1468/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1468/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ` του ίδιου Κώδικα, πλην άλλων, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1468 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1468/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Γ. Α. του Η., κατοίκου ... (οδός ...), Κ. Α. του Η., κατοίκου ... και Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, Δέσποινας Παγίδα - Λωλίδου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 532,557/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Mε πολιτικώς ενάγοντες την Μ. Α. και Α. Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2015 αίτησή τους αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να αναιρεθεί εν μέρει η με αριθμό 532-577/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά και μόνο κατά το κεφάλαιο, που αφορά στις πράξεις της απόπειρας απάτης και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι α’ και β’ αναιρεσείοντες Γ. Α. και Κ. Α. και στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία καταδικάσθηκε ο τρίτος αναιρεσείων Γ. Π., που φέρεται ότι τέλεσαν στις 10.10.2007, β) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για τις άνω πράξεις και να απαλειφθούν οι περί ποινών διατάξεις, που αφορούν στις πράξεις αυτές. Και γ) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σε βαθμό πλημμελήματος πλαστογραφίας, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικά μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει, ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική του υπόσταση και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός, που έχει έννομες συνέπειες, ασχέτως, αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 216 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, που, όταν γίνεται από τον ίδιο τον πλαστογράφο θεωρείται απλή επιβαρυντική περίπτωση, απαιτείται αντικειμενικά μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με οποιοδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτόν σκοπό, υποκειμενικά δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του, ότι το έγγραφο, που χρησιμοποίησε, είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ` του ίδιου Κώδικα, πλην άλλων, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως.
Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ιδίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.
Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ’ αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών (πλαστών ή ψευδών, κατά περιεχόμενο) αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η κατάθεση ψευδομάρτυρα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη.
Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα.
Όταν η πράξη της απάτης δεν ολοκληρώθηκε και η αγωγή ή αίτηση του υπαίτιου απερρίφθη από το δικαστήριο ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη χωρίς να επέλθει βλάβη, συντρέχουν όμως οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, όπως όταν ο υπαίτιος προέβη στην απατηλή συμπεριφορά με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπάρχει απόπειρα απάτης της οποίας άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως και που τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.3327/2005 "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση του δράστη πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή, εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη, νόμου να γίνει ένορκη κατάθεση, η οποία δύναται στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή αρμόδια προς διάγνωση της διαφοράς.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, παραινέσεις κ.α.
β) διάπραξη από άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξ’ άλλου η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. (ολΑΠ 1/2005).
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.
Πλέον συγκεκριμένα: α) στην περίπτωση της συναυτουργίας η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός εξ αυτών.
β) Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ολΑΠ 2/2011 και 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 532, 557/2014 αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, των χωρίς όρκο καταθέσεων των πολιτικών εναγόντων, όλων των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των απολογιών των κατηγορουμένων, δέχθηκε κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι απεδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι, οι εγκαλούντες και ο Ν.
Α. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) είναι αδέλφια και τέκνα του Η. Α. και Κ. Α. το γένος Ν. και Ζ. Σ.. Ο πατέρας των προαναφερομένων αδελφών, απεβίωσε την 1.9.1990 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατά τον χρόνο του θανάτου του, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν τα προαναφερόμενα τέκνα του και η σύζυγός του, που όλοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά με την νομίμως μεταγραφείσα υπ’ αριθ. .../26.2.1991 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Νικαίας Χριστόδουλου Α.
Σαλούντα. Στην κληρονομιαία περιουσία του θανόντος Η. Α. συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο και δη το εμβαδού 1.695 τ.μ. αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο ... Πειραιώς στη θέση "..." και επί της ..., επί του οποίου υπάρχει διώροφο κτίσμα, το οποίο αποτελείται από ισόγεια αποθήκη και πρώτο όροφο κατασκευασμένο από ελενίτ.
Την κυριότητα τμήματος του ως άνω ακινήτου είχε αποκτήσει ο ως άνω Η. Α. με χρησικτησία, με συνεχή και αδιάλειπτη νομή ασκώντας διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, και την κυριότητα του υπολοίπου τμήματος του ακινήτου αυτού, από κληρονομιά των θανόντων γονέων του Α. (απεβίωσε στις 10.1.1968) και Μ. συζ. Α.
Α. (απεβίωσε στις 5.2.1944), την οποία είχε αποδεχθεί με την νομίμως μεταγραφείσα υπ’ αριθ. .../1983 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβ/φου Νικαίας Β. Πέππα, όπως στη συνέχεια διορθώθηκε με την νομίμως μεταγραφείσα υπ’ αριθ. .../13.3.1987 συμβ/κη δήλωση διορθώσεως της Συμβ/φου Πειραιώς Αικ. Πολιτάκη. Το επίδικο ως άνω ακίνητο από το έτος 1969 μέχρι το 1990, ήτοι μέχρι του επισυμβάντος την 1.9.1990 θανάτου του κατείχε και νεμόταν ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων, Η.
Α., πατέρας των κατηγορουμένων και των εγκαλούντων πολιτικώς εναγόντων, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του κατά τον προαναφερθέντα τρόπο. Τα προαναφερθέντα ακίνητα που υπάρχουν στο επίδικο είχε ανεγείρει ο ίδιος χρησιμοποιώντας τα ως αποθήκη παλαιών σιδήρων. Το έτος 1981 εκμίσθωσε το επίδικο αγροτεμάχιο στον έμπορο παλαιών σιδηρικών, το έτος 1983 εκμίσθωσε τμήμα του διωρόφου αυθαιρέτου κτίσματος που είχε ανεγείρει στον Σ.
Δ., ο οποίος στέγαζε εκεί ναυπηγείο σκαφών και το έτος 1986 εκμίσθωσε μέρος του επιδίκου ακινήτου στον Κ. Μ., έμπορο παλαιών σιδήρων, επίσης. Τα μισθώματα παρέδιδαν στον πατέρα των αντιδίκων μέχρι του θανάτου του τελευταίου οι ως άνω μισθωτές. Το επίδικο οικόπεδο είχε περιφραχθεί από το έτος 1973 από τον ιδιοκτήτη του Η.
Α., χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Το ότι υπήρχε αυθαίρετη περίφραξη του επιδίκου δεν αρνούνται οι κατηγορούμενοι. Στην ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται το επίδικο υπήρχαν πολλά αγροτεμάχια ιδιοκτησίας τόσο του Δημοσίου όσο και ιδιωτών, τα οποία είχαν καταπατηθεί από πολλούς. Μεταξύ αυτών των αγροτεμαχίων ήταν και το αγροτεμάχιο, το οποίο νέμονταν ο πατέρας των αντιδίκων αδελφών μαζί με την αδελφή του Μ.
Ν., το οποίο απαλλοτριώθηκε, που βρίσκεται όπως και το επίδικο στην περιοχή του ..., οριοθετείτο από τις οδούς ..., και από δεξιά σε σχέση με το επίδικο, το οποίο βρισκόταν αριστερά από την ... προς Κόρινθο και δη επί της ... , απέναντι από το επίδικο. Όλες οι προαναφερόμενες οδοί όπως και η ... είχαν διανοίγει πριν το έτος 1970 που ισχυρίζονται οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ότι είχαν καταπατήσει το επίδικο.
Στο ύψος του οικ. αριθμ… της ... όμως έγινε διαπλάτυνση της οδού, για τις ανάγκες της οποίας απαλλοτριώθηκαν όμορες του επιδίκου εκτάσεις, όχι όμως και το επίδικο, το οποίο βρισκόταν απέναντι από την εμφαινόμενη στο συνημμένο στην τεχνική έκθεση του μηχανικού Ε. Τ. απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη κτηματολογίου, ιδιοκτησία…, στην οποία και αφορά η υπ’ αριθμ. ...12.7.1989 άδεια περιτοίχισης της εκεί ιδιοκτησίας, η οποία εκδόθηκε με αίτηση και του δικαοπαρόχου των αντιδίκων αδελφών Α.
από την Δ/νση Πολεοδομίας Πειραιώς χωρίς όμως να προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, έγγραφο ή μάρτυρα ότι όντως έγινε η περιτοίχιση του οικοπέδου που αφορούσε η άδεια περιτοίχισης. Τόσο οι δυο πρώτοι των κατηγορουμένων όσο και ο τρίτος εξ αυτών κατά το χρόνο (1970) που ισχυρίζονται ότι κατέλαβα αυθαιρέτως το επίδικο ήταν ο μεν πρώτος (Γ.) 23 ετών, ο δεύτερος (Κ.) 22 ετών και το τρίτος 17 ετών, οι οποίοι όλοι στερούνταν γραμματικών γνώσεων και 2ος κατηγορούμενος μάλιστα (Κ.), όπως κατέθεσε απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν γνωρίζει ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει (οι οποίοι διατείνονται αβασίμως όμως ότι οι εν λόγω αποδείξεις αφορούν σε άλλο αγροτεμάχιο).
Ο εκ των κατηγορουμένων Γ. Π. απολογούμενος ενώπιον της Ε’ ανακρίτριας Πειραιώς κατέθεσε ότι από το 1970 εκείνος μαζί με τους δύο πρώτους κατηγορουμένους κάνανε εμπόριο ειδών μαναβικής, παλιοσίδερα και γυαλιά, ενώ απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα "... Με τους συγκατηγορούμενούς μου δουλεύαμε με μια σούστα και ένα άλογο ...
φτιάξανε το δρόμο και το μπαζώσανε ... μετά από εκεί πήγαμε και βάλαμε την παράγκα για το άλογο. Εγώ ένα χρόνο κάθισα μαζί τους και έφυγα ... Ο πρώτος κατηγορούμενος δε αναφερόμενος στο επίδικο, στην απολογία του, κατέθεσε μεταξύ άλλων "... το καταπατήσαμε. Ήμασταν στη μέση του δρόμου... Ο πατέρας μου ζούσε όταν καλύφθηκαν οι γραμμές από τη διαπλάτυνση του δρόμου ...
