Supreme Court allows partial appeal regarding land expropriation value reduction calculation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the government's appeal against a lower court's decision on land expropriation compensation. The government argued that the lower court erred by calculating a 50% value reduction without verifying if the remaining land met legal building requirements. The court agreed that this specific calculation method violated procedural rules, necessitating a remand for a new trial on that issue alone.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must remand a case for retrial when a lower court determines a value reduction without first verifying the remaining property's compliance with mandatory building regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1468 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1468/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, καθώς και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφερείας Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Αλέξανδρο Ροϊλό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Σ. Χ., κατοίκου ... έως και 248. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "LΟΒΒΕ Τ. (ΛΟΜΠΕ Τ.) Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία, Διαχείρισης και Ανακύκλωσης Απορριμμάτων" και με το διακριτικό "τίτλο "LΟΒΒΕ Τ. ΑΕΒΕ", η οποία εδρεύει στη ..., όπως νομίμως εκπροσωπείται (αρ. ιδ. 147, 148 και 149) 249. Χ. Γ. Θ. έως και 255. Β. Κ. του Κ., κατοίκου ... .
Oι υπό στοιχεία με α/α: 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, 145, 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152, 153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 163, 165, 166, 167, 168, 169, 170, 171, 172, 173, 174, 175, 176, 177, 178, 179, 180, 181, 182, 183, 184, 185, 186, 187, 188, 189, 190, 191, 192, 193, 194, 195, 196, 197, 198, 199, 201, 203, 205, 206, 207, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 216, 217, 218, 219, 220, 221, 222, 223, 224, 225, 226, 234, 237, 241, 243, 244, 245, 246, 247, 248, 249, 250, 251, 252, αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Οι υπό στοιχεία με α/α: 11ος, 227ος, 228ος, 229ος, 230ος, 231ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λουκά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολδ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η υπό στοιχείο με α/α 90 αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Στουραΐτη και κατέθεσε προτάσεις.
Οι υπό στοιχείο με α/α: 48, 90, 91, 164, 200, 202, 204, 215, 232, 233, 235, 236, 238, 239, 240, 253, 254, 255 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Λάμπρου και κατέθεσαν προτάσεις.
Ο υπό στοιχείο με α/α 242 αναιρεσίβλητος, παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μανθούλας Πασσαδέλη-Γκιβίση, η οποία αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, παρίσταται για τον εαυτό του και ως διάδοχος, του υπό στοιχείο 243 αναιρεσίβλητου Φ. Ν., ο οποίος απεβίωσε την 10-5-2011, όπως προκύπτει από την ..../7-2-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Παιανίας και νόμιμος κληρονόμος του όπως προκύπτει από την .../27-1-2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Παιανίας, το .../20-5-2011 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Παιανίας και το με αριθμό .../24-7-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φανής Καλλίρη-Αποστόλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από: 14-3-2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 20-3-2006,24-3-2006 αιτήσεις-ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, για οριστικό προσδιορισμό τιμής μονάδος αποζημίωσης, προσβάλλοντας την 1656/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκε η 8251/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λαμπρόπουλος, ανέγνωσε την από 24-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των με α/α 48, 90, 91, 164, 200, 202, 204, 215, 232, 233, 235, 236, 238, 239, 240, 242, 253, 254, 255, αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ 2-3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση της υπόθεσης αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή κι' επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 508 παρ.4 και 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν κλητεύθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (ΑΠ (Ολ.) 36/1997, απ 321/2013).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προϋπόθεση για την εγκυρότητα της κλήτευσης με την αναβολή της υποθέσεως και την εγγραφή της στο πινάκιο είναι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε να είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, είτε να είχε παραστεί νόμιμα κατ' αυτή, οπότε με την παράσταση του και την έλλειψη εναντίωσης του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχή δικάσιμο (ΑΠ 689/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για την εκδίκαση της από 14-11-2007 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 8251/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδουν οι υπ' αριθ. 242 και 243 εκ των αρχικώς αναιρεσιβλήτων και συνεχίζει υπό τις ιδιότητες που παρίσταται ο πρώτος (242), είχε οριστεί, διαδοχικά, δικάσιμος η 28-1-2011, η 4-11-2011 και η 9-11-2012.
