Legislator Case Law & Legislation
1468/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata violation, ruling procedural error lacks substantive law basis.

Case Number 1468/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting a set-off claim based on res judicata. The appellant argued the lower court violated procedural rules regarding the binding force of prior judgments, while the respondent maintained the dismissal was legally sound. The court ruled that the appeal failed because the alleged violation stemmed from a substantive law error rather than a procedural one, rendering the procedural argument inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 1 C.P.D.; Art. 559 no. 16 C.P.D.; Art. 904, 909 A.C.: An appeal based on a violation of procedural rules regarding res judicata is inadmissible if the underlying issue concerns the substantive application of laws on unjust enrichment or debt repayment.

Keywords

AI generated
res judicata violation substantive law error procedural inadmissibility set-off claim rejection unjust enrichment law second instance appeal civil procedure rules

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 no. 1 C.P.D.
Art. 559 no. 16 C.P.D.
Art. 904 A.C.
ac
Art. 909 A.C.
ac
Art. 178 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 7/2006
OL. AP 4/2006
OL. AP 18/1998
AP 261/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1468 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1468/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ανακαλώντας την από 30-09-2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ θυγατρός ... συζύγου ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Νάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1650/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1656/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου). Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-4-2009 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επι εφέσεων κατά των πρώτων αποφάσεων μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται καιοι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου

μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ'αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. γ' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) (αρθ. 219 ΚΠολΔ) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Ολ.

ΑΠ 22/2003). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν δηλαδή η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.

α του ΑΚ δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αίτιας) ανύπαρκτης, (εκτός άλλων) γιατί έληξε ή δεν επακολούθησε (ΑΠ 749/2008), χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) όπως η έλλειψη στοιχείων της αδικοπραξίας θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (Ολ ΑΠ 22/2003).

Παροχή δε για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανιστεί, εν όλω ή εν μέρει, με νέα απόφαση, συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 1626/2006) ή σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής, αν αυτή ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, μετά από άσκηση ενδίκου μέσου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για την ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 Α.Κ.

Αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στην ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (Ολ. Α.Π. 9/2010). Στην περίπτωση δε που ακυρώθηκε αμετάκλητα διαταγή πληρωμής που εκτελέσθηκε ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος από τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ (ανακοπής), εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση με βάση τον υστέρως αμετακλήτως ακυρωθέντα τίτλο, αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Α.Κ.

εφόσον η κατά τα ανωτέρω ζημιογόνος συμπεριφορά αυτού ήταν η υπαίτια, και ειδικότερα από πρόθεση, πολύ δε περισσότερο από πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 1457/2006). Η συνδρομή του πιο πάνω υποκειμενικού στοιχείου της υπαιτιότητας του παρανόμως ενεργήσαντος, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ενοχής του για την αποζημίωση του ζημιωθέντος από εκείνον ενάγοντος, συντρέχει ισοτίμως με τα λοιπά αντικειμενικά στοιχεία του παρανόμου, της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας (άρθ. 914,297, 298 του Α.Κ.), ώστε η κατ' ουσίαν ανυπαρξία των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν το στοιχείο αυτό, που αναιρεί την αντίστοιχη αγωγική αδικοπρακτική ευθύνη, αρκεί για τη θεμελίωση και κατ' ουσίαν ευδοκίμηση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσης, εάν ασκήθηκε επικουρικά και συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν από τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ.

και εκτίθενται στην αγωγή. Τέλος, για τη θεμελίωση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσης δεν απαιτείται να εκτίθεται στην αγωγή και ότι ο αιτούμενος πλουτισμός σώζεται γιατί αυτό συνιστά την εκ του άρθρου 909 ΑΚ καταλυτική ένσταση του δικαιώματος του ενάγοντος σε απόληψη του πλουτισμού, την οποία έχει δικαίωμα να προβάλει ο εναγόμενος (Ολ.ΑΠ 294/1981).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ'αρθ.561 παρ.2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της από 30-9-2004 αγωγής της αναιρεσίβλητης για την εκτίμηση του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου για νομική αοριστία της, προκύπτουν τα εξής: Με την αγωγή της αυτή η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι, σε εκτέλεση της 337/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατέβαλε στον αναιρεσείοντα το πόσο των 630.275 δραχμών (1.849,67 ευρώ), που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο που επιδικάσθηκε με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής για απαιτήσεις του τελευταίου από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης, τόκους επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου και έξοδα, ότι, στη συνέχεια, η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε αμετάκλητα, μετά την άσκηση από μέρους της ανακοπής, ότι από την σε βάρος της προηγηθείσα εκτέλεση προκλήθηκε σ' αυτή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, ισόποση ζημία και ότι ο εναγόμενος προέβη στην εκτέλεση τελώντας εν γνώσει της ανυπαρξίας της απαίτησης του.