Πρέπει να έγινε λάθος και έγραψε ο κ. Ι. στο τοπογραφικό. Δεν μπορώ να καταλάβω πως έγινε το 1989 σε 1983 ... Το δηλώσαμε στην αποδοχή κληρονομιάς γιατί μας είχε πει ο κ. Γ. ότι θα μας το βγάλει αυτός...". Οι παραπάνω ασαφείς και αντιφατικοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, ως προς την νομή και κυριότητα του επιδίκου, δεν κρίνονται πειστικοί αναιρούμενοι από τα αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα.
Αντίθετα από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αφ’ ενός και τις υπεκφεύγουσες απαντήσεις στις τεθείσες σ’ αυτούς ερωτήσεις όλων των κατηγορουμένων επί του ερευνωμένου ζητήματος αποδεικνύεται ότι μέχρι την 1.1.1990 που απεβίωσε ο πατέρας των αντιδίκων διαδίκων, ο τελευταίος, ως κύριος και νομέας του επιδίκου ακινήτου (την κυριότητα του οποίου, κατά τα προαναφερθέντα, είχε αποκτήσει το μεν με χρησικτησία, το δε από κληρονομιά) ασκούσε τις προσιδιάζουσες στα παραπάνω εμπράγματα δικαιώματά του επί του ακινήτου διακατοχικές πράξεις.
Ανήγειρε τα επί του επιδίκου υπάρχοντα προαναφερθέντα αυθαίρετα κτίσματα, εκμίσθωνε τμήματα του οικοπέδου κατά καιρούς σε τρίτους (όπως στον Σ. Δ. ή τον Κ. Μ., τον Γ. Ρ.) και εισέπραττε τα συμφωνηθέντα μισθώματα, γεγονός που προκύπτει αναντιλέκτως από τις επαναπροσκομισθείσες στην παρούσα δίκη αποδείξεις εισπράξεως ενοικίου των ετών 1986, 1987 και 1988, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους, ενώ όσον αφορά το επίδικο κατέθεσε και τα ακόλουθα : "Αυτό το καταπατήσαμε εμείς.
Εγώ και ο αδελφός μου. Έχουμε πληρώσει την εφορία. Ο κ. Μ. ήρθε με χαρτιά και μας πέταξε έξω ..." αλλά και από τη σαφή κατάθεση της ενόρκως εξετασθείσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρος Χ. Δ. και την από 16.10.2013 υπεύθυνη δήλωση του Κ. Μ. που αναγνώσθηκε και αναφέρεται στα πρακτικά. Μετά τον θάνατο του κυρίου του επιδίκου οικοπέδου Η.
Α., υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του στην κληρονομιά του τα πέντε τέκνα του και η σύζυγός του, που αποδέχθηκαν, ως προεκτίθεται την επαχθείσα κληρονομιά, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο. Τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και οι πολιτικώς ενάγοντες νέμονταν το ακίνητο σε τμήμα του οποίου ο καθένας στέγαζε την επιχείρησή του.
Ειδικότερα ο εκ των πολιτικώς εναγόντων Α. Α., είχε μεν δηλώσει ως έδρα της εταιρείας του (με αντικείμενο εργασιών την αμμοβολή) τμήμα του επιδίκου επιφανείας 10 τ.μ., όλοι όμως, όπως και η μητέρα τους Κ. Α., μετά τον θάνατο του ως άνω δικαιοπαρόχου τους ήταν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του επιδίκου οικοπέδου μετά των επ’ αυτού ακινήτων, και τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και οι πολιτικώς ενάγοντες, ζώντος ακόμη του δικαιοπαρόχου πατέρα τους είχαν τη χρήση τμήματος του επιδίκου, όπως και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δραστηριοποιούντο επαγγελματικά στην εμπορία παλαιών σιδήρων και για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούσαν τμήμα του επιδίκου αγροτεμαχίου-ήδη οικοπέδου.
Ο πρώτος των πολιτικώς εναγόντων από το 1995 μέχρι το 2003 πηγαινοερχόταν συχνά στην Ρουμανία για ανάγκες της ως άνω επιχειρήσεώς του και στη συνέχεια λόγω του ότι η επιχείρησή του στην Ελλάδα δεν πήγαινε καλά εγκαταστάθηκε στην Ρουμανία όπου δραστηριοποιείτο επαγγελματικά με το ίδιο αντικείμενο. Οι σχέσεις μετά των αντιδίκων διαδίκων αδελφών ήταν καλές, μέχρι το 2005 που απεβίωσε η μητέρα τους.
Δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε ότι οι πολιτικώς ενάγοντες συγκληρονόμοι του επιδίκου αποποιήθηκαν των επ’ αυτού δικαιωμάτων τους, ούτε ότι οι κατηγορούμενοι, εξ αδιαιρέτου συγκληρονόμοι του επιδίκου επίσης, αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο τα επί του επιδίκου δικαιώματά των πολιτικώς εναγόντων.
Μάλιστα όταν το έτος 1995 ο Σ. Κ. του Β. αντιποιήθηκε το δικαίωμα των κληρονόμων του θανόντος πατέρα των αντιδίκων αδελφών, ο πρώτος των πολιτικώς εναγόντων αποφάσισε μαζί με τους κατηγορουμένους να προσφύγουν στο αρμόδιο Δικαστήριο. Και πραγματικά οι κατηγορούμενοι άσκησαν την από 1.12.1995 και υπ’ αριθ. καταθ.
…/95 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 714/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου Σ. Κ., και έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή των νυν κατηγορουμένων. Εν όψει της εκδικάσεως της ως άνω αγωγής, μη διάδικος στην παρούσα δίκη, αδελφός επίσης των κατηγορουμένων και των εγκαλούντων, με απόφαση όλων των αδελφών, παρέδωσε στους κατηγορουμένους όλες τις αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων των κατά καιρούς μισθωτών του επιδίκου προς τον τότε (1995) θανόντα πατέρα τους.
Οι κατηγορούμενοι όμως, με την ως άνω αγωγή τους που, (λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου Κ.) έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 714/1996 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Πειραιώς, ισχυρίσθηκαν ότι ήταν συγκύριοι του επιδίκου κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Όταν ο πρώτος των πολιτικώς εναγόντων ήρθε από την Ρουμανία στην Ελλάδα και ζήτησε να δει την ως άνω εκδοθείσα απόφαση, οι κατηγορούμενοι τον καθησύχασαν βεβαιώνοντάς τον ότι έχει γίνει εκ παραδρομής λάθος, το οποίο θα διορθωνόταν με συνέπεια ο τελευταίος που στερείται ειδικών γνώσεων ώστε να αντιληφθεί τις νομικές συνέπειες των ενεργειών των κατηγορουμένων αδελφών του να μην προβεί σε καμμία ενέργεια.
Στις 22.1.2005 απεβίωσε η μητέρα των δύο πρώτων κατηγορουμένων και των πολιτικώς εναγόντων Κ. Α., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους κατηγορουμένους, τους πολιτικώς ενάγοντες και το πέμπτο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη τέκνο της Ν. Α.. Στην κληρονομιά της μητέρας των αντιδίκων διαδίκων, συμπεριλαμβανόταν και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του επιδίκου από την κληρονομιά του προαποβιώσαντος συζύγου της και πατέρα των αντιδίκων διαδίκων, Η.
Α.. Οι πολιτικώς ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους με την υπ’ αριθ. .../2005 νομίμως μεταγεγραμμένη δήλωση αποδοχής της συμβ/φου Πειραιώς Μαρίας Σταθοπούλου. Σχεδόν αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας των αντιδίκων διαδίκων όμως, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, άλλαξαν τις κλειδαριές και δεν επέτρεψαν ούτε στον εκ των πολιτικώς εναγόντων, Α.
Α. που εξακολουθούσε να έχει στο επίδικο και δη στο τμήμα του, στο οποίο είχε την έδρα της επιχειρήσεώς του ορισμένα εργαλεία του, ισχυρισθέντες για πρώτη φορά τότε, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, ότι το επίδικο ήταν δικό τους, και ότι το εκμίσθωναν σε διάφορους τρίτους, μεταξύ των οποίων και στον Δ. και Μ..
Το γεγονός αυτό απετέλεσε την αιτία ερίδων μεταξύ των διαδίκων αντιδίκων αδελφών και έκτοτε οι μέχρι τότε καλές σχέσεις τους διερράγησαν. Έτσι προς επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς οι σήμερα πολιτικώς ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μον. Πρωτ. Πειραιώς την από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. καταθ. .../2006 αγωγή τους κατά των σήμερα κατηγορουμένων τότε εναγομένων.