Κατά τις δικάσιμες αυτές η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε το πρώτον λόγω μη γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (αρθρ.12 παρ.1 Ν. 2998/1995, όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του από το άρθρο 13 παρ.9 Ν. 3790/2009) και εν συνεχεία λόγω αποχής των δικηγόρων από τα δικαστικά τους καθήκοντα. Από τις υπ' αριθ. 5550B/06.10.2010, 5549B/06.10.2010, 5548B/06.10.2010, 5547B/06.10.2010, 5546B/06.10.2010, 5544B/06.10.2010, 5543B/06.10.2010, 5542B/06.10.2010, 5541B/06.10.2010, 5540B/06.10.2010, 5539B/06.10.2010, 5538B/06.10.2010, 5537B/06.10.2010, 5536B/06.10.2010, 5535B/06.10.2010, 5534B/06.10.2010, 5533B/06.10.2010, 5532B/06.10.2010, 5531B/06.10.2010, 5530B/06.10.2010, 5406B/27.09.2010, 5407B/27.09.2010, 5408B/27.09.2010, 5409B/27.09.2010, 5410B/27.09.2010, 5411Β/27.09.2010, 5412Β/27.09.2010, 5413Β/27.09.2010, 5414Β/27.09.2010, 5415Β/27.09.2010, 5416Β/27.09.2010, 5417Β/27.09.2010, 5418Β/27.09.2010, 5419Β/27.09.2010, 5420Β/27.09.2010, 5421 Β/27.09.2010, 5422Β/27.09.2010, 5423Β/27.09.2010, 5424Β/27.09.2010, 5425Β/27.09.2010, 5438Β/28.09.2010, 5439Β/28.09.2010, 5440Β/28.09.2010, 5441 Β/28.09.2010, 5442Β/28.09.2010, 5443Β/28.09.2010, 5444Β/28.09.2010, 5445Β/28.09.2010, 5446Β/28.09.2010, 5447Β/28.09.2010, 5448Β/28.09.2010, 5449Β/28.09.2010, 5450Β/28.09.2010, 5451Β/28.09.2010, 5452Β/28.09.2010, 5453Β/28.09.2010, 5454Β/28.09.2010, 5455Β/28.09.2010, 5456Β/28.09.2010, 5457Β/28.09.2010, 5473Β/29.09.2010, 5474Β/29.09.2010, 5475Β/29.09.2010, 5476Β/29.09.2010, 5477Β/29.09.2010, 5478Β/29.09.2010, 5479Β/29.09.2010, 5480Β/29.09.2010, 5481Β/29.09.2010, 5482Β/29.09.2010, 5483Β/29.09.2010, 5484Β/29.09.2010, 5485Β/29.09.2010, 5486Β/29.09.2010, 5487Β/29.09.2010, 5488Β/29.09.2010, 5489Β/29.09.2010, 5490Β/29.09.2010, 5491 Β/29.09.2010, 5492Β/29.09.2010, 5496Β/04.10.2010, 5502Β/04.10.2010, 5499Β/04.10.2010, 5501Β/04.10.2010, 5503Β/04.10.2010, 5497Β/04.10.2010, 5500Β/04.10.2010, 5515Β/04.10.2010, 5504Β/04.110.2010, 5505Β/04.10.2010, 5498Β/04.10.2010, 5506Β/04.10.2010, 5507Β/04.10.2010, 5508Β/04.10.2010, 5509Β/04.10.2010, 5510Β/04.10.2010, 5511Β/04.10.2010, 5512Β/04.10.2010, 5513Β/04.10.2010, 5514Β/04.10.2010, 5481Β/30.09.2010, 5480Β/30.09.2010, 5486Β/30.09.2010, 5485Β/30.09.2010, 5484Β/30.09.2010, 5488Β/30.09.2010, 5487Β/30.09.2010, 5490Β/30.09.2010, 5489Β/30.09.2010, 