Με βάση τα παραπάνω: 1) με την κύρια βάση της αγωγής της ζήτησε, κατ' άρθρο 940 παρ. 2 ΚΠολΔ, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας της, το καταβληθέν από αυτή ποσό των 1.849,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, 2) με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής της ζήτησε, κατ' άρθρ.914 ΚΠολΔ, την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάστασης και 3) με τη δεύτερη επικουρική αγωγική βάση ζήτησε, κατ' άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, το παραπάνω ποσό, επικαλούμενη ότι ο εναγόμενος πλούτισε σε βάρος της αδικαιολόγητα με την από μέρους της καταβολή του αναφερόμενου ποσού, σε εκτέλεση της διαταγής πληρωμής που ακυρώθηκε αμετάκλητα, συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε επί έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθ.1650/2006 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού έκρινε ότι η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ήταν ορισμένη και νόμιμη από τη διάταξη του αρθ.940 παρ.2 του ΚΠολΔ, στη συνέχεια δικάζοντας επ'αυτής κατ'ουσία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί αντίθετα, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία περαιτέρω δε έκρινε ως νομικά αβάσιμη την πρώτη επικουρική βάση της ίδιας αγωγής από τη διάταξη του αρθ.914 του ΚΠολΔ, με μη προσβαλλόμενες αναιρετικά διατάξεις.

Περαιτέρω, η δεύτερη, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικουρική βάση της αγωγής, με το παραπάνω αναφερόμενο περιεχόμενο, είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 Α.Κ., αφού το δικόγραφο της αγωγής περιέχει τα στοιχεία του αδικαιολογήτου πλουτισμού από παροχή για αιτία που έληξε, ανεξάρτητα από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της από την αναιρεσείουσα ως παροχής για αιτία ανύπαρκτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη.

Επίσης, μεταξύ των άλλων αναγκαίων στοιχείων, αναφέρεται η δόση ορισμένης παροχής, ήτοι το ποσό των 1.849,67 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της αμετακλήτως ακυρωθείσας διαταγής πληρωμής, χωρίς να απαιτείται, στην προκείμενη περίπτωση που η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε στο σύνολο της, η εξειδίκευση των επιμέρους ποσών που δόθηκαν.

Επιπλέον δε, τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι σαφώς εν μέρει διάφορα εκείνων επί των οποίων στηρίζεται η κύρια, κατ' άρθρο 940 παρ. 2 ΚΠολΔ, βάση της αγωγής, αφού για τη νομιμότητα της βάσης εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν απαιτείται το στοιχείο του δόλου του εναγομένου που κρίθηκε κατ' ουσίαν αβάσιμο κατά την έρευνα της κύριας βάσης της αγωγής.

Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής είναι νομικά ορισμένη και στη συνέχεια κατά παραδοχή αντίστοιχου λόγου της έφεσης της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνουσα πρωτόδικη απόφαση, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του αρθ.904 παρ.1 του ΑΚ.

Εξάλλου, για το νομικό ορισμένο της ίδιας αγωγής, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση πραγματικών περιστατικών εφαρμογής της διάταξης του αρθ.909 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του αρθ.560 του ΚΠολΔ, που αφορούν παραβίαση με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 904 και 909 του ΑΚ, κρίνονται αβάσιμα γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθ.559 αριθ.16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη όμως αυτή κατά την επόμενη διάταξη του αρθ.560 δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου και σε εκείνες που εκδόθηκαν κατ' έφεση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη του αριθ.1 του αρθ.559 του ΚΠολΔ και εφαρμόζεται και στις υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου κατ'αρθ.560 του ΚΠολΔ ιδρύεται στην περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν παραβιάστηκε δικονομικός κανόνας δικαίου όπως οι διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 325 του ΚΠολΔ η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 16 του αρθ.559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 261/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.1656/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεση κατά της υπ'αριθ.1650/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης με ανταπαίτηση του (αναιρεσείοντος) από καταβολή συμπληρωματικού φόρου 3% επί του μισθώματος με το ακόλουθο αιτιολογικό: "ως κατ'ουσίαν αβάσιμη λόγω δεδικασμένου προκύπτοντος από την υπ'αριθ.489/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαρίσης που εκδόθηκε επι έφεσης στη δίκη αποκοπής της αναιρεσίβλητης κατά της 337/1998 Δ/γης πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, και με την οποία εφετειακή απόφαση κρίθηκε η ανυπαρξία της απαίτησης του αναιρεσείοντος για την καταβολή συμπληρωματικού φόρου 3% επί του μισθώματος για το πρώτο έως το έκτος έτος της μίσθωσης".

Ενόψει αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας (Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον κατ'έφεση) παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ περί της ισχύος της έκτασης του δεδικασμένου που είναι δικονομικού δικαίου, καθώς και τα άρθρα 361 και 440 του ΑΚ, που δεν εφαρμόσθηκαν όμως στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη, ενόψει των αιτιάσεων του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου και των ουσιαστικών απορριπτικών παραδοχών της προσβαλλόμενης, που στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην ύπαρξη προηγηθέντος δεσμευτικού δεδικασμένου, κρίνεται απαράδεκτος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθ. 178 και 183 του ΚΠολΔ) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 1656/2009 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