Με την αγωγή τους αυτή ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκληρονόμοι του ως άνω ακινήτου σε ποσοστό 4/20 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και να υποχρεωθούν οι εδώ κατηγορούμενοι εκεί εναγόμενοι να τους αποδώσουν το κληρονομιαίο ακίνητο κατά το παραπάνω ποσοστό. Επί πλέον ζητούσαν να υποχρεωθούν οι ίδιοι να τους αποδώσουν ανάλογη μερίδα από το όφελος που αποκόμιζαν από την αποκλειστική χρήση του ακινήτου, συνιστάμενη στην εκμισθωτική αξία της κληρονομικής τους μερίδας.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι τότε εναγόμενοι, ήδη κατηγορούμενοι, ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους ότι το επίδικο τμήμα δεν αποτελεί τμήμα της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους και ότι οι ίδιοι το νέμονται για λογαριασμό τους από το έτος 1971, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις (όπως επίβλεψη, εκμίσθωση, κ.λ.π.) με διάνοια κυρίου, έχοντας καταστεί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αυτών προσκόμισαν τα ακόλουθα έγγραφα: 1) το με φερόμενη ημερομηνία κατάρτισης από 16.5.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στο οποίο αναφερόταν ότι αυτοί εκμίσθωσαν ένα μέρος του ακινήτου, όπως αυτό εμφαινόταν με τα κεφαλαία περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε στο από Μάϊο του έτους 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Ι. στον Σ. Δ., για χρονικό διάστημα από 16.5.1979 μέχρι 16.5.1984 έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 5.000 δραχμών, 2) το από 10.6.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στο οποίο αναφερόταν ότι αυτοί, ως εκμισθωτές, παραχωρούν στον Κ. Μ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας, με την επωνυμία "Κ. ... Ε.Ε.", τη χρήση ενός μέρους του ακινήτου με τα κεφαλαία περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε στο από Μαΐου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Ι., για χρονικό διάστημα από 10.6.1986 μέχρι 10.6.1991 έναντι μηνιαίου μισθώματος 20.000 δρχ. 3) τις από 16.5.1983, 16.6.1983, 16.7.1983, 16.8.1983, 16.9.1983, 16.10.1983, 16.11.1983, 16.12.1983, 16.1.1984, 16.2.1984, 16.4.1984, 16.5.1984, 16.6.1984, 16.7.1984, 16.9.1984, 16.10.1984, 16.11.1984 αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων που φέρονται ως καταβληθέντα από το μισθωτή Σ. Δ., 4) τις από 16.1.1985, 16.2.1985, 16.3.1985, 16.4.1985 και 16.5.1985 αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων, που φέρονται ως καταβληθέντα από τον ίδιο παραπάνω μισθωτή, και 5) τις από 10.7.1992, 10.8.1992, 10.9.1992, 10.10.1992, 10.11.1992 και 10.12.1992 αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων, που φέρονται ως καταβληθέντα από τον Κ.
Μ.. Επί πλέον κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής εξέτασαν με επιμέλειά τους ως μάρτυρα αποδείξεως των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών τους τον σήμερα (τρίτο) κατηγορούμενο Γ. Π., ο οποίος κατέθεσε τα ακόλουθα: "Υπήρξε ένα οικόπεδο και τα παιδιά έφτιαξαν μια παράγκα και βάλαμε μέσα ένα άλογο που είχαμε για τις δουλειές μας.
Μετά το ενοικίασαν στον ξάδερφο μου Κ. Μ. κατά το 1980-1982. Τα παιδιά το καταπάτησαν το 1970. Άν ήταν από τον πατέρα τους θα είχαν κάποια χαρτιά. Έλεγαν ότι ήταν δικό τους οι εναγόμενοι, δεν ανέφεραν τον πατέρα. Εξουσία στο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι. Τους ενάγοντες και τον πατέρα τους δεν τους είχα δει ποτέ". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 5995/2007 μη οριστική απόφαση του Μονομ.
Πρωτ. Πειραιώς, που ανέστειλε την πρόοδο της δίκης κατ’ άρθρ. 102 και 106 ν.δ. 118/1973, προκειμένου οι ενάγοντες (ήδη εγκαλούντες) να προσκομίσουν το πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου περί υποβολής δηλώσεως φόρου κληρονομιάς, όσον αφορά στο επίδικο ακίνητο. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής αυτής με την από 11.11.2008 δήλωσή τους, που επιδόθηκε νόμιμα στους εκεί εναγομένους.
Μετά απ’ αυτά με την υπ’ αριθ. 306/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της παραπάνω αγωγής. Στη συνέχεια οι πολιτικώς ενάγοντες με την νομίμως μεταγραφείσα υπ’ αριθ. .../2010 πράξη διορθώσεως της Συμβ/φου Πειραιώς Άννας Παναγοπούλου-Καλλίτση προέβησαν σε διόρθωση της προαναφερθείσας υπ’ αριθ. .../2005 δηλώσεως αποδοχής της κληρονομιάς της θανούσας στις 22.1.2005 μητέρας τους.
Περαιτέρω όλα τα παραπάνω, και δη ότι ο δικαιοπάροχος των κληρονομουμένων πατέρας τους ασκούσε στο επίδικο τις προεκτιθέμενες πράξεις νομής, ενισχύονται και από το γεγονός ότι στο από 16.5.1979 συμφωνητικό γίνεται αναφορά και παραπομπή στο από Μαΐου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ι., δηλαδή σε έγγραφο, το οποίο δεν υπήρχε κατά το φερόμενο ως χρόνο σύνταξης του συμφωνητικού, οπότε συνάγεται με βεβαιότητα ότι το εν λόγω συμφωνητικό είναι πλαστό.
Οι κατηγορούμενοι, τόσο το αμέσως παραπάνω όσο και το από 10.6.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό με φερόμενο μισθωτή τον Κ. Μ., η γνήσια υπογραφή του οποίου, όπως προαναφέρεται, δεν είναι η υπογραφή που τέθηκε στο από 10.6.1986 ως υπογραφή του (Κ. Μ.). Και τα δύο αυτά συμφωνητικά προσκόμισαν με επίκληση οι κατηγορούμενοι γνωρίζοντας ότι είναι πλαστά, στο Μον.
Πρωτ. Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της περί κλήρου αγωγής, στις 10.10.2007, προκειμένου να παραπλανήσουν το ως άνω Δικαστήριο, ως προς το ότι οι ίδιοι, ασκώντας πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1971 και στο εξής έχουν καταστεί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία, ώστε αυτό να απορρίψει την παραπάνω αγωγή των εγκαλούντων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις αποδείξεις, που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι την ίδια ημερομηνία στο ίδιο Δικαστήριο, νόθευσαν τις από 16.5.1983, 16.6.1983, 16.7.1983, 16.8.1983, 16.9.1983, 16.10.1983, 16.11.1983, 16.12.1983, 16.1.1984, 16.2.1984, 16.4.1984, 16.5.1984, 16.6.1984, 16.7.1984, 16.9.1984, 16.10.1984 και 16.11.1984 αποδείξεις καταβολής, και ειδικότερα στην πρώτη από αυτές πρόσθεσαν τον αριθμό … μέσα σε κύκλο, στη δεύτερη και τρίτη πρόσθεσαν τη λέξη ..., στην τέταρτη πρόσθεσαν τον αριθμό … μέσα σε κύκλο, στην Πέμπτη και στην έβδομη μέχρι και δέκατη έβδομη πρόσθεσαν τη λέξη ...
και τον αριθμό …, ενώ στην έκτη από αυτές πρόσθεσαν και τον αριθμό … μέσα σε κύκλο. Τις παραπάνω αποδείξεις είχε παραδώσει στους δύο πρώτους κατηγορουμένους ο αδελφός τους μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ν. Α., προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν στην προαναφερθείσα δίκη εναντίον του Σ. Κ., όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../2006 ένορκη βεβαίωση του Ν.
Α. στη συμβ/φο Πειραιώς Κυριακή Λαουλάκου που αναγνώσθηκε. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι στις 10.10.2007 ισχυρίσθηκαν εν γνώσει τους ψευδώς στο Δικαστήριο ότι ήταν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Τους αμέσως προαναφερόμενους ισχυρισμούς υπέβαλαν στο ως άνω Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς) οι κατηγορούμενοι προς απόκρουση της εναντίον τους από 5.2.2006 και υπ’ αριθμ. καταθ. .../2006 προαναφερθείσας αγωγής περί κλήρου των τότε εναγόντων και ήδη πολιτικώς εναγόντων, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα χρησικτησίας σ’ αυτό καθώς μέχρι του θανάτου του (1990) νεμόταν το επίδικο ο πατέρας τους, ο οποίος τους είχε παραχωρήσει τη χρήση τμήματος του επιδίκου που το χρησιμοποιούσε ο καθένας ως επαγγελματική στέγη.
Εκτός των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι στην ίδια δίκη επικαλέσθηκαν την προαναφερομένη ψευδή κατάθεση του τρίτου κατηγορουμένου Γ. Π., η οποία προαναφέρεται. Έτσι, αποπειράθηκαν να εξαπατήσουν το ως άνω Δικαστήριο, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ζημιώνοντας την περιουσία των πολιτικώς εναγόντων, πλην όμως δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν την πράξη τους, επειδή το Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 5995/2007 απόφασή του ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, προκειμένου οι ενάγοντες (ήδη εγκαλούντες) να προσκομίσουν πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου για το ότι υποβλήθηκε δήλωση φόρου κληρονομιάς σχετικά με το επίδικο ακίνητο.
Η ζημία που απειλήθηκε σε βάρος της περιουσίας των εγκαλούντων-πολιτικώς εναγόντων είναι ίση με την αγοραία αξία του κληρονομικού τους μεριδίου επί του επιδίκου ακινήτου, πλέον του αναλογούντος στο κληρονομικό μερίδιο του κάθε εγκαλούντος ύψους των μισθωμάτων, του οποίου δεν κατέστη δυνατός ο προσδιορισμός για τον κατωτέρω εκτιθέμενο λόγο.
Όπως πιο πάνω αποδείχθηκε, τόσο ο πατέρας των αντιδίκων αδελφών, Η. Α., [ο οποίος δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πέντε παιδιά του (Α., Γ., Κ., Ν. και Μ. Α.) και τη σύζυγο του Κ. που όλοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά του πατρός και συζύγου, αντίστοιχα] όσο και η μητέρα των αντιδίκων αδελφών, Κ.