5491Β/30.09.2010, 5492Β/30.09.2010, 5482Β/30.09.2010, 5483Β/30.09.2010, 5476Β/30.09.2010, 5477Β/30.09.2010, 5478Β/30.09.2010, 5475Β/30.09.2010, 5474Β/30.09.2010, 5479Β/30.09.2010, 5493Β/30.09.2010, 5748Β/19.10.2010, 5749Β/19.10.2010, 5750Β/19.10.2010, 5751 Β/19.10.2010, 5752Β/19.10.2010, 5753Β/19.10.2010, 5754Β/19.10.2010, 5755Β/19.10.2010, 5756Β/19.10.2010, 5757Β/19.10.2010, 5758Β/19.10.2010, 5759Β/19.10.2010, 5760Β/19.10.2010, 5761Β/19.10.2010, 5762Β/19.10.2010, 5763Β/19.10.2010, 5764Β/19.10.2010, 5765Β/19.10.2010, 5766Β/19.10.2010, 5767Β/19.10.2010, 5848Β/25.10.2010, 5847Β/25.10.2010, 5846Β/25.10.2010, 5845Β/25.10.2010, 5844Β/25.10.2010, 5843Β/25.10.2010, 5842Β/25.10.2010, 5841Β/25.10.2010, 5840Β/25.10.2010, 5839Β/25.10.2010, 5838Β/25.10.2010, 5837Β/25.10.2010, 5836Β/25.10.2010, 5835Β/25.10.2010, 5834Β/25.10.2010, 5833Β/25.10.2010, 5832Β/25.10.2010, 5831Β/25.10.2010, 5830Β/25.10.2010, 5829Β/25.10.2010, 5828Β/25.10.2010, 5827Β/25.10.2010, 5826Β/25.10.2010, 5825Β/25.10.2010, 5885Β/26.10.2010, 5886Β/26.10.2010εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
και τα υπ' αριθ. 2359/27-10-2010, 6825/27.10.2010 φύλλα των ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών "Ελεύθερη Ώρα" και "Ελεύθερος", προκύπτει ότι ακριβή κεκυρωμένα αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναιρέσεως επεδόθησαν στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρθρ.134 παρ.1, 135 παρ.1 ΚΠολΔ) και περίληψη αυτής δημοσιεύθηκε στις ανωτέρω εφημερίδες, για τους κάτωθι, φερομένους αγνώστους διαμονής, εκ των αναιρεσιβλήτων Γ.
Κ. του Ν., Β. συζ. Γ. Β., Ν. Θ. του Α., Α. Μ. του Γ., Σ. Σ. του Κ., Ά. Δ. του Χ., Σ. Σ. του Κ., Σ. Ν. Π., Α. συζ. Ν. Π., Ξ. Π., Δ. Χ. του Θ., Α. Κ. του Γ., Κ. Κ. του Χ., Χ. Μ. του Θ., Γ. Α. του Α., Σ. Α. του Γ., Ι. Π. του Α., Κ. Λ. του Α., Γ. Π. του Π., Η. Σ. του Α., Π. Σ. του Α., Κ. Χ. του Ι., Γ. Μ. του Κ., Θ. Γ. του Η., Σ. Ν. του Ν., Σ. Π. του Α., Χ. Π. του Α., Ι. Γ. του Κ., Β. Σ. του Π., Α.
Γ. του Γ., Σ. Σ. του Α., Λ. Χ. του Σ., Σ. Π. του Κ., Θ. Γ. του Κ., Β. Δ. του Η., Λ. Θ. του Θ., Σ. Λ. του Ε., Χ. Σ. του Μ., Α. Α. του Δ., Ε. Β. του Θ., Α. Θ. του Γ., Θ. Α. του Ι., Α. Γ. του Σ., Μ. Λ. του Ν., Η. Σ. του Ν., Κ. Δ. του Χ., Ν. Τ. του Σ., Α. Υ. του Ι., Γ. Ε. του Γ., Σ. συζ. Χ. Σ., Γ. Μ. του Η., Σ. Σ. του Γ., Κ. Χ. του Μ., Η. Ν. του Β., Β. συζ. Η. Ν., Σ. Α. του Β., Σ. συζ. Χ.
