Legislator Case Law & Legislation
1468/2009 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company appeal against traffic court verdict regarding motorcycle accident liability.

Case Number 1468/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment in a traffic accident case involving a motorcycle and a car. The court found the lower court's reasoning regarding the driver's excessive speed and violation of traffic rules to be clear, complete, and free from errors. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the legal costs of the represented plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's decision is not subject to appeal if its reasoning regarding the application of traffic laws is clear, complete, and sufficiently detailed to allow for appellate review.

Keywords

AI generated
appeal dismissal traffic accident liability excessive speed violation code of civil procedure legal costs award motorcycle collision judicial reasoning review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2) of the Code of Civil Procedure
Article 26(1) of the Road Traffic Code
Article 16(5) of the Road Traffic Code
Article 5(8a) of the Road Traffic Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1468 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1468/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, 2) Χ1Β συζύγου Χ1, 3) Χ2 κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 4) Χ3, 5) Χ4, 6) Χ5 κατοίκων..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Χριστοπούλου και κατέθεσε προτάσεις, 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πρασιανάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2000 αγωγή των υπό στοιχεία 8-11 ήδη αναιρεσιβλήτων, τις από 7/12/2000 και 4/1/2001 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 8/1/2001 αγωγή του 7ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/11/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 5/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-9-2008, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους τέταρτο, πέμπτο και έκτο αναιρεσιβλήτους Χ3, Χ4 και Χ5. Όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ ο διάδικος, που νίκησε έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο αν έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να επικαλείται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων και παρεπιμπτόντως εναγομένων Χ1 και Χ2 (πρώτου και τρίτου), οι οποίοι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ηττήθηκαν με την παραδοχή της από 4.1.2001 παρεμπίπτουσας αγωγής, που άσκησε κατ' αυτών η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση της αναίρεσης κατά των ηττηθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων - παρεμπιπτόντως εναγομένων.

ΙΙ. Από τα άρθρα 2, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" προκύπτει, ότι το πρόσωπο, στο οποίο προξενήθηκε ζημία από αυτοκίνητο, έχει τη δική του ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του ασφαλιστή για την αποκατάστασή της, μέχρι το ποσό της ασφαλιστικής συμβάσεως και, αντιστοίχως, ο ασφαλιστής, ο οποίος με ασφαλιστική, κατά τον παραπάνω νόμο, σύμβαση, κάλυψε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου ή του κατόχου από αυτοκίνητο, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία αυτή, χωρίς να μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση και ειδικότερα την ένσταση, ότι για οποιοδήποτε λόγο η ζημία, που προκλήθηκε, δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία ο ασφαλιστής, επειδή δεν είχε το δικαίωμα να προβάλει κατά του ζημιωθέντος την ένσταση, που απέρρεε από την ασφαλιστική σύμβαση, αποκατέστησε τη ζημία του, χωρίς να έχει, απ' αυτή, τέτοια υποχρέωση έναντι του ασφαλισμένου, έχει από το νόμο, δικαίωμα αναγωγής κατά του τελευταίου.

Αυτή στηρίζεται απλώς στο γεγονός, ότι, χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση από την ασφαλιστική σύμβαση, κατέβαλε στο ζημιωθέντα το ποσό της ζημίας του και, με τον τρόπο αυτό, ελευθέρωσε τον ασφαλισμένο από την ευθύνη εκείνου, υποκαθίσταται δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 488 Α.Κ., στα δικαιώματα του ζημιωθέντα και η απαίτηση του ιδίου κατά του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται από το νόμο αυτοδικαίως σ' αυτόν.

Με τον τρόπο αυτό ο ασφαλιστής αποκτά το δικαίωμα να στραφεί κατά του ασφαλισμένου και να απαιτήσει απ' αυτόν ό,τι εκείνος όφειλε και αυτός, εξαιτίας της ασφαλιστικής καλύψεως της ευθύνης του, κατέβαλε στο ζημιωθέντα. Ο ασφαλιστής μπορεί να ασκήσει την αξίωση αυτή δικαστικώς (άρθρο 69 παρ. 1 περ. ε' Κ.Πολ.Δ.) κατά του ασφαλισθέντος και πριν ακόμα από την καταβολή της αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 περ. 6 της Κ4-585/5.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, αποκλείονται της ασφαλίσεως οι ζημίες, που προξενούνται κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την προβλεπόμενη για την κατηγορία του οχήματος, άδεια οδηγήσεως. Η παραπάνω απόφαση, κατά τη διάταξή της αυτή, που επιβάλλει περιορισμό στην ασφαλιστική κάλυψη, βρίσκεται έξω από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε στον Υπουργό με το άρθρο 6 παρ. 6 ν. 489/1976, να καθορίζει, με απόφασή του, τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που καλύπτει την αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα, εφόσον με αυτή δεν καθορίζεται κάποιος τέτοιος όρος, αλλά επιβάλλεται κατά το νόμο αυτό περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντα.