Α., η οποία επίσης δεν άφησε διαθήκη, κληρονομήθηκε από τα ως άνω πέντε τέκνα της, τα οποία, όλα, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτά κληρονομιά της μητέρας τους, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το κληρονομικό μερίδιο που της αναλογούσε από την κληρονομιά του προαποβιώσαντος συζύγου της. Εντεύθεν μετά το θάνατο της τελευταίας, τα πέντε τέκνα της κατέστησαν κληρονόμοι των γονέων τους και επομένως και του επιδίκου οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, μη αποδειχθέντος ότι κάποιο από τα πέντε προαναφερόμενα τέκνα τους αποποιήθηκε την κληρονομιά που τους επήχθη από την κληρονομιά είτε του πατέρα είτε της μητέρας τους.
Και ναι μεν στην παρούσα δίκη δεν είναι διάδικος ο εκ των τέκνων του Η. και της Κ. Α., Ν. Α., πλην όμως, όπως προκύπτει από την αναφερόμενη στα πρακτικά και αναγνωσθείσα από 11.8.2010 και υπ’ αριθμ. καταθ. .../2010 αγωγή του τελευταίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των εναγομένων, Γ. Α. και Κ. Α. (νυν κατηγορουμένου), διεκδικεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος το αναλογούν σ’ αυτόν κληρονομικό μερίδιο επί του επιδίκου.
Η επιφάνεια του επιδίκου οικοπέδου ανέρχεται σε 1.695 τ.μ. σύμφωνα με νεώτερη καταμέτρηση του μηχανικού Π. Μ. (βλ. την από 22.10.2008 Τεχνική έκθεση-πραγματογνωμοσύνη του ως άνω μηχανικού). Το επίδικο οικόπεδο με τα επικείμενα επ’ αυτού βρίσκεται στον οικ. αριθ. … της Λεωφ. ... στη θέση ..., εκτός σχεδίου πόλεως και όπως προκύπτει και από τις προσκομισθείσες και μη αμφισβητηθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες έχει πρόσωπο επί της Λεωφόρου ...
και είναι ευχερώς εκμεταλλεύσιμο προς μίσθωση, όπως αποδεικνύεται και από τις ως άνω φωτογραφίες από τις οποίες προκύπτει ότι κατά το χρόνο λήψεως των φωτογραφιών που οπωσδήποτε (εν όψει του χρόνου προσκομίσεως των φωτογραφιών - Οκτ 2013) είναι πριν τον Οκτώβριο του 2013, ήταν μισθωμένο από τον έμπορο αυτοκινήτων Π..
Παρά το ότι οι εγκαλούντες δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου με αίτηση προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ζήτησαν να πληροφορηθούν για το ύψος των μισθωμάτων του επιδίκου, η Δ.Ο.Υ. αρνήθηκε επικαλούμενη το εκ των προσωπικών δεδομένων απόρρητο. Σύμφωνα με την από 12.8.2012 έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε. Τ., ο οποίος προέβη σε εκτίμηση της εμπορικής αξίας του επιδίκου, εργασία που του ανατέθηκε από τους κατηγορουμένους, το εν λόγω οικόπεδο είναι επίμηκες, τριών όψεων και περικλείεται από τις οδούς ..., Ανωνύμου, ...
και έχει πρόσοψη επί των τριών πρώτων οδών. Χρησιμοποιείται σαν υπαίθριος αποθηκευτικός χώρος παλαιών αυτοκινήτων, ανταλλακτικών, και scrap και τμήμα του χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης φορτηγών μεταφορικής εταιρείας (στους οποίους οπωσδήποτε εκμισθώνεται από τους κατηγορουμένους), ενώ βρίσκεται κοντά στις εγκαταστάσεις του Γ’ Τελωνείου Πειραιώς, και σε βιομηχανίες και επιχειρήσεις του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα.
Ο παραπάνω πολιτικός μηχανικός, εκτιμά ότι η εμπορικότητα του επιδίκου είναι χαμηλή διότι κατά την άποψή του βρίσκεται σε υποβαθμισμένη και εκτός σχεδίου πόλεως περιοχή, και κατά τις πληροφορίες του από τον μέχρι σήμερα σχεδιασμό των αρμοδίων φορέων δεν προβλέπεται σύντομα χρονικά αλλαγή του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής και δη η ένταξή της στο σχέδιο πόλεως.
Και καταλήγει ότι εκτιμά το εύρος πώλησης του επιδίκου στα 25-30 € το τ.μ., δηλαδή την τελική εμπορική αξία από 47.000 - 55.000 €, δηλαδή στο ποσό των 50.850 € (1695 τ.μ. Χ 30 €/τ.μ.) ή σε εκείνο των 42.375 € (1695 τ.μ. Χ 25 €/τ.μ.). Αντίθετα, ο κτηματομεσίτης Α. Π. με την αναφερόμενη στα πρακτικά και αναγνωσθείσα εκτίμηση ακινήτου, χαρακτηρίζει το επίδικο προνομιούχο, με πρόσοψη επί της ..., σε κομβικό σημείο και προοπτικές άμεσης ένταξης στο σχέδιο πόλεως και εκτιμά ότι η εμπορική αξία του ανέρχεται στο ποσό των 450-500 € ανά τ.μ., δηλαδή στο ποσό των 762.750 € (1695 Χ 450 €) ή σ’ εκείνο των 847.500 € (1695 τ.μ.
Χ 500 €/τ.μ.). Εν όψει των αναλυτικά προεκτιθεμένων προσδιοριστικών της αξίας του επιδίκου, της επαγγελματικής εκμετάλλευσης του επιδίκου από το έτος 2006 και μετά αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου της οικονομικής κρίσης που ενέσκυψε στην χώρα επιδρώντας δυσμενώς στην αγορά ακινήτων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προαναφερόμενες παραμέτρους, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνει ότι η εκτίμηση της αξίας του από τον πολιτικό μηχανικό Ε.
Τ. υπολείπεται της πραγματικής εμπορικής αξίας του, η δε εκτίμηση της αξίας του από τον ώς άνω κτηματομεσίτη Α. Π. υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική αγοραία αξία του επιδίκου οικοπέδου, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 43 € ανά τ.μ. και όχι λιγότερο, όπως εσφαλμένως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, ούτε περισσότερο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εγκαλούντες.
Έτσι, η συνολική αξία του επιδίκου (η οποία σε περίπτωση ένταξής του στο σχέδιο πόλεως θα εκτιναχθεί προς το ύψος της εκτίμησης του κτηματομεσίτη Α. Π.) ανέρχεται στο ποσό των 72.885 € (1695 τ.μ. Χ 43 €/τ.μ.). Με δεδομένο δε ότι, όπως αποδείχθηκε, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του επιδίκου είναι τα πέντε τέκνα του Η. και Κ.
Α., το κληρονομικό μερίδιο του κάθε εξ αδιαθέτου κληρονόμου ανέρχεται στο ποσό των 14.577 € (72.885 € : 5), όση και η ζημία που προκλήθηκε στον κάθε εγκαλούντα- πολιτικώς ενάγοντα, το δε συνολικό όφελος που σκόπευαν με την χρήση των προαναφερομένων πλαστών εγγράφων και την με αυτά επιχειρηθείσα απάτη στο Δικαστήριο οι κατηγορούμενοι εκκαλούντες, ανέρχεται στο ποσό των 29.154 € (14.577 € Χ 2), όφελος και ζημία, αντίστοιχα, που κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη, εν όψει των οικονομικών δεδομένων των εγκαλούντων από τους οποίους ο μεν πρώτος, ηλικίας 68 ετών, δεν αποδείχτηκε ότι διαθέτει πλην του κληρονομικού μεριδίου επί του επιδίκου άλλη ακίνητη περιουσία, η δε δεύτερη ηλικίας 65 ετών εκτός από το κληρονομικό της δικαίωμα στο επίδικο, είναι κυρία μιας μικρής κατοικίας, κληρονομιά από την μητέρα της και δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία ή εισοδήματα.
Τέλος, όπως αποδείχθηκε, οι δυο πρώτοι των κατηγορουμένων έπεισαν τον τρίτο εξ αυτών με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα να καταθέσει ενόρκως τα όσα εν γνώσει του ψευδή περιστατικά προαναφέρονται. Επομένως, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται και δη :
α) της χρήσεως από κοινού πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση, β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, γ) της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο από κοινού, από την οποία το επιδιωκόμενο όφελος και ζημία αντίστοιχα που απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και δ) της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρος, ο δε τρίτος κατηγορούμενος- εκκαλών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ψευδορκίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό για τον κάθε κατηγορούμενο.
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε κατά πλειοψηφία ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες τον Γ. Α. και τον Κ. Α. των αξιοποίνων πράξεων: α) της χρήσεως από κοινού πλαστού εγγράφου κατ’ εξακολούθηση, β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, γ) της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο από κοινού, από την οποία το επιδιωκόμενο όφελος και ζημία αντίστοιχα που απειλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και δ) της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε ψευδορκία μάρτυρος, και τον Γ.
Π. της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας, για τις οποίες επέβαλε σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα έξι (36) μηνών, και στον τρίτο εξ αυτών ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟΥΣ κατά πλειοψηφία και τους τρεις ως άνω εκκαλούντες-κατηγορούμενους του ότι:
Α) Ο κατηγορούμενος Γ. Α. του Η. ως υπαίτιος : 1.
Στον Πειραιά, σε μη ειδικότερα διακριβωθέντα από την ανάκριση χρόνο, αλλά πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τις 24 Φεβρουαρίου του έτους 2006 (ημερομηνία καταθέσεως της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. εκθέσεως καταθέσεως .../24.2.2006 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) έως και την 10.10.2007 (ημερομηνία συζητήσεως της ως άνω αγωγής), από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Κ.