Σ., Δ. Ν. του Α., Χ. Γ. του Ι., Σ. Α. του Β., Σ. Α. του Α., Α. Χ. του Γ., Θ. Χ. του Γ., Χ. Χ. του Χ., Χ. Ι., Δ. Δ. του Γ., Ε. Χ. του Χ., Δ. Μ. του Η., Π. Π. του Ι., Α. Π. του Α., Β. Κ. του Γ., Δ. Π. του Γ., Μ. Γ. του Ν., Δ. Σ. του Η., Ν. Γ. του Σ., Ι. Τ. του Κ., Ι. Π. του Σ., Π. Α. του Θ., Θ. Κ. του Π., Μ. Χ. του Ι., Γ. Π. του Α., Γ. Σ. του Α., Γ. εργοστάσιο μαρμάρων, Π. Α. του Κ., Γ.
Α. του Ε., Ε. Σ. του Γ., Β. συζ. Γ. Γ., Θ. Μ. του Ι., Θ. Δ. του Π., Σ. Μ. του Β., Γ. Α. του Χ., Ε. Κ. του Π., Ζ. Σ. του Γ., Θ. Κ. του Π., Χ. Λ. του Ν., Α. Δ. του Χ., Μ. Π. του Α., Φ. Π. του Ι., Θ. Α. του Σ., Ι. Γ. του Κ., Χ. Κ. του Δ., Α. Μ. του Ι., Γ. Σ. του Κ., Α. Σ. του Κ., Χ. Χ. του Ι., Μ. Π. του Κ., Β. Π. του Κ., Ι. Δ. του Γ., Ν. Λ. Μ. του Σ., Κ. Γ. του Ι., Α. Γ. του Γ., Μ. χήρα Μ.
Α., Σ.- Σ. του Ξ., Ε. Γ. του Α., Γ. Ο. του Β., Κ. Μ. του Π., Β. Δ. του Κ., Ι. Τ. του Κ., Γ. Γ. του Κ., Τ. Ν. του Ε., Σ. Π. - Γ., Ι. συζ. Δ. Π., Σ. συζ. Γ. Σ., Χ. Γ. του Κ., Γ. Π. του Ν., Ν. Σ. του Γ., Χ. Μ. - Κ., Ι. Π. του Α., Σ. Γ. του Κ., Κ. Γ. του Κ., Α. Δ. - Π., Ε. συζ. Ν. Δ. - Α. το γένος Θ., Χ. Χ. του Α., Δ. Λ. του Χ., Α. Θ. του Π., Μ. Δ. του Σ., Α. Μ. του Γ., Σ. Σ. του Ε., Χ. Δ. του Θ., Π.
Μ. του Κ., Δ. Θ. του Α., Β. Γ. του Γ., Ν. Α. του Π., Α. Β. ή Β. του Ι., Α. Μ. του Δ., Π. Γ. του Σ., Ε. Μ. του Α., Α. Γ. του Α., Ό. συζ. Η. Π., Α. Γ. Λ. συζ. Κ. Σ., Ι. Σ. του Γ., Π. Γ. του Ν., Μ. Γ. του Ν., Ε. Π. του Α., Π. Λ. του Γ., Χ. Κ. του Α., Σ. Σ. του Γ., Ν. Π. του Κ., Α. συζ. Χ. Μ., το γένος Π., Ι. Χ. του Χ. Π. Σ. του Γ., Α. Γ. του Ν., Χ. Κ. του Δ., Γ. Η. του Φ., Α. Δ. του Ν., Δ.
Δ. του Α., αντίστοιχα. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθ. 9434ΣΤ/2010, 9071ΣΤ/2010, 9070ΣΤ/2010, 5804Β/2010, 5805Β/2010, 5806Β/2010, 5779Β/2010, 5771Β/2010, 5772Β/2010, 5770Β/2010, 5763Β/2010, 5780Β/2010, 5650Β/2010, 5651Β/2010, 5649Β/2010, 5648Β/2010, 5646Β/2010, 9209ΣΤ/2010, 9208ΣΤ/2010, 9207ΣΤ/2010, 5780Β/2010, εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και ... και την συνοδεύουσα κάθε μία από αυτές απόδειξη συστημένης επιστολής των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛ.ΤΑ) (Γραφείο Αιόλου 100-Αθήνα), προκύπτει ότι, συνεπεία μη ανευρέσεως των ιδίων, συγγενών ή συνοίκων τους, εκ των κάτωθι αναιρεσιβλήτων, έγινε θυροκόλληση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, καθώς και παράδοση αντιγράφου αυτής στο αρμόδιο όργανο του οικείου Αστυνομικού Τμήματος (αρθρ. 128 παρ.1-4 ΚΠολΔ), ήτοι τους Α.
