Legislator Case Law & Legislation
1468/2012 AI generated

1468/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1468/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2936/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4142/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/10/2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1468/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν και η διάρκεια της ημερησίας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours irregular working hours deficit working hours weekly commuter allowance hourly wage monthly pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1468 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1468/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Μ. Κ. που διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ελευθέριο Καούτσκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Κ. ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθερίου Καούτσκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. Α. Μ. (M. A. A. B.) του Μ. Α. Μ. (M. A. B.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2936/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4142/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/10/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 27/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.

Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004). Με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως, αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιον τρόπο ή σε τέτοιον βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (βλ.

ΑΕΔ 2/1999, Ολ. ΣτΕ 3845/1997). Προς τις διατάξεις αυτές συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η "δίκαιη δίκη", που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αστικού χαρακτήρα, καθιερώνοντας την "δίκαιη δίκη" υπό την ευρύτερη έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, οι δε σχετικοί περιορισμοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του.

Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνον διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (Ολ.ΑΠ 21/2006). Εξάλλου, από τα άρθρα 670 και 671 του Κ.Πολ.Δ. με τα οποία ορίζεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών oι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα, ότι η συζήτηση πρέπει, όσο είναι δυνατό να τελειώνει σε μία δικάσιμο, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και ότι αν υπάρχει ανάγκη να γίνει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη το δικαστήριο ορίζει τα σχετικά με αυτές κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία αυτή δεν εκδίδεται απόφαση περί αποδείξεων και δεν τηρούνται οι διατάξεις περί αποδείξεων της τακτικής διαδικασίας.

Όμως, το δικαστήριο και κατά τη διαδικασία αυτή, δεν κρίνει χωρίς αποδείξεις, αλλά με τις αποδείξεις που πρέπει να προσκομισθούν κατά τη συζήτηση και ότι απόκειται στην κρίση του, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, αν θα θεωρήσει τις αποδείξεις αυτές επαρκείς ή αν θα διατάξει συμπληρωματικά αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, αυτοπρόσωπη εμφάνιση διαδίκων (245 Κ.Πολ.Δ.) ή επανάληψη συζητήσεως για την προσκόμιση κρίσιμου αποδεικτικού εγγράφου (254 Κ.Πολ.Δ.) κλπ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα τα οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει και ειδικότερα: α) τις ... και .../14.2.2008 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Συμβ/φου Πειραιώς Ιωάννας Κανελλοπούλου, β) το τηρούμενο από την πρώτη αναιρεσείουσα βιβλίο παρουσίας προσωπικού, γ) το 255/2007 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, δ) μηνιαίες αναλυτικές αποδείξεις πληρωμής μισθοδοσίας του αναιρεσιβλήτου και ε) το 418/27.6.2006 2007 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, βεβαιώνοντας (το Εφετείο) ότι τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίστηκαν και ότι η έκδοση της αποφάσεώς του χωρίς την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού που προσκόμισαν, στέρησε από τους αναιρεσείοντες το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα ακροάσεως, κατά παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντ/τος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Όπως όμως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν έλαβε τα έγγραφα αυτά υπόψη γιατί δεν προσκομίστηκαν, η βεβαίωση δε αυτή του Εφετείου αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, για παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, υπό την εκδοχή ότι με αυτόν γίνεται και επίκληση της προβλεπόμενης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ αναιρετικής πλημμέλειας, είναι αβάσιμος, γιατί όπως σημειώθηκε τα ως άνω έγγραφα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη βεβαίωση του Εφετείου, δεν προσκομίστηκαν. Τέλος, ο ίδιος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέταξε επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομιστούν τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία σύμφωνα με τη βεβαίωσή του δεν προσκομίστηκαν, είναι απαράδεκτος, καθόσον εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την ανωτέρω διαδικαστική πράξη και αν δεν την διατάξει δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερησίας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2,75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας (υπερωρίας) με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 αντίστοιχα ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001, μετά το Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου) Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο.

Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου (ΑΠ 101/2008, 338/2008). Τέλος, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός εάν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ.1 του ν.δ. 1037/1971, καθορίσθηκε σε οκτώ (8) ώρες (ΑΠ 419/2004).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν και η διάρκεια της ημερησίας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας.