Α. του Η., με περισσότερες από μια πράξεις που, λόγω της ενότητας του δόλου του, συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου και του αυτού αδικήματος, νόθευσε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και στη συνεχεία έκανε χρήση αυτών. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, νόθευσε τις από 16.5.1983, 16.6.1983, 16.7.1983,16.9.1983, 16.10.1983, 16.11.1983, 16.12.1983, 16.1.1984, 16.2.1984, 16.5.1984, 16.6.1984, 16.7.1984, 16.9.1984, 16.10.1984, 17.11.1984, αποδείξεις καταβολής μισθώματος, που αφορούσαν καταβολές μισθωμάτων από το Σ.
Δ., στον πατέρα του Η. Α., που είχαν περιέλθει στην κατοχή του σε ανύποπτο χρόνο από το αδερφό του Ν. Α., στις οποίες πρόσθεσε τις λέξεις "… ... ". Ακολούθως, στον Πειραιά, στις 10.10.2007, έκανε χρήση των ως άνω νοθευμένων αποδείξεων πληρωμής μισθωμάτων, καθιστώντας προσιτό το περιεχόμενο τους σε τρίτον προσκομίζοντας αυτές ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ.
καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων, Μ. Α. του Η. και Α. Α. του Η. εναντίον του, με την οποία αιτούντο να αναγνωριστούν συγκληρονόμοι του επίδικου ακινήτου, που κείται στη ... αρ…, στο ... με αριθμό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 1.695 τ.μ., σε ποσοστό 4/20 έκαστος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και εδώ κατηγορούμενοι να τους το αποδώσουν κατά τα ως άνω ποσοστά που τους αναλογούν, προκειμένου να παραπλανήσει το ως άνω Δικαστήριο εκδίδοντας ευνοϊκή για αυτόν απόφαση απορρίπτοντας την ως άνω αγωγή, ως προς το έχον έννομο συνέπειες πραγματικό γεγονός ότι έχει καταστεί συγκύριος του ακινήτου με τον συγκατηγορούμενό του Κ.
Α. του Η. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος δι’ εκτάκτου χρησικτησίας ασκώντας στο ακίνητο αυτό από το έτος 1971 και εντεύθεν διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου, όπως εκμίσθωση αυτού και λήψη μισθωμάτων. 2.
Στον Πειραιά, στις 10.10.2007, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Κ. Α. του Η. με περισσότερες από μία πράξεις που, λόγω της ενότητας του δόλου του, συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου και του αυτού αδικήματος έκανε εν γνώσει του χρήση πλαστών εγγράφων, προκειμένου να παραπλανήσει άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, επικαλέστηκε μετ’ επικλήσεως στο από 10.10.2007 δικόγραφο των προτάσεών του και προσκόμισε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη συζήτηση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Μ. Α. του Η. και Α. Α. του Η.
εναντίον του, τα κάτωθι έγγραφα: (α) ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με φερόμενη ημερομηνία κατάρτισης την 16η.5.1979 και συμβαλλόμενο με την ιδιότητα του εκμισθωτή αυτόν και τον ίδιο και το συγκατηγορούμενό του Κ. Α. του Η., με το οποίο φέρονταν ότι εκμίσθωναν στο Σ. Δ. του Β., για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 16.5.1979 έως 16.5.1984, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 5.000 δραχμών ένα οικόπεδο κείμενο στη θέση ..., επί της ...
αρ…, περιγραφόμενο ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια υπό τα κεφαλαία περιμετρικά αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε στο από τον Μάιο του 1983 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Ι., που είναι συνημμένο στο συμφωνητικό. Πλην, όμως το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν όμως πλαστό ως εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από τρίτο άγνωστο πλαστογράφο, καθώς κατά την φερόμενη ως ημερομηνία κατάρτισης του (16.5.1979) γίνεται αναφορά στο ίδιο κείμενο στο από τον Μάιο του 1983 τοπογραφικό, ήτοι έγγραφο το οποίο δεν υπήρχε κατά το φερόμενο ως χρόνο σύνταξης του ως άνω εγγράφου, η δε υπογραφή του μισθωτή Σ.
Δ. είχε τεθεί κατ’ απομίμηση της δικής του από πρόσωπο άγνωστο κατά την ανάκριση, (β) ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με φερόμενη ημερομηνία κατάρτισης 10.6.1986, και συμβαλλόμενο με την ιδιότητα του εκμισθωτή αυτόν και τον ίδιο και το συγκατηγορούμενό του Κ. Α. του Η., με το οποίο φέρονταν ότι εκμίσθωναν στον Κ.
Μ. με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ... Ε.Ε." για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 10.6.1986 έως 10.6.1991, έναντι μηνιαίου μισθώματος 20.000 δραχμών, ένα οικόπεδο κείμενο στη θέση ..., επί της ... αρ…, περιγραφόμενο ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια υπό τα κεφαλαία περιμετρικά αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε, στο από τον Μάιο του 1983 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Ι., που είναι συνημμένο στο συμφωνητικό. Πλην, το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν όμως πλαστό ως εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένο από τρίτο άγνωστο πλαστογράφο, καθώς η υπογραφή του μισθωτή, Κ. Μ., επ’ αυτού είχε τεθεί κατ’ απομίμηση της δικής του από πρόσωπο άγνωστο κατά την ανάκριση. Στη χρήση των ως άνω εγγράφων προέβη, προκειμένου να παραπλανήσει το ως άνω Δικαστήριο εκδίδοντας ευνοϊκή για αυτόν απόφαση απορρίπτοντας την ως άνω αγωγή, ως προς το έχον έννομο συνέπειες πραγματικό γεγονός ότι έχει καταστεί συγκύριος του ακινήτου με τον συγκατηγορούμενό του Κ.
Α. του Η. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος δι’ εκτάκτου χρησικτησίας ασκώντας στο ακίνητο αυτό από το έτος 1971 και εντεύθεν διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου, όπως εκμίσθωση αυτού και λήψη μισθωμάτων. 3.
Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή τέλεσης αδικήματος και ειδικότερα αποπειράθηκε από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Κ. Α. του Η. να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Συγκεκριμένα, στον Πειραιά, στις 10.10.2007, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επί ζημία τα περιουσίας των εγκαλούντων, και ειδικότερα προς απόκρουση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Α.
Α. του Η. και Μ. Α. του Η., εναντίον του, με την οποία αιτούντο να αναγνωριστούν συγκληρονόμοι του επίδικου ακινήτου, που κείται στη Λ ... αρ 5, στο ... με αριθμό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 1.695-.τ.μ., σε ποσοστό 4/20 έκαστος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και εδώ κατηγορούμενοι να τους το αποδώσουν κατά τα ως άνω ποσοστά που τους αναλογούν, υπέβαλε προς το Δικαστήριο ψευδείς ισχυρισμούς και δη ότι έχει ίδιο δικαίωμα συγκυριότητα επί του ακινήτου με τον συγκατηγορούμενό του Κ.
Α. του Η. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος αιτία εκτάκτου χρησικτησίας επί του επίδικου, ενώ το αληθές το οποίο γνώριζαν ήταν ότι δεν είχαν δικαίωμα χρησικτησίας, καθώς μέχρι το έτος 1990 το παραπάνω ακίνητο ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του πατέρα τους Η. Α. και μετά το θάνατο του, και μέχρι το έτος 2005 το παραπάνω ακίνητο με την ιδιότητα του κληρονόμου του πατέρα τους νέμονταν από κοινού όλα τα τέκνα του, ήτοι οι εγκαλούντες, αυτός, ο συγκατηγορούμενός του Κ.
Α. του Η. και ο αδελφός τους Ν. Α.. Προς υποστήριξη δε των ως άνω διαλαμβανομένων ισχυρισμών προσκόμισε και επικαλέστηκε ψευδή και αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, την κατάθεση του μάρτυρος και συγκατηγορουμένου του Γ. Π. του Α. ο οποίος εξετάσθηκε επιμελεία του κατά τη συζήτηση της αγωγής στη δικάσιμο της 10ης.10.2007 και κατέθεσε τα ακόλουθα: "Υπήρξε ένα οικόπεδο και τα παιδιά έφτιαξαν μια παράγκα και βάλαμε μέσα ένα άλογο που είχαμε για τις δουλειές μας.
Μετά το ενοικίασαν στον ξάδερφο μου Κ. Μ. κατά το 1980-1982. Τα παιδιά το καταπάτησαν το 1970. Αν ήταν από τον πατέρα τους θα είχαν κάποια χαρτιά. Έλεγαν ότι ήταν δικό τους oι εναγόμενοι (δηλαδή οι παρόντες κατηγορούμενοι Γ. Α. του Η. και Κ. Α. του Η.), δεν ανέφεραν τον πατέρα. Εξουσία στο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι.
Τους ενάγοντες ( δηλαδή τους εγκαλούντες) και τον πατέρα τους δεν τους είχα δεί ποτέ". Ωστόσο, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την πράξη του από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησης του, ήτοι διότι το Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 5995/2007 απόφασή του ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, προκειμένου οι ενάγοντες και νυν εγκαλούντες να προσκομίσουν πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου περί υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομιάς σχετικά με το περιγραφόμενο στην αγωγή κληρονομιαίο ακίνητο.
Η ζημία δε που είχε σκοπό να προξενήσει στην περιουσία των εγκαλούντων και απειλήθηκε να επέλθει είναι αντίστοιχη με την αγοραία αξία του κληρονομικού τους μεριδίου επί του ακινήτου που εκτιμάται στο ποσό των 14.577 € για κάθε εγκαλούντα καθώς η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 72.885 €. 4. Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, την οποία και διέπραξε.