Α., Α. Σ., Δ. Μ., Μ. Δ., Α. Κ., Γ. Μ., Α. χα Σ. Ο., Ι. Θ., Ι. Θ., Σ. Φ., Σ. Φ., Α. Γ., Χ. Π., Σ. χα Π.Π., Σ. χα Χ. Π., Χ. Π., Γ. Π., Ν. Γ., Χ. Γ., Δ. Β. και "LOBBE T. AE", αντίστοιχα. Τέλος, από τις υπ' αριθ. 2920ΣΤ/9-9-2010, 2922ΣΤ/9-9-2010, 2905ΣΤ/9-9-2010, 5663Β/13-10-2010, 5463Β/28-9-2010, 5426Β/2010, 5652/13-10-2010, 5653Β/13-10-2010, 5654Β/13-10-2010, 5655Β/13-10-2010, 5664Β/13-10-2010, 5659Β/13-10-2010, 3799ΣΤ/9-11-2010, 5906Β/2010, 5905Β/2010, 5904Β/2010, 5803Β/2010, 9062ΣΤ/2010, 9061ΣΤ/2010, 5627Β/2010, 5626Β/2010, 5428Β/2010, 5628Β/2010, 5427Β/2010, 5629Β/2010, 5429Β/2010, 3557ΣΤ/2010, 5802Β/2010, 5801Β/2010, 5799Β/2010, 5798Β/2010, 5797Β/2010, 5792Β/2010, 5791Β/2010, 5790Β/2010, 5789Β/2010, 5788Β/2010, 5850Β/2010, 5787Β/2010, 5784Β/2010, 5783Β/2010, 5782Β/2010, 5781 Β/2010, 5777Β/2010, 5796Β/2010, 5795Β/2010, 5794Β/2010, 5793Β/2010, 5773Β/2010, 5774Β/2010, 5775Β/2010, 5661Β/2010, 5660Β/2010, 5658Β/2010, 5657Β/2010, 5656Β/2010, 5776Β/2010, 5732Β/2010, 5733Β/2010, 5731Β/2010, 5730Β/2010, 5662Β/2010, 5462Β/2010, 3511ΣΤ/2010, 3615ΣΤ/2010, 9062ΣΤ/2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ...
και ..., προκύπτει ότι κεκυρωμένα αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναιρέσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επεδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους κάτωθι αναιρεσιβλήτους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ως άνω παριστάμενοι, ήτοι τους Γενικό Γραμ. Περ/ρειας Αττικής, Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, Υπουργό Οικονομικών, Α.
Π., Α. Π., Ε.Π.Ε. Γ., M. Γ., Γ. Θ. Β. Θ. Χ. Θ. Γ. Θ., Δ. Ν., Σ. Γ., Χ. Λ., Γ. Σ., Χ. Σ., Ε. Β., Ε. Π., Π. Λ., Ι. Δ., Α. Δ., Ε. Μ., Σ. Π., Θ. Π., Π., Α. Σ., A. S., Ε. Ν., Α. Χ., M. Κ., Γ. Σ., Ε. Λ., Δ. Ζ., Π. Κ., Π. Μ., Π. Π., Σ. Μ., Ι. Π., Ε. Π., Δ. Δ., Ε. Α., Ά. Μ., Ι. Μ., Ι. Μ., Ε. Β., Σ. Α., Α. Δ., Δ. Ν., Α. Μ., Κ. Κ., Β. Κ., Φ. Β., Ι. Σ., M. Ν., Κ. Γ., Σ. Γ., Γ. Π., Χ. Β., Ε. Ν., Ν. Ν., Β. Π., Γ. Α., Σ. Π., Π. Ο.Ε., Ι. Ο., Κ.
