοδότησης, αλλά τιμωρήθηκε πειθαρχικά με την ποινή της επίπληξης, έχει εν προκειμένω σημασία, διότι αφενός μεν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφετέρου δε η υπηρεσιακή ευθύνη του διευθυντή του καταστήματος της τράπεζας και προέδρου του συμβουλίου χρηματοδότησης, είναι κατά πολύ κρισιμότερη και υψηλότερη από την αντίστοιχη υπηρεσιακή ευθύνη της ως άνω υπαλλήλου, υφιστάμενης του διευθυντή, η οποία εκτελούσε τις εντολές του ενάγοντος, δεν αναλάμβανε καμία ουσιαστική πρωτοβουλία και μόνο τυπικά συνυπέγραφε τις βλαπτικές αποφάσεις δανειοδοτήσεων και χρηματοδοτήσεων, που λάμβανε μόνο ο ενάγων, όπως συνέβαινε και με το τρίτο μέλος του εν λόγω συμβουλίου.
6. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υπαγορεύθηκε από σπουδαίο λόγο, διότι δεν μπορούσε βασίμως να αξιωθεί από την εναγομένη τράπεζα η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της με την εναντίον του λήψη ηπιότερου της απόλυσής του μέτρου (πειθαρχικής ποινής), η δε καταγγελία, ενόψει του ότι αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, δεν υπερέβη, και μάλιστα προφανώς, τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αντικειμενικά όρια (της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος) και δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού.
Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη 983/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή [πιο συγκεκριμένα, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη, ως γενόμενη καταχρηστικά, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, με απειλή χρηματικής ποινής, και επιδίκασε στον τελευταίο το ποσό των 21.394,26 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 2.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης] και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 672 ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος, διότι αιτιολόγησε με σαφήνεια και πληρότητα την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος ήταν έγκυρη, διότι υπαγορεύθηκε από τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο, η άσκησή της δεν υπερέβη προφανώς τα προβλεπόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και ήταν το μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 7.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο ως άνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν τη βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003).
Για το ορισμένο και επομένως παραδεκτό του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων πρέπει να αναφέρει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο ευσύνοπτο και σαφή, τον ισχυρισμό με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς του α) ότι από την αρχή της πρόσληψής του μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ελάμβανε θετικές αξιολογήσεις της εργασιακής του απόδοσης, β) ότι η εναγομένη, πριν την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, αφενός δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη από τον οργανισμό προσωπικού πειθαρχική διαδικασία και αφετέρου δεν ακολούθησε τη διαδικασία της ειδικής γνωμοδοτικής επιτροπής, που είχε θεσπισθεί με απόφαση του ΔΣ της τράπεζας, γ) ότι η εναγομένη θα μπορούσε να του επιβάλει μία πιο ήπια πειθαρχική ποινή ή να τον μεταθέσει σε άλλο κατάστημά της, δ) ότι είχε μακρά προϋπηρεσία (37 έτη) με άριστη υπηρεσιακή διαδρομή, ελάχιστο υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη λήξη της ορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης εργασίας του (1 έτος) και οικογενειακή κατάσταση με σοβαρές υποχρεώσεις (έγγαμος με τρία τέκνα), ε) ότι στον υπάλληλο Χ., που υπέγραφε τις επίμαχες δανειοδοτήσεις και χορηγήσεις, δεν επιβλήθηκε πειθαρχική ποινή ούτε κλήθηκε σε απολογία, στ) ότι στην υπάλληλο Γ.
Σ., που υπέγραφε τις ίδιες συμβάσεις, επιβλήθηκε μόνο η πειθαρχική ποινή της επίπληξης και ζ) ότι τον απέλυσε από εκδικητικότητα, εμπάθεια και ιδιοτέλεια, προκειμένου να μην του καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, που δικαιούταν με την αποχώρησή του και παράλληλα απέβλεψε με την απόλυσή του στον εκφοβισμό των λοιπών εργαζομένων, τους οποίους (ισχυρισμούς) επικαλέσθηκε με την αγωγή και επανέφερε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Από την επισκόπηση, όμως, των διαδικαστικών εγγράφων, παρατηρείται ότι, σε σχέση με τον τελευταίο ισχυρισμό, υπό στοιχείο ζ', σε κανένα σημείο της ένδικης αγωγής δεν υπάρχει αναφορά ότι η καταγγελία έγινε από εμπάθεια και εκδικητικότητα και, κατά συνέπεια, καταχρηστικά, με αποτέλεσμα να μην είναι παραδεκτή η θεμελίωση αναιρετικού λόγου επί ισχυρισμού που δεν είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2).
Ως προς τους ισχυρισμούς υπό στοιχεία α', δ', ε' και στ', δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, διότι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά είναι απλά επιχειρήματα, ενώ οι λοιποί ισχυρισμοί υπό στοιχεία β' και γ', λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως προς τους υπό στοιχεία β' και γ' ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος και ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς είναι απαράδεκτος.
8.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά αυτών, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα 1) το υπηρεσιακό έγγραφο- καρτέλα με τα ατομικά και επαγγελματικά στοιχεία του αναιρεσείοντος, 2) το ατομικό φύλλο μητρώου, 3) τον οργανισμό προσωπικού της εναγομένης, 4) την 684/2-2-1993 πράξη του τότε προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης, 5) τις μηχανογραφικές καταστάσεις με τα αποτελέσματα του Β' καταστήματος ...
για το χρονικό διάστημα από 2001 έως και 2005, κατά το οποίο ο αναιρεσείων διατέλεσε διευθυντής, 6) τα αντίγραφα των δελτίων αξιολόγησης για τα έτη 1984 έως και 2005, 7) τα στοιχεία σεμιναρίων που ο αναιρεσείων παρακολούθησε εντός της τράπεζας, 8) την εμπιστευτική έκθεση γενικού ελέγχου και 9) τις από 1-2-2005 έγγραφες εξηγήσεις της Γ.
Σ. προς τον επιθεωρητή, τα οποία με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ως γενόμενης καταχρηστικά (ΑΚ 281). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων, και "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, εκτός από τον οργανισμό προσωπικού της εναγομένης (με αριθμό 3), που έχει κανονιστική ισχύ και δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του ενάγοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του.
Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2012 και με αριθμό κατάθεσης 612/13-6-2012 αίτηση για αναίρεση της 2898/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Οκτωβρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