Ειδικότερα, στον Πειραιά, την 10.Ι0.2007, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα και με την υπόσχεση οφέλους από κοινού, προκάλεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Κ. Α. του Η. στον κατηγορούμενο Γ. Π. του Α., την απόφαση, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη δικάσιμο της 10ης.10.2007 να καταθέσει ενόρκως τα εξής: "Υπήρξε ένα οικόπεδο και τα παιδιά έφτιαξαν μια παράγκα και βάλαμε μέσα ένα άλογο που είχαμε για τις δουλειές μας.
Μετά το ενοικίασαν στον ξάδερφο μου Κ. Μ. κατά το 1980-1982. Τα παιδιά το καταπάτησαν το 1970. Αν ήταν από τον πατέρα τους θα είχαν κάποια χαρτιά. Έλεγαν ότι ήταν δικό τους οι εναγόμενοι (δηλαδή οι παρόντες κατηγορούμενοι, Γ. Α. του Η. και Κ. Α. του Η.), δεν ανέφεραν τον πατέρα. Εξουσία στο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι.
Τους ενάγοντες (δηλαδή τους εγκαλούντες) και τον πατέρα τους δεν τους είχα δει ποτέ". Τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα τα κατέθεσε εν γνώσει του ότι αυτά ήταν ψευδή, ενώ η αλήθεια την οποία ο μάρτυρας εγνώριζε καλώς είναι ότι κύριος του ανωτέρω ακινήτου δι’ εκτάκτου χρησικτησίας ήταν ο πατέρας των συγκατηγορουμένων του Η.
Α., ο οποίος ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής από το έτος 1969 και εντεύθεν διανοία κυρίου.
Β) Ο κατηγορούμενος, Κ.ς Α. του Η., ως υπαίτιος:
1. Στον Πειραιά, και σε μη ειδικότερα διακριβωθέντα από την ανάκριση χρόνο, αλλά πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τις 24 Φεβρουαρίου του έτους 2006 (ημερομηνία καταθέσεως της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. εκθέσεως καταθέσεως .../24.2.2006 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) έως και την 10.10.2007 (ημερομηνία συζητήσεως της ως άνω αγωγής), από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Γ.
Α. του Η., με περισσότερες από μια πράξεις που, λόγω της ενότητας του δόλου του, συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου και του αυτού αδικήματος, νόθευσε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, νόθευσε τις από 16.5.1983, 16.6.1983, 16.7.1983,16.9.1983, 16.10.1983, 16.11.1983, 16.12.1983, 16.1.1984, 16.2.1984, 16.5.1984, 16.6.1984, 16.7.1984, 16.9.1984, 16.10.1984, 17.11.1984, αποδείξεις καταβολής μισθώματος, που αφορούσαν καταβολές μισθωμάτων από το Σ.
Δ., στον πατέρα του Η. Α., που είχαν περιέλθει στην κατοχή του σε ανύποπτο χρόνο από το αδερφό του Ν. Α., στις οποίες πρόσθεσε τις λέξεις ".... …". Ακολούθως, στον Πειραιά, στις 10.10.2007, έκανε χρήση των ως άνω νοθευμένων αποδείξεων πληρωμής μισθωμάτων, καθιστώντας προσιτό το περιεχόμενο τους σε τρίτον προσκομίζοντας αυτές ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ.
καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Μ. Α. του Η. και Α. Α. του Η. εναντίον του, με την οποία αιτούντο να αναγνωριστούν συγκληρονόμοι του επίδικου ακινήτου, που κείται στη Λ ... αρ 5, στο ... με αριθμό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 1.695 τ.μ., σε ποσοστό 4/20 έκαστος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και εδώ κατηγορούμενοι να τους το αποδώσουν κατά τα ως άνω ποσοστά που τους αναλογούν, προκειμένου να παραπλανήσει το ως άνω Δικαστήριο εκδίδοντας ευνοϊκή για αυτόν απόφαση απορρίπτοντας την ως άνω αγωγή, ως προς το έχον έννομο συνέπειες πραγματικό γεγονός ότι έχει καταστεί συγκύριος του ακινήτου με τον συγκατηγορούμενό του Κ.
Α. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος δι’ εκτάκτου χρησικτησίας ασκώντας στο ακίνητο αυτό από το έτος 1971 και εντεύθεν διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου όπως εκμίσθωση αυτού και λήψη μισθωμάτων. 2.
Στον Πειραιά, στις 10.10.2007, από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Κ. Α. του Η. με περισσότερες από μία πράξεις που, λόγω της ενότητας του δόλου του, συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου και του αυτού αδικήματος έκανε εν γνώσει του χρήση πλαστών εγγράφων, προκειμένου να παραπλανήσει άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, επικαλέστηκε μετ’ επικλήσεως στο από 10.10.2007 δικόγραφο των προτάσεών του και προσκόμισε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη συζήτηση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Μ. Α. του Η. και Α. Α. του Η.
εναντίον του, τα κάτωθι έγγραφα: (α) ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με φερόμενη ημερομηνία κατάρτισης την 16η.5.1979 και συμβαλλόμενο με την ιδιότητα του εκμισθωτή αυτόν και τον ίδιο και το συγκατηγορούμενό του Γ. Α. του Η. με το οποίο φέρονταν ότι εκμίσθωναν στο Σ. Δ. του Β., για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 16.5.1979 έως 16.5.1984, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 5.000 δραχμών, ένα οικόπεδο κείμενο στη θέση ..., επί της Λ. ...
αρ 5, περιγραφόμενο ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια υπό τα κεφαλαία περιμετρικά αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε στο από τον Μάιο του 1983 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Ι., που είναι συνημμένο στο συμφωνητικό, Πλην, όμως, το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν όμως πλαστό ως εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένο από τρίτο άγνωστο πλαστογράφο, καθώς κατά την φερόμενη ως ημερομηνία κατάρτισης του (16.5.1979) γίνεται αναφορά στο ίδιο κείμενο στο από τον Μάιο του 1983 τοπογραφικό, ήτοι έγγραφο το οποίο δεν υπήρχε κατά το φερόμενο ως χρόνο σύνταξης του ως άνω εγγράφου, η δε υπογραφή του μισθωτή Σ.
Δ. είχε τεθεί κατ’ απομίμηση της δικής του από πρόσωπο άγνωστο κατά την ανάκριση, (β) ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με φερόμενη ημερομηνία κατάρτισης 10.6.1986, και συμβαλλόμενο με την ιδιότητα του εκμισθωτή αυτόν και τον ίδιο και το συγκατηγορούμενό του Γ. Α. του Η. με το οποίο φέρονταν ότι εκμίσθωναν στον Κ.
Μ. με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ... Ε.Ε." για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 10.6.1986 έως 10.6.1991, έναντι μηνιαίου μισθώματος 20.000 δραχμών, ένα οικόπεδο κείμενο στη θέση ..., επί της... αρ…, περιγραφόμενο ακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια, υπό τα κεφαλαία περιμετρικά αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε, στο από τον Μάιο του 1983 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.
Ι., που είναι συνημμένο στο συμφωνητικό. Πλην, όμως το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν πλαστό ως εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένο από τρίτο άγνωστο πλαστογράφο καθώς η υπογραφή του μισθωτή Κ. Μ. επ’ αυτού είχε τεθεί κατ’ απομίμηση της δικής του από πρόσωπο άγνωστο κατά την ανάκριση. Στη χρήση των ως άνω εγγράφων προέβη, προκειμένου να παραπλανήσει το ως άνω Δικαστήριο εκδίδοντας ευνοϊκή για αυτόν απόφαση απορρίπτοντας την ως άνω αγωγή, ως προς το έχον έννομο συνέπειες πραγματικό γεγονός ότι έχει καταστεί συγκύριος του ακινήτου με τον συγκατηγορούμενό του Γ.
Α. του Η. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος δι’ εκτάκτου χρησικτησίας ασκώντας στο ακίνητο αυτό από το έτος 1971 και εντεύθεν διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου, όπως εκμίσθωση αυτού και λήψη μισθωμάτων.
3. Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή τέλεσης αδικήματος και ειδικότερα αποπειράθηκε από κοινού με το συγκατηγορούμενό του Γ. Α. του Η. να βλάψει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Συγκεκριμένα στον Πειραιά, στις 10.10.2007, επιχείρησε πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επί ζημία της περιουσίας των εγκαλούντων, και ειδικότερα προς απόκρουση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Μ.
Α. του Η. και Α. Α. του Η. εναντίον του, με την οποία αιτούντο να αναγνωριστούν συγκληρονόμοι του επίδικου ακινήτου, που κείται στη ... αρ…, στο ... με αριθμό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 1.695 τ.μ., σε ποσοστό 4/20 έκαστος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και εδώ κατηγορούμενοι να τους το αποδώσουν κατά τα ως άνω ποσοστά που τους αναλογούν, υπέβαλε προς το Δικαστήριο ψευδείς ισχυρισμούς και δη ότι έχει ίδιο δικαίωμα συγκυριότητα επί του ακινήτου με τον συγκατηγορούμενό του Γ.
Α. του Η. σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος αιτία εκτάκτου χρησικτησίας επί του επίδικου, ενώ το αληθές το οποίο γνώριζαν ήταν ότι δεν είχαν δικαίωμα χρησικτησίας, καθώς μέχρι το έτος 1990 το παραπάνω ακίνητο ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του πατέρα τους Η. Α. και μετά το θάνατο του, και μέχρι το έτος 2005 το παραπάνω ακίνητο με την ιδιότητα του κληρονόμου του πατέρα τους νέμονταν από κοινού όλα τα τέκνα του, ήτοι οι εγκαλούντες, αυτός., ο συγκατηγορούμενός του Γ.