Π., Δ. Λ., αντίστοιχα. Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου εκ του συνόλου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο (28-1-2011), κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε το πρώτον για την 4-11-2011, εν συνεχεία για την 9-11-2012 και τέλος για την παρούσα ως άνω δικάσιμο (17-5-2013), παρέστησαν οι α)υπ' αριθ. 11-227-228-229-230-231, β)υπ' αριθ. 48-91-164-200-202-204-215-232-235-236-238-239-240-253-254-255, γ)η υπ' αριθ. 90, δια των πληρεξουσίων των δικηγόρων και δ)ο υπ' αριθ. 240, υπό τις ιδιότητες που παρίστανται, μετά της πληρεξουσίας του δικηγόρου, ο οποίος μετά του υπ' αριθ. 243 αρχικού αναιρεσιβλήτου επέσπευσαν τη συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατόπιν τούτου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου παρά την απουσία των ως άνω νομίμως κλητευθέντων και απολειπομένων αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, ΚΑΑΑ), προκειμένου να προσδιοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδος και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, να ζητήσει από το αρμόδιο Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το μεγαλύτερο αυτής μέρος, τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης (παρ.1-2).
Ο πρόεδρος του Εφετείου ορίζει δικάσιμο, σε χρόνο όχι βραχύτερο των τριάντα (30) ημερών ούτε βραδύτερο των σαράντα (40) ημερών, από την κατάθεση της αίτησης στη γραμματεία του Εφετείου, η δε αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (παρ.3).
Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι στη βούληση του νομοθέτη με τη νέα ρύθμιση είναι, να περιοριστούν τα απαράδεκτα, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν κατατεθεί η αίτηση στο αρμόδιο Εφετείο εντός των ανωτέρω αποκλειστικών προθεσμιών και δεν κοινοποιηθεί σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο Εφετών δικάσιμο.
Με τη νέα αυτή διάταξη που απηχεί τα ισχύοντα επί διοικητικών διαφορών για την απεμπλοκή των διαδίκων από τα δικονομικά απαράδεκτα, αποσυνδέθηκε η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης εντός εξαμήνου και αρκεί μόνη η κατάθεση της εντός αυτής της προθεσμίας, ολοκληρώνεται δε η "άσκηση" της, η οποία στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου περιλαμβάνει και την επίδοση, και την κοινοποίηση της αίτησης στην προθεσμία των δέκα πέντε (15) ημερών πρίν από την ορισθείσα δικάσιμο.
Αν δε χωρήσει επίδοση εντός του τελευταίου αυτού χρονικού ορίου, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η προσδιορισθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο τιμή μονάδος καθίσταται οριστική. Η νέα αυτή ρύθμιση προσιδιάζει και προς τη φύση της αιτήσεως για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος, η οποία, χωρίς να έχει την έννοια και τη φύση ενδίκου μέσου, οδηγεί στην επανεξέταση της υποθέσεως από το Εφετείο για το διάδικο εκείνο που δεν αποδέχεται την προσδιορισθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο προσωρινή τιμή μονάδος και τη βούληση του αυτή εκδηλώνει με την εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης στο Εφετείο (ΑΠ (Ολ) 32/2007, ΑΠ 485/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα που παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι η από 20-3-2006 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της εκ των αναιρεσιβλήτων Κ. συζ. Σ. Γ. (235) και ακόμη ετέρων δώδεκα (12) αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε η ανωτέρω αναιρεσίβλητη τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και των επικειμένων της υπ' αριθ. 211 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, ήταν απαράδεκτη ως μη ασκηθείσα εμπροθέσμως ήτοι εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που προσδιόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, καθόσον η υπ' αριθ. 1756/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δημοσιεύθηκε στις 26.9.2005, η ως άνω αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου στις 23.3.2006 και επιδόθηκε στις 29.3.2006.
Για το λόγο αυτό εκτίμησε την αίτηση αυτή ως αντίθετη αίτηση (ανταίτηση), σε σχέση με την από 14-3-2006 συνεκδικασθείσα εμπρόθεσμη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία δεν ζητείτο ο προσδιορισμός της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και για τα επικείμενα της υπ' αριθ. 211 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, ως κατατεθείσα με τις προτάσεις προ πέντε (5) ημερών από τη συζήτηση.
