Legislator Case Law & Legislation
1468/2014 AI generated

1468/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1468/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1468/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας από οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα, της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1468 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1468 /2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Σ. Π. του Ι. και 2)Γ. Π. του Ι. , κατοίκων. . . , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Α. , κατοίκου. . . , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αποστολά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1/11/1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/1991, 116/2003, 177/2005 μη οριστικές, 261/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 184/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/7/2009 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 620/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 13/6/2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 27/1/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ' αποδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής των, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003).

Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. (ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας από οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα, της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης που καθιερώνονται από τη διάταξη του άρθρου 106 του ιδίου κώδικα, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν.

Εάν επομένως το Εφετείο προβεί σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης ως βασίμου και στη συνέχεια, δικάσει κατ' ουσίαν την γωγή και απορρίψει ή κάνει δεκτά αιτήματά της τα οποία έγιναν δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά δεν προσβλήθηκαν με την έφεση και συνακόλουθα, δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, τότε η απόφασή του προσβάλλεται με αναίρεση για το προβλεπόμενο από τον αριθμό 9 περ β' άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για επιδίκαση δηλαδή από το δικαστήριο της ουσίας περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν, εφόσον ο όρος επιδίκαση τίθεται στο νόμο υπό ευρεία έννοια (ΑΠ 1590/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων δικογράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 28-2-1990 αγωγή (αρ. εκ. κατ. 194/1990) που ασκήσε ο αναιρεσίβλητος Ν. Γ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Ρόδου, ισχυρίστηκε ότι ο διανοιχθείς περί το έτος 1958 δρόμος που οδηγεί από την πλατεία της Λίνδου στην παραλία της, επέρασε μέσα από ιδιοκτησία αυτού και των αναιρεσειόντων εναγομένων και άφησε προς τα αριστερά όπου η ιδιοκτησία του, ένα μικρό τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων εμβαδού 44 τετ.

μέτρων και δεξιά, όπου η ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, ένα τμήμα της δικής του ιδιοκτησίας εμβαδού 732 τετ. μέτρων. Ότι κατά το έτος 1964, συμφώνησε με τον πατέρα των αναιρεσειόντων, αυτός μεν να χρησιμοποιεί το ακίνητο εμβαδού 44 τετ. μέτρων που προαναφέρθηκε, εκείνος δε (πατέρας των αναιρεσειόντων) να χρησιμοποιεί από την ως άνω έκταση των 732 τετ.

μέτρων, ένα τμήμα εμβαδού 143 τετ. μέτρων ενώ το υπόλοιπο τμήμα εμβαδού 589 τετ. μέτρων να το κατέχει ο ίδιος. Ότι το έτος 1988, οι εναγόμενοι διατάραξαν τη νομή του επί του ακινήτου των 589 τετ. μέτρων, προσπαθώντας να το ενσωματώσουν στο δικό τους ακίνητο, ενώ στις 14-3-1989, έσκαψαν στα ακίνητο αυτό το οποίο νέμεται αυτός συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1964, τρεις λάκκους για να φυτεύσουν δέντρα, προσβάλλοντας κατ' αυτό τον τρόπο το δικαίωμα νομής και κυριότητάς των επ' αυτού.

Επίσης, ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι από το έτος 1967 που έγινε η προαναφερόμενη συμφωνία μεταξύ αυτού και του πατέρα των αναιρεσειόντων, νέμεται αυτός το ως άνω ακίνητο εμβαδού 44 τετ. μέτρων συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία.

Ζήτησε δε με την αγωγή αυτή, να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος και νομέας του ως άνω ακινήτου εμβαδού 589 τετραγωνικών μέτρων και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να παύσουν κάθε μελλοντική διατάραξη επί του ακινήτου αυτού με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής και κυριότητάς τους, ως και να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή δια την διά χρησικτησίας κτήση κυριότητας αυτού επό του προαναφερομένου ακινήτου εμβαδού 44 τετ.

μέτρων. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-1990 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ομόρου ακινήτου εμβαδού 628 τετραγωνικών μέτρων που αποκόπηκε από την ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου με τη διάνοιξη του δρόμου που οδηγεί από την Λίνδο προς την παραλία το οποίο νέμονται έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής, το δε έτος 1970 ο πατέρας τους και ο αναιρεσίβλητος συμφώνησαν να ανταλλάξουν το τμήμα αυτό με το τμήμα ακινήτου του αναιρεσίβλητου εμβαδού 135 τετ.