Α. του Η. και ο αδελφός τους, Ν. Α.. Προς υποστήριξη δε των ως άνω διαλαμβανομένων ισχυρισμών προσκόμισε και επικαλέστηκε ψευδή και αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, την κατάθεση του μάρτυρος και συγκατηγορουμένου του Γ. Π. του Α. ο οποίος εξετάσθηκε επιμελεία του κατά τη συζήτηση της αγωγής στη δικάσιμο της 10ης.10.2007 και κατέθεσε τα ακόλουθα: "Υπήρξε ένα οικόπεδο και τα παιδιά έφτιαξαν μια παράγκα και βάλαμε μέσα ένα άλογο που είχαμε για τις δουλειές μας.
Μετά το ενοικίασαν στον ξάδερφό μου Κ. Μ. κατά το 1980-1982. Τα παιδιά το καταπάτησαν το 1970. Αν ήταν από τον πατέρα τους θα είχαν κάποια χαρτιά. Έλεγαν ότι ήταν δικό τους οι εναγόμενοι (δηλαδή οι παρόντες κατηγορούμενοι Γ. Α. του Η. και Κ. Α. του Η.), δεν ανέφεραν τον πατέρα. Εξουσία στο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι.
Τους ενάγοντες (δηλαδή τους εγκαλούντες) και τον πατέρα τους δεν τους είχα δει ποτέ".. Ωστόσο, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την πράξη του από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θέλησης του, ήτοι διότι το Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 5995/2007 απόφαση του, ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, προκειμένου οι ενάγοντες και νυν εγκαλούντες να προσκομίσουν πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου περί υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομιάς, σχετικά με το περιγραφόμενο στην αγωγή κληρονομιαίο ακίνητο.
Η ζημία δε που είχαν σκοπό να προξενήσουν στην περιουσία των εγκαλούντων και απειλήθηκε να επέλθει είναι αντίστοιχη με την αγοραία αξία του κληρονομικού τους μεριδίου επί του ακινήτου που εκτιμάται στο ποσό των 14.577 € για κάθε εγκαλούντα, καθώς η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 72.885 €.
4. Στον παρακάτω τόπο και χρόνο από κοινού ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσαν σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, την οποία και διέπραξε. Ειδικότερα, στον Πειραιά, την 10.10.2007, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα και με την υπόσχεση οφέλους από κοινού, προκάλεσε από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Γ.
Α. του Η. στον κατηγορούμενο Γ. Π. του Α., την απόφαση, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη δικάσιμο της 10ης.10.2007 να καταθέσει ενόρκως τα εξής: "Υπήρξε ένα οικόπεδο και τα παιδιά έφτιαξαν μια παράγκα και βάλαμε μέσα ένα άλογο που είχαμε για τις δουλειές μας. Μετά το ενοικίασαν στον ξάδερφο μου Κ.
Μ. κατά το 1980-1982. Τα παιδιά το καταπάτησαν το 1970. Αν ήταν από τον πατέρα τους θα είχαν κάποια χαρτιά. Έλεγαν ότι ήταν δικό τους οι εναγόμενοι (δηλαδή οι παρόντες κατηγορούμενοι Γ. Α. του Η. και Κ. Α. του Η.), δεν ανέφεραν τον πατέρα. Εξουσία στο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι. Τους ενάγοντες (δηλαδή τους εγκαλούντες) και τον πατέρα τους δεν τους είχα δει ποτέ".
Τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα τα κατέθεσε εν γνώσει του ότι αυτά ήταν ψευδή, ενώ η αλήθεια την οποία ο μάρτυρας γνώριζε καλώς είναι ότι κύριος του ανωτέρω ακινήτου δι’ εκτάκτου χρησικτησίας ήταν ο πατέρας των συγκατηγορουμένων του Η. Α., ο οποίος ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως πράξεις νομής από τούτος 1969 και εντεύθεν διανοία κυρίου.
Γ) Ο 3ος κατηγορούμενος, Γ. Π.Σ του Α., στον Πειραιά, στις 10.10.2007, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ως μάρτυρας με επιμέλεια των εναγομένων και εδώ συγκατηγορουμένων του Γ. Α. του Η.
και Κ. Α. του Η. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της από 5.2.2006 και υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Μ. Α. του Η. και Α. Α. του Η. και τη σωρρευόμενη σε αυτή αποζημίωση χρήσεως στρεφόμενη σε βάρος τους, με την οποία οι εγκαλούντες αιτούντο να αναγνωριστούν συγκληρονόμοι του επίδικου ακινήτου, που κείται στη ...
αρ…, στο ... με αριθμό ΚΑΕΚ ..., εμβαδού κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 1.695 τ.μ., σε ποσοστό 4/20 έκαστος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και εδώ κατηγορούμενοι να τους το αποδώσουν κατά τα ως άνω ποσοστά που τους αναλογούν, κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας ψευδώς τα ακόλουθα: "Υπήρξε ένα οικόπεδο και τα παιδιά έφτιαξαν μια παράγκα και βάλαμε μέσα ένα άλογο που είχαμε για τις δουλειές μας.
Μετά το νοίκιασαν στον ξάδελφο μου τον Μ. κατά το 1980-1982. Τα παιδιά το καταπάτησαν το 1970. Αν ήταν από τον πατέρα θα είχαν κάποια χαρτιά. Έλεγαν ότι ήταν δικό τους οι εναγόμενοι, δεν ανέφεραν τον πατέρα. Εξουσία στο ακίνητο είχαν οι εναγόμενοι. Τους ενάγοντες και τον πατέρα τους δεν τους είχα δει ποτέ", ενώ το αληθές το οποίο γνώριζε, ως εκ της φιλικής του σχέσης με τους συγκατηγορουμένους του ήταν ότι το ακίνητο αυτό ανήκε στον πατέρα των διαδίκων, Η.
Α., ο οποίος ήταν αποκλειστικός, κύριος νομέας και κάτοχος αυτού μέχρι το θάνατο του το έτος 1990 και οι εκεί εναγόμενοι και νυν ανωτέρω συγκατηγορούμενοί του δεν είχαν συνάψει σύμβαση μίσθωσης, ως ιδιοκτήτες, με τον Κ. Μ., το έτος 1980, ούτε είχαν εξουσία στο ακίνητο, ενώ από το θάνατο του πατέρα τους, το έτος 1990, και μέχρι το θάνατο της μητέρας τους, το ως άνω ακίνητο νέμονταν ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους όλα τα τέκνα του." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων [ α) πλαστογραφίας (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως, κατ’ εξακολούθηση από κοινού, β) χρήσης πλαστού έγγραφου, από κοινού, γ) απόπειρας απάτης στο δικαστήριο από κοινού, δ) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα από κοινού και ε) ψευδορκίας μάρτυρα], για τα οποία καταδικάστηκαν για τα τέσσερα πρώτα οι α’ και β’ εκ των αναιρεσειόντων και για το πέμπτο εξ αυτών ο γ’ αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 2, 386 παρ. 1, 224 παρ. 1 και 2, 227 παρ. 1 και του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται επαρκώς ο τρόπος τελέσεως από τους δύο πρώτους των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων των άνω πράξεων [πλαστογραφίας (νόθευση) εγγράφου μετά χρήσεως, κατ’ εξακολούθηση από κοινού και της χρήσης πλαστού έγγραφου, από κοινού] κατά χρόνους, τόπο και λοιπές περιστάσεις και συγκεκριμένα εκτίθεται, ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες έδρασαν στην τέλεση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων με ενότητα δόλου, εξειδικεύεται δε με πληρότητα και σαφήνεια σε τι συνίσταται η νόθευση των πλαστών εγγράφων (των αποδείξεων καταβολής μισθώματος) από τους αναιρεσείοντες, ήτοι σύμφωνα με τις παραδοχές, πρόσθεσαν στην από 16.5.1983 απόδειξη καταβολής τον αριθμό … μέσα σε κύκλο, στις από 16.6.1983 και 16.7.1983 αποδείξεις καταβολής πρόσθεσαν τη λέξη Λ. ..., στην από 16.8.1983 απόδειξη καταβολής πρόσθεσαν τον αριθμό … μέσα σε κύκλο, στις από 16.9.1983, 16.11.1983, 16.12.1983, 16.1.1984, 16.2.1984, 16.4.1984, 16.5.1984, 16.6.1984, 16.7.1984, 16.9.1984, 16.10.1984 και 16.11.1984 αποδείξεις καταβολής πρόσθεσαν τη λέξη ...
και τον αριθμό …, και στην από 16.10.1983 απόδειξη καταβολής πρόσθεσαν τη λέξη ... και τον αριθμό … μέσα σε κύκλο, καθώς και η χρήση υπ’ αυτών (α’ και β’ των αναιρεσειόντων) των πλαστών εγγράφων, ήτοι τόσο των ως άνω υπ’ αυτών νοθευθέντων αποδείξεων όσο και των από 16.5.1979 και 10.6.1986 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, προκειμένου να παραπλανήσουν, κάθε τρίτο με την χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων περί γεγονότος έχοντος έννομες συνέπειες.
Όλως ειδικότερα, εκτίθενται ότι οι εν λόγω (α’ και β’ ) αναιρεσείοντες έκαναν χρήση αυτών, εν γνώσει της πλαστότητας τούτων, προσκομίζοντάς τα μετ’ επικλήσεως στις 10.10.2007 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη συζήτηση της από 5.2.2006 αγωγής περί κλήρου των εγκαλούντων Μ. Α. και Α. Α. κατ’ αυτών, προκειμένου να παραπλανήσουν το ως άνω δικαστήριο ως προς το έχον έννομες συνέπειες γεγονός ότι είχαν καταστεί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, εκδίδοντας, έτσι, ευνοϊκή γι’ αυτούς απόφαση και απορρίπτοντας την αγωγή των εγκαλούντων.