Την αίτηση (ανταίτηση) αυτή εξέτασε ως προς τα αιτήματα του προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το έδαφος και τα επικείμενα και της ως άνω υπ' αριθ. 211 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της ανωτέρω αναιρεσίβλητης και προσδιόρισε οριστική τιμή και για αυτά (επικείμενα). Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το μεν αποδεικτικό πόρισμα που συνδέεται αιτιωδώς με το διατακτικό είναι ορθό, διότι περιέχει όλα εκείνα τα περιστατικά που είναι νομικώς αναγκαία για την υπαγωγή στις ανωτέρω διατάξεις που έπρεπε να εφαρμοστούν, το δε αιτιολογικό (μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού) είναι εσφαλμένο γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθεί με τις ως άνω διατάξεις, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα της ανωτέρω αναιρεσίβλητης (235) για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα επικείμενα της υπ' αριθ. 211 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού), καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια (ΑΠ 896/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των ανωτέρω ο δεύτερος υπό στοιχ.α' από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 13 παρ.1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ένεκα ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, σχετικά με το λόγο αυτό, αφορούν την υπό του δικάσαντος Εφετείου ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα οι προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν στοιχεία, που το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως.
Ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ (Ολ) 3/1997, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1182/2010, ΑΠ 517/2010).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον αποτελούντα πράγμα ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 1080/2009, ΑΠ 1731/2008), γεγονός το οποίο συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 1731/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο υπό στοιχ.β' λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του που αφορούσε τα τεχνικά χαρακτηριστικά των επικειμένων της υπ' αριθ. 211 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, στον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ζητούσε η υπ' αριθ. 235 εκ των αναιρεσιβλήτων.
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποτελεί "πράγμα", βάσει της ανωτέρω νομικής σκέψης, αλλά πραγματικά περιστατικά αντλούμενα από το ίδιο από την γενομένη, από αυτό, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων του. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 1 του Π.Δ. της 24- 4/31-5-1985 (ΦΕΚ 181/Δ) όπως η περ.α' της παρ.1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του Ν. 3212/2003 ορίζονται τα εξής: Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6.10.1978 π.δ/γμα (ΦΕΚ 538/Δ) ως ισχύει τροποποιούνται ως εξής: 1"α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα ω...
β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλειμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ. Ελάχιστο βάθος 50 μ. Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2 2.Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα:
α) ... β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.11.1962 ημέρα δημοσίευσης του από 24.10.62 β.δ/τος (ΦΕΚ 142 Δ' ).
Ελάχιστο πρόσωπο:10 μέτρα Ελάχιστο βάθος 15 μέτρα Ελάχιστο εμβαδόν 750μ2. ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 12.9964 ημέρα δημοσίευσης του από 21.7.1964 β.δ/τος (ΦΕΚ 141/Δ' ). Ελάχιστο πρόσωπο: 20 μέτρα Ελάχιστο βάθος 35 μέτρα Ελάχιστο εμβαδόν 1.200 μ2 γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.78 π.δ/τος (ΦΕΚ 538/Δ').
Ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα Ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα Ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ2 δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από τη 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσής του από 6.10.1978 π.δ/τος (ΦΕΚ 538/Δ) μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος ελάχιστο εμβαδόν 4000 μ2. Με τις ανωτέρω διατάξεις καθορίζονται οι όροι, που απαιτούνται για να είναι, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα τα εκτός ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών κείμενα γήπεδα (ΑΠ 2338/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριωμένο.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος (2001) και του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριωμένο τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το ακίνητο τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε προ της απαλλοτριώσεως, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, περί καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του απομένοντος τμήματος αυτού, να αποδεικνύεται σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, τους όρους δομήσεως και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση, τμήμα αυτού δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο.
Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε. (ΑΠ 70/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε επί αιτήσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών, περί προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων, το Εφετείο, σε σχέσει προς την αίτηση των υπ' αριθ. 242 και 243 ήδη, αρχικώς, αναιρεσιβλήτων, περί προσδιορισμού ιδιαιτέρας αποζημίωσης λόγω μειώσεως της αξίας του εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείναντος τμήματος εκ της υπ' αριθ. 39 ιδιοκτησίας τους, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ' αριθ. 1043978/4013/0010/29.5.2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕΧΩΔΕ) (ΦΕΚ Δ-558/5-6-2003) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την κατασκευή της Ε.Λ.Ελευσίνας - Σταυρού - Α.Δ.Σπάτων, τμήμα Α16 Χ.θ.5+500 έως Χ.Θ.10+500 Κορωπί - Α/Δ Σπάτων Μαρκόπουλο της οδού Π 36 Ν. (Χ.Θ.Ο+0.30-Ζ+580) στους Δήμους Παιανίας και Κρωπίας, εδαφική έκταση, μετά των επικειμένων της, στην οποία περιλαμβάνεται και τμήμα της, το οποίο αποτυπώνεται στο σχετικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα με αριθ. 39, με φερομένους ιδιοκτήτες τους Β.
και Φ. Ν. (242-243) αρχικώς αναιρεσίβλητους και ήδη πρώτο, υπό τις ιδιότητες που παρίσταται στην παρούσα δίκη (δι' εαυτόν και ως καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος πατρός του Φ.), αναιρεσίβλητο. Ότι η ως άνω ιδιοκτησία (39), εμβαδού 4.227,25 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση έκτασης 359.00 τ.μ. απομένει έκσταση 3.868,25 τ.μ., η οποία (συνολική έκταση) από άρτια και οικοδομήσιμη καθίσταται πλέον μη άρτια και οικοδομήσιμη και μειώνεται η αξία της εναπομένουσας έκτασης (3.868.25 τ.μ.) κατά ποσοστό 50%.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, για το εναπομείναν τμήμα των ως άνω υπ' αριθ. 39 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα αυτό, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, συνεπεία των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 13 παρ.4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως βασίμως αιτιάται, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και υπέπεσε στην από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και τούτο για να κρίνει, ότι μειώθηκε η αξία του εναπομείναντος τμήματος κατά ποσοστό 50% δεν διευκρινίζει, με τις ίδιες παραδοχές του:
α)τον χαρακτήρα του απαλλοτριουμένου ως αγροτικού ή αστικού και την κατά προορισμό χρήση του, β)τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής του ακινήτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, δηλαδή το ελάχιστο εμβαδόν, τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους, προσώπου σε οδό κ.λπ.) τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως του εν λόγω ακινήτου, γ)τις διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων της περιοχής, δ)τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) του ακινήτου προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, ε)τις δυνατότητες προσβάσεως που είχε το ένδικο ακίνητο προ της απαλλοτρίωσης και αυτές που διαθέτει μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, δηλαδή τη κατασκευασθείσα λεωφόρο, και ζ)τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες της ένδικης ιδιοκτησίας και συνακόλουθα στην μείωση της αγοραίας αξίας του.
Με την αόριστη παραδοχή, ότι μειουμένης της εκτάσεως κατά 359 τ.μ. από άρτια και οικοδομήσιμη καθίσταται μη άρτια και οικοδομήσιμη και μειώνεται η αξία της εναπομένουσας έκτασης (3.868,25 τ.μ.) κατά ποσοστό 50%, χωρίς καμία αναφορά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε κατά τις ισχύουσες διατάξεις τους όρους δομήσεως και ότι το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση τμήμα αυτού, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο, δεν δύναται να ελεγχθεί αν υφίσταντο ή όχι οι όροι των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να προσδιορίσει τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου των υπ' αριθ. 242-243 ήδη αρχικώς αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 50%, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει, όπως δεκτού γενομένου ως βασίμου του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο της μειώσεως της αξίας του εναπομείναντος τμήματος της υπ' αριθ. 39 ιδιοκτησίας, κατά ποσοστό 50%, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων, κατ' ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, πλην του, υπό τις ιδιότητες που παρίσταται, υπ' αριθ. 242 εξ αυτών, Β.
Ν., ο οποίος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (αρθρ. 176, 183, αρθρ.18 παρ.4 περ.γ' του Ν. 2882/2001, (ΚΑΑΑ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 8251/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση και κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει α) το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700), κατ' ομάδα, και β)τον, υπ' υπό τις ιδιότητες που παρίσταται, υπ' αριθ. 242 εκ των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