μέτρων που αποκόπηκε από τη διάνοιξη του ως άνω δρόμου και βρέθηκε στη δική τους πλευρά, ζητούσαν δε, να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή του κτηματολογικού κανονισμού επί του ως άνω ακινήτου εμβαδού 628 τετ. μέτρων. Επί των ως άνω αγωγών που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 261/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε ότι αυτός είναι κύριος εδαφικής εκτάσεως 108 τετ.

μέτρων (παρά το ότι αυτός αιτείτο την αναγνώρισή του ως κυρίου και νομέως επί εκτάσεως 44 τετ. μέτρων) γενόμενος τέτοιος (κύριος) με δεκαπενταετή κτητική παραγραφή, ενώ απερρίφθη η αγωγή του ως το πρώτο αίτημά της αναγνωρίσεως αυτού ως κυρίου και νομέως επί ακινήτου εμβαδού 589 τετ. μέτρων. Με την ίδια απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων και αναγνωρίσθηκε ότι αυτοί είναι κύριοι, γενόμενοι με δεκαπενταετή κτητική παραγραφή, επί ακινήτου εμβαδού 582,10 τετ.

μέτρων. Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 24-10-2006 έφεσή του με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή της ως προς τα κεφάλαια της με τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων και απερρίφθη η αγωγή του κατά το πρώτο αίτημά της περί αναγνωρίσεως αυτού ως κυρίου επί ακινήτου εμβαδού 589 τετ.

μέτρων. Επί της ως άνω εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ, 184/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία απερρίφθη η αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ν. Γ. και αναγνωρίσθηκε ότι ο Ν. Γ. είναι κύριος και νομέας ακινήτου εμβαδού 582,10 τετ.

μέτρων υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής και κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του προαναφερομένου ακινήτου με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και αναγνωρίσθηκε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου Ν. Γ. η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή για την κτήση με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας επί του ακινήτου εμβαδού 108 τετ.

μέτρων. Επομένως το εφετείο με το να κάνει δεκτό με την προσβαλλομένη απόφασή του και το αίτημα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί αναγνωρίσεως αυτού ως κυρίου και νομέα επί του προαναφερομένου ακινήτου εμβαδού 108 τετ. μέτρων μολονότι η σχετική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης δεν προσβλήθηκε με έφεση και συνακόλουθα, δεν μεταβιβάσθηκε σ' αυτό (Εφετείο) το σχετικό κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιδίκασε πράγμα που δεν ζητήθηκε, υπέπεσαν έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 8 περ α' και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης των αναιρεσειόντων οι οποίοι έχουν έννομο συμφέρον για την προβολή τους διότι όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 22-6-2009 έφεσής τους κατά της ως άνω διάταξης της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία έγινε δεκτό κατ' ουσίαν το πιο πάνω δεύτερο αίτημα της αγωγής του Ν.

Γ. , έχουν ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης (η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί), είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επειδή, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιάς διαφοράς παρά μόνον ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε, παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.

Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ 1 ΚΠολΔ έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρονται δε αναδρομικώς οι συνέπειες της άσκησής της. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη δηλαδή υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τoν τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση διότι δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις σωρευθείσες στο ίδιο δικόγραφο αρνητική κυριότητας αγωγή και προστασίας της νομής αγωγές του αναιρεσιβλήτου, μολονότι αυτός με δήλωσή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Εφετείο Δωδεκανήσου)που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκε από τις αγωγές αυτές μη λαβόν έτσι υπόψη τον παραδεκτώς από τους αναιρεσείοντες προβληθέντα ενώπιον του Εφετείου αυτοτελή περί παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου από του δικογράφου της ένδικης αγωγής ισχυρισμού αυτών, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς ενώπιον του υποβληθέντα από τους αναιρεσείοντες ουσιώδη ως άνω περί παραιτήσεως ισχυρισμό αυτών και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ 8 του αριθμού 559 του ΚΠολΔ, καθ' όσον παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πρέπει επομένως να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και τέταρτος συναφείς λόγοι αναίρεσης. Ακολούθως, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.

Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 184/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, Εφετείο Δωδεκανήσου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