Είναι όμως επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή τον μήνα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ' αρθρ. 561 του Κ.Πολ.Δ, ο Αρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, για τη θεμελίωση του αιτήματός του για την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, ισχυρίσθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2000 μέχρι 30-4-2007 εργάστηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ανειδίκευτος εργάτης στο εργοστάσιο καλτσοποιϊας, εσωρούχων και ετοίμων ενδυμάτων της πρώτης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ο δεύτερος αναιρεσείων είναι ομόρρυθμο μέλος υπό καθεστώς πενθήμερης (Δευτέρα-Παρασκευή) εβδομάδας 40 ωρών και κατά τις ώρες που αναφέρει από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί πλέον επί οκτώ ώρες κάθε Σάββατο.

Ζήτησε δε, εκτός των άλλων, τα αναφερόμενα ποσά για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης είναι επαρκώς ορισμένη και με την παράθεση των παραπάνω στοιχείων, που συνάγονται ευχερώς από την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου της, καθίσταται εφικτή η έρευνα περί της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό της εργασίας του μισθωτού ως υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και παράνομης υπερωρίας.

Ειδικότερα δε δεν επηρεάζεται η παραπάνω κρίση εκ της τυχόν συναρίθμησης και των ωρών που ασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τα Σάββατα, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες εκτίθενται στην αγωγή. Επομένως, δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ορισμένη κατά τα άνω την αγωγή και ο από το αρθρ 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, δεν είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α και β Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 18-6-2007 αγωγή του, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ζήτησε (σελ. 4,5 και 6 αγωγής, υπό τον τίτλο "ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΠΟΔΟΧΩΝ" και σελ. 2 αγωγής, στίχοι 7,8,9), μεταξύ άλλων και αμοιβή (διαφορές αποδοχών) για εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών και εργασία κατά τα Σάββατα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-4-2007 που εργάστηκε στο εργοστάσιο της πρώτης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας στη Ν.

Ιωνία Αττικής, συνολικού ύψους 12.452,92 ευρώ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα), για το χρονικό διάστημα από 15-9-2004 μέχρι 30-4-2007, εκτός των άλλων, και το ποσό των 442,30 ευρώ για διαφορές αποδοχών παρασχεθείσας εργασίας σε ημέρες Σαββάτου.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) εδικαιούτο να λάβει :"... Β) Για αποζηµίωση ακύρως παρασχεθείσης εργασίας σε ηµέρες Σαββάτου, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε η πρώτη των εφεσιβλήτων σε άλλο µισθωτό που θα απασχολούσε µε έγκυρη σύµβαση εργασίας κατά την εν λόγω ηµέρα, υπό τις ίδιες συνθήκες (ήτοι, σε ένα νόµιµο ηµεροµίσθιο ανειδίκευτου εργάτη επιχείρησης ιµατισµού, άγαµου και χωρίς προϋπηρεσία, βάσει των προαναφερόµενων ΣΣΕ και ΔΑ) και συγκεκριµένα:

α) από 15-9-2004 έως 31-12-2004 : 371,1 ευρώ (24,74 ευρώ νοµ. ηµεροµ. Χ 15 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 316,8 ευρώ (2,64 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 15 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 54,3 ευρώ, β) από 1-1-2005 έως 31-7-2005 : 783,68 ευρώ (25,28 νοµ. ηµεροµ. Χ 31 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 691,92 ευρώ (2,79 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 31 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 91,76 ευρώ, γ) από 21-8-2005 έως 30-9-2005: 126,4 ευρώ (25,28 νοµ.

ηµεροµ. Χ 5 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 111,6 ευρώ (2,79 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 5 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 14,8 ευρώ. δ) από 1-10- 2005 έως 31-12-2005: 353,5 ευρώ (25,28 νοµ. ηµεροµ. Χ 14 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 312,48 ευρώ (2,79 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 14 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 41,02 ευρώ. ε) από 1-1-2006 έως 12-1-2006: 53,90 ευρώ (26,95 ευρώ νοµ. ηµεροµ. Χ 2 Σάββατα).

Έναντι αυτών έλαβε 46,88 ευρώ (2,93 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 2 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 7,02 ευρώ. στ) από 6-3-2006 έως 31-7-2006 : 565,95 ευρώ (26,95 ευρώ νοµ. ηµεροµ. Χ 21 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 492,24 ευρώ (2,93 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 21 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 73,71 ευρώ. ζ) από 21-8-2006 έως 31- 8-2006: 26,95 ευρώ (26,95 νοµ. ηµεροµ. Χ 1 Σάββατο). Έναντι αυτών έλαβε 23,44 ευρώ (2,93 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 1 Σαβ.).

Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 3,51 ευρώ. η) από 1- 9- 2006 έως 31-12-2006: 500,58 ευρώ (27,81 νοµ. ηµεροµ. Χ 18 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 421,92 ευρώ (2,93 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 18 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 78,66 ευρώ. θ) από 1-1-2007 έως 30-4-2007 : 496,4 ευρώ (29,2 νοµ. ηµεροµ. Χ 17 Σάββατα). Έναντι αυτών έλαβε 418,88 ευρώ (3,08 ευρώ Χ 8 ωρ Χ 17 Σαβ.). Ήτοι οφειλόµενη διαφορά 77,52 ευρώ.

Συνολική διαφορά από την αιτία αυτή : 442,30 (54,3 + 91,76 + 14,8 + 41,02 + 7,02 + 73,71 + 3,51 + 78,66 + 77,52) ευρώ". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ούτε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι το νόμιμο ημερομίσθιο υπολόγισε σε ποσό κατώτερο του αναφερόμενου στην αγωγή, και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το παραπάνω άρθρο 559 αριθμ.9 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο κι όχι όταν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 Κ.Πολ.Δ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της δικαστικής ομολογίας η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη (άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔικ) και ως εκ τούτου έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, εκτός των άλλων, και τα εξής: "O εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) κατά το χρονικό διάστημα από 15-9-2004 έως και 30-4-2007, κατά το οποίο διαρκούσε η σύμβαση εργασίας του με την πρώτη των εφεσίβλητων και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, καίτοι υπαγόταν στο πενθήμερο σύστημα εργασίας, ως εργαζόμενος σε επιχείρηση ιματισμού με συλλογικό συμβατικό ωράριο 40 ωρών και νόμιμο ωράριο μέχρι την30-9-2005, 43 ωρών (βλ.

ανωτέρω ν. 2874/2000) και ακολούθως 45 ωρών (βλ. ν. 3385/2005), εν τούτοις υποχρεωνόταν από την τελευταία να απασχολείται στην επιχείρηση της πέραν του παραπάνω συμβατικού και νομίμου ωραρίου του. Συγκεκριμένα, απασχολείτο κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή της κάθε εβδομάδας, κατά τις ώρες από 08.00 έως 20.00, ήτοι επί 12 ώρες ημερησίως και 60 (12 ωρ Χ 5 ημ) ώρες εβδομαδιαίως, καθώς και κατά την ημέρα του Σαββάτου της κάθε εβδομάδας, ως έκτης ημέρας εργασίας, κατά τις ώρες από 07.00 έως και 15.00, ήτοι επί 8 ώρες ...

Οι μόνες ημέρες από το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, κατά τις οποίες δεν εργάσθηκε ο εκκαλών, ήταν από 1ηςέως 20ης Αυγούστου κάθε έτους, κατά τις οποίες το εργοστάσιο της εφεσίβλητης παρέμενε κλειστό λόγω θέρους, καθώς και οι ημέρες από 13-1-2006 έως 5-3-2006 κατά τις οποίες, όπως ομολογεί στην αγωγή του ο εκκαλών, απουσίασε για να μεταβεί στην πατρίδα του.

Ενόψει της ανωτέρω 60ωρης απασχόλησης του ανά πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, κατά το επίδικο (από 15-9-2004 έως 30-4-2007) χρονικό διάστημα, ο εκκαλών πραγματοποίησε τις ακόλουθες ανά είδος, ώρες εργασίας την εβδομάδα: Α) από 15-9-2004 έως 30-9-2005 (που ίσχυε και εφαρμοζόταν ο ανωτέρω Ν. 2874/2004) : 40 ώρες κανονικής εργασίας + 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας (41η έως και 43η) + 17 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας (44η έως και 60η) και Β ) από 1-10-2005 έως 30-4-2007 (που ισχύει και εφαρμόζεται ο Ν. 3385/2005, όπως τροποποίησε τον Ν. 2874/2000):

α) 40 ώρες κανονικής εργασίας + 5 ώρες υπερεργασίας (41η έως και 45η) + 15 ώρες παράνομης (κατ' εξαίρεση) υπερωρίας (46η έως και 60η). Έναντι των παραπάνω ωρών απασχόλησης του ο εκκαλών αμειβόταν από την εφεσίβλητη με τα ακόλουθα, ανά ώρα, ποσά: α) το έτος 2004 με 2,64 ευρώ, β) το έτος 2005, με 2,79 ευρώ, γ) το έτος 2006 με 2,93 ευρώ και δ) το 2007 με 3,08 ευρώ, ενώ δεν ελάμβανε προσαυξήσεις για τις πέραν του συμβατικού ωραρίου του πραγματοποιούμενες ώρες εργασίας.

Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα κατώτερα νόμιμα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη επιχείρηση ιματισμού, άγαμου και χωρίς προϋπηρεσία όπως ο εκκαλών, ανέρχονταν στα ακόλουθα ποσά: α) από 15-9-2004 έως 31-12-2004, βάσει της από 25-6-2004 ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοϋπαλλήλων στις επιχειρήσεις Ιματισμού, Πιλοποιίας, Στρωματοποιίας και Εφαπλωματοποιίας όλης της χώρας για το 2004" (πράξη Καταθ, Υπ.

Απασχ. και Κοιν. Προστ. 53/9-7-2004). η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 9-7-2004 (ΥΑ 13090/18-10-2004, βλ. ΔΕΝ 60, σελ. 1742) : βασικό ημερομίσθιο 24,74 ευρώ [και ωρομ. 3,71 (24,74 Χ 6 : 40) ευρώ], β) από 1-1-2005 έως 31-12-2005, βάσει της από 20-7-2005 ΣΣΕ ιδίου Κλάδου (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Προστ. 85/29-7-2005) η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 29-7-2005 (ΥΑ 12831/21-9-2005 - ΦΕΚ 1388 τ.Β της 7-10-2005 (ΔΕΝ 61, σ. 1486):

βασικό ημερομίσθιο 25,28 ευρώ [και ωρομίσθιο 3,79 (25,28 Χ 6 : 40) ευρώ], γ) από 1-1-2006 έως 31-8-2006, βάσει της από 11-7-2006 ΣΣΕ ιδίου Κλάδου (πράξη καταθ. Υπ. Απασχ. και Κοιν. Πρ. 89/20-7-2006), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 20-7-2006 (ΥΑ 12808/28-9-2005, βλ. ΔΕΝ 62, σ. 1440) : βασικό ημερομίσθιο 26,95 ευρώ [και ωρομ. 4,04 (26,95 Χ 6:40) ευρώ], δ) από 1-9-2006 έως 31-12-2006, βάσει της ίδιας ως άνω από 11-7-2006 ΣΣΕ:

βασικό ημερομίσθιο 27,81 ευρώ [και ωρομ. 4,17 (27,81 Χ 6: 40) ευρώ] και ε) από 1-1-007 έως 30-4-2007, βάσει της από 8-5-2007 ΣΣΕ ιδίου Κλάδου (πράξη καταθ. Υπ. Εργ. 38/18-5-2007): βασικό ημερομίσθιο 29,2 ευρώ [καιωρομ.4,38 (29,2 Χ 6 : 40) ευρώ]. Στη συνέχεια το Εφετείο υπολόγισε τις οφειλόμενες στον αναιρεσίβλητο Α) διαφορές αποδοχών συμβατικού ωραρίου, Β) διαφορές για αποζημίωση ακύρως παρασχεθείσας εργασίας σε ημέρες Σαββάτου, Γ) διαφορές για αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, Δ) διαφορές για αμοιβή υπερεργασίας και Ε) διαφορές για αμοιβή παράνομης υπερωριακής εργασίας, αφού αφαίρεσε το χρηματικό ποσό που αυτός έλαβε για κάθε επί μέρους αιτία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τις οποίες (διαφορές) και επιδίκασε.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της ομολογίας του αναιρεσίβλητου που περιέχεται στην αγωγή του, σχετικά με την καταβολή σ' αυτόν των αναφερομένων χρηματικών ποσών για αμοιβή της υπερωριακής εργασίας του.

Όμως, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στην αγωγή ομολογία του αναιρεσίβλητου περί καταβολής σ' αυτόν των χρηματικών ποσών που αναφέρει για αμοιβή της παρασχεθείσας υπερωριακής εργασίας κλπ, τα οποία και αφαίρεσε προκειμένου να υπολογίσει την οφειλόμενη σ' αυτόν διαφορά από την αιτία αυτή.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔικ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2010 αίτηση των 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε." και 2) Μ. Κ. για αναίρεση της 4142/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