Προσέτι, ως προς την αιτιολογία του δόλου των ως άνω αναιρεσειόντων στο έγκλημα της χρήσεως των αναφερόμενων πλαστών ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, και για το οποίο αυτοί καταδικάστηκαν, διαλαμβάνονται επαρκή πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε, ότι εκείνοι γνώριζαν ότι αυτά ήσαν πλαστά, καθόσον ανελέγκτως δέχθηκε, ότι ο πατέρας των διαδίκων Η.
Α. μέχρι την 1.1.1990 που απεβίωσε εκμίσθωνε τμήματα του επίδικου οικοπέδου κατά καιρούς σε τρίτους (όπως Δ., Κ. Μ., Γ. Ρ.) και εισέπραττε τα συμφωνηθέντα μισθώματα, γεγονός που (πέραν των λοιπών αποδείξεων) αναντιλέκτως προκύπτει από τις επαναπροσκομισθείσες στην (στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο διεξαχθείσα) δίκη αποδείξεις εισπράξεως ενοικίου των ετών 1986, 1987, 1988, τις οποίες (αποδείξεις) οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες ουδόλως αμφισβήτησαν ως αποδείξεις υπογραφείσες από τον εκμισθωτή πατέρα τους, γεγονός, κατ’ αρχήν, δηλωτικό της γνώσεως της πλαστότητας από αυτούς (αναιρεσείοντες), των προσκομιζομένων απ’ αυτούς συμφωνητικών μίσθωσης αφορώντων το ίδιο ακίνητο, τους ίδιους μισθωτές και για τα ίδια χρονικά διαστήματα, ενισχυομένης της κρίσεως αυτής και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί της γνώσεώς τους για την πλαστότητα του από 16.4.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθόσον διαλαμβάνεται ως περιστατικό που μαρτυρεί τη γνώση τους αυτή το ότι γίνεται στο εν λόγω συμφωνητικό αναφορά και παραπομπή στο από Μαΐου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Ι., δηλαδή σε έγγραφο, το οποίο δεν υπήρχε κατά το φερόμενο ως χρόνο σύνταξης του συμφωνητικού, κρίνοντας ότι η πλαστότητα του εν λόγω συμφωνητικού μισθώσεως ήταν οφθαλμοφανής. Με τις ανωτέρω παραδοχές αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος (γνώση) των αναιρεσειόντων (α’ και β’ ) περί της πλαστότητας των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως, καθώς και ο σκοπός των ιδίων (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσουν οποιονδήποτε περί της δήθεν γνησιότητας των εν λόγω μισθωτηρίων, αφού, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπάρχει παραδοχή, ότι οι ίδιοι έκαναν χρήση των πλαστών αυτών μισθωτηρίων, "προκειμένου" να παραπλανήσουν το δικαστήριο ως προς το ότι οι ίδιοι ασκώντας πράξεις νομής στο επίδικο από το έτος 1971 και στο εξής έχουν καταστεί συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία.
Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των α’ και β’ αναιρεσειόντων ότι δεν συντρέχουν τα απαραίτητα θεμελιωτικά στοιχεία για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων της νόθευσης εγγράφου και της χρήσης πλαστών εγγράφων, ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς το στοιχείο του άμεσου δόλου (γνώση) ως προς τη διάπραξη αυτών με την παράθεση πραγματικών περιστατικών και ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2 του ΠΚ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων (Γ. και Κ. Α.) κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, είναι απαράδεκτες.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα υπό στοιχ. 1ος, 2ος, 8ος, 9ος και 10ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων του υποκειμενικού στοιχείου του άμεσου δόλου (γνώση), καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, τα δεκτά γενόμενα ως άνω περιστατικά, εκτιθέμενα τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστούν την αξιόποινη πράξη της από κοινού απόπειρας απάτης ενώπιον δικαστηρίου, καθόσον διαλαμβάνεται επαρκώς ο τρόπος τελέσεως από τους δύο πρώτους των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων της εν λόγω πράξεως, αφού παρατίθεται κατά τρόπο σαφή ποίος ήταν ο ψευδής ισχυρισμός που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με σκοπό να παραπλανήσουν το δικαστή γιά να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 5.2.2006 αγωγή των εγκαλούντων και με ποιο ψευδές αποδεικτικό μέσο υποστήριξαν τον ισχυρισμό τους αυτό.
Η αναστολή της προόδου της δίκης που διατάχθηκε με την 5995/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς) ουδόλως αναιρεί τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης στο δικαστήριο με την μορφή της απόπειρας, το οποίο εν προκειμένω συνετελέσθη με την προβολή αναληθούς ισχυρισμού προς αντίκρουση αγωγής και επίκληση ψευδούς αποδεικτικού στοιχείου (κατάθεση ψευδομάρτυρα) προς απόδειξή του, καθόσον ο δικαστής στη συνέχεια της αναστολής είναι υποχρεωμένος να ερευνήσει την ουσιαστική αλήθεια του επικληθέντος ισχυρισμού (των εναγομένων στην προκείμενη περίπτωση), οπότε θα ανακύψει το θέμα παραπλανήσεως του δικαστή από την επίκληση και προσαγωγή πλαστών ή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, υπάρχοντος, έτσι, αιτιώδους δεσμού μεταξύ της επερχομένης ή μη (απόπειρα) με την απόφαση περιουσιακής διαθέσεως και της προσαγωγής στο δικαστήριο των ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (κατάθεση ψευδομάρτυρα).
Επομένως, οι προβαλλόμενοι, συναφείς λόγοι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., (5ος και 6ος) με την αίτηση της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Έτι περαιτέρω τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκε ο 3ος αναιρεσείων, Γ. Π. και την από κοινού ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκαν οι 1ος και 2ος αναιρεσείοντες, Γ.
Α. και Κ. Α., διαλαμβάνονται ο τρόπος τελέσεως των παραπάνω πράξεων κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και δη η αρμόδια αρχή (Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς), ενώπιον της οποίας, μετά από φορτική και πειστική παρότρυνση των ήδη αναιρεσειόντων, Γ. Α. και Κ.υ Α., δόθηκε με όρκο η κατάθεση του τρίτου αναιρεσείοντος, Γ.
Π., κατά τη δικάσιμο της 10ης.10.2007, καθώς και τα κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία ήταν εν γνώσει αυτών (όλων των αναιρεσειόντων) ψευδή. Οι επί μέρους αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων καθό μέρος αφορά στην από κοινού ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκαν οι 1ος και 2ος αναιρεσείοντες, καθώς και καθό μέρος αφορά στην ψευδορκία μάρτυρα για το οποίο καταδικάστηκε ο 3ος αναιρεσείων, είναι αβάσιμες, αφού:
σαφώς εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ψευδή γεγονότα, που κατέθεσε ενόρκως ο τρίτος αναιρεσείων, τα οποία συνδέονται με το αποδεικτέο θέμα της πολιτικής δίκης και αναφέρονται, ειδικότερα, στην απόδειξη προβληθέντος από τους εναγομένους ισχυρισμού περί ιδίας συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αποκτηθείσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στα πλαίσια της προεκτεθείσας διαφοράς μεταξύ των πολιτικώς εναγόντων αφενός και των εναγομένων αφετέρου, που εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και είχε ως αντικείμενο αγωγή περί κλήρου των πολιτικώς εναγόντων - εγκαλούντων Μ.
Α. και Α. Α. και τη σωρρευόμενη σ’ αυτή αγωγή αποζημίωσης χρήσεως, ενώ, εξάλλου, αντιπαρατίθενται τα αντίστοιχα αληθινά γεγονότα, που συνίστανται στο ότι ο Η. Α., πατέρας (και αποβιώσας δικαιοπάροχος) αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών (εναγόντων και εναγομένων) μέχρι του θανάτου του (1990) νεμόταν το επίδικο, και όχι οι 1ος και 2ος κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα χρησικτησίας επί του επιδίκου, όπως ψευδώς κατέθεσε ο τρίτος των αναιρεσειόντων κατά προτροπή των 1ου και 2ου εξ αυτών.
Επιπροσθέτως, επαρκώς προσδιορίζονται, ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι (1ος και 2ος) ηθελημένα προκάλεσαν από κοινού στον 3ο συγκατηγορούμενό τους την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (προτροπές, παραινέσεις, υποσχέσεις που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα), καθώς και η δόλια προαίρεσή τους, που απέβλεπε στο να εκδοθεί από το ανωτέρω πολιτικό Δικαστήριο απόφαση υπέρ τους, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση περαιτέρω περιστατικών, και τέλος ως προς τη γνώση (άμεσο δόλο) του τρίτου αναιρεσείοντος, ως προς την αναλήθεια των γεγονότων που αυτός κατέθεσε, σύμφωνα πάντα με τις παραδοχές της απόφασης, αναφέρεται, πέραν της φράσεως "κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα...", η επαγγελματική συνεργασία του τρίτου με τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες και οι φιλικές σχέσεις τους, από τις οποίες (παραδοχές) συνάγεται, ότι αυτός είχε άμεση και προσωπική αντίληψη, ότι τα κατατεθέντα γεγονότα ήσαν ψευδή, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαίτερα και με παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών ο δόλος του, διότι αυτονοήτως καταδεικνύεται αυτός από το ότι θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση των ιδίου.
Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα 3ος, 4ος και 7ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος αυτών (αναιρεσειόντων) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.1.2015 αίτηση αναιρέσεως των Γ. Α. του Η., Κ. Α. του Η. και Γ. Π. του Α., όλων κατοίκων ..., για αναίρεση της 532,557/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