Ο αποκλεισμός όμως της ευθύνης του ασφαλιστή, για το λόγο, που αναφέρεται στη διάταξη αυτή, όχι έναντι του ζημιωθέντος, αλλά έναντι του ασφαλισμένου, μπορεί εγκύρως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, που δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρεώσεώς του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να καλύψει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που έχει υποστεί ο τρίτος, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με παραπομπή της συμβάσεως στους όρους της παραπάνω αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, που έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 795 Α.Ε.

και ΕΠΕ της 8.4.1978. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο, συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, όντας εναγομένη με την από 7.12.2000 κύρια αγωγή των ... κ.λ.π. συγγενών του Θ1 ο οποίος θανατώθηκε στις 16.1.1999 κατά τη σύγκρουση της, οδηγούμενης χωρίς άδεια οδήγησης από τον τρίτο αναιρεσίβλητο και τότε ανήλικο Χ2 ασφαλισμένης σ' αυτήν, ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας με το ανασφάλιστο ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, επικαλούμενη όρο του υπ' αριθ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τον οποίο εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες, που προξενήθηκαν από οδηγό, ο οποίος δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, που οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδηγήσεως, άσκησε κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων την από 4.1.2001 και με αριθμό καταθέσεως 14/8.1.2001 παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, όπως παραδεκτά περιορίστηκε, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω παρεμπιπτόντως εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρον ό,τι αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει ως αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους κυρίως ενάγοντες.

Επίσης, η αναιρεσείουσα, με την από 4.1.2001 και με αριθμό καταθέσεως 13/8.1.2002 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά του οδηγού του ανασφάλιστου ... δικύκλου μοτοποδηλάτου και ανηλίκου κατά τον χρόνο του ατυχήματος Χ3 (τετάρτου αναιρεσιβλήτου), των γονέων του Χ4 και Χ5 και του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (λοιπών αναιρεσιβλήτων), ισχυρίστηκε ότι ο πιο πάνω οδηγός του μοτοποδήλατου ευθύνεται για το ατύχημα κατά ποσοστό 98%, γι' αυτό και ζήτησε με την ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή, που παραδεκτά περιόρισε, ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση των παραπάνω παρεμπιπτόντως εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρον το 98% του ποσού που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες ...

κλπ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή με τις πιο πάνω παρεμπίπτουσες αγωγές και την, επίσης, παρεμπίπτουσα αγωγή του κυρίως εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ κατά του τετάρτου, πέμπτου και έκτης των ήδη αναιρεσιβλήτων (κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγομένων Χ3, Χ4 και Χ5) δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή κατά των ανωτέρω, καθώς και κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ κατά των προαναφερθέντων παρεμπιπτόντως εναγομένων.

Αντίθετα, απέρριψε ως αόριστη την κύρια αγωγή κατά της αναιρεσείουσας και κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και κυρίως εναγομένων Χ1, Χ1Β και Χ2 και δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις υπ' αριθ. Καταθέσεως 13 και 14/2001 παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσείουσας. Όμως, στη συνέχεια, ύστερα από έφεση που άσκησαν οι κυρίως ενάγοντες και την από 7.7.2003 επικουρική έφεση, που άσκησε η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, το Εφετείο, κατά παραδοχή αυτών, εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη 188/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και, στην συνέχεια, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή κατά της κυρίως εναγομένης αναιρεσείουσας και των συνεναγομένων Χ1, Χ1Β και Χ2.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα απόφασή του δέχτηκε, επίσης, την υπ' αριθ. Καταθ. 14/8.1.2001 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Χ1 και Χ2 (ως προς την Φ1 αυτή απορρίφθηκε) και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτών να καταβάλουν στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα ό,τι αυτή αποδεδειγμένα θα καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες.

Αντίθετα, την υπ' αριθ. Καταθ. 13/8.1.2001 παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του οδηγού του ανασφαλίστου μοτοποδηλάτου Χ3 και κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ την απέρριψε με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε πρόωρα, διότι έκρινε ότι το δικαίωμα αναγωγής του ενός εκ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων προς αποζημίωση τρίτου κατά των λοιπών γεννάται μετά την καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης στον τρίτο.

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, κρίνοντας ότι το δικαίωμα του ασφαλιστή για αναγωγή γεννάται μετά την καταβολή της αποζημίωσης στον τρίτο.

Η αιτιολογία αυτή (υπό την έννοια της μείζονος προτάσεως δικανικού συλλογισμού) είναι πράγματι εσφαλμένη, αφού, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, ο ασφαλιστής μπορεί να ασκήσει την ως άνω αξίωσή του δικαστικώς, κατ' άρθρο 69 παρ. 1 περ. ε' ΚΠολΔ και πριν ακόμα από την καταβολή της αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα. Όμως, απορρίπτοντας το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την υπ' αριθ.

Καταθ. 13/8.1.2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των τετάρτου, πέμπτου, έκτου και εβδόμου αναιρεσιβλήτων (παρεμπιπτόντως εναγομένων Χ3, Χ4 και Χ5 και ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ) κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, αφού, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976 ο ασφαλιστής, βάσει της ασφαλιστικής συμβάσεως, ευθύνεται εις ολόκληρον με τον ασφαλισμένο, και στην περίπτωση που συντρέχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή, αυτός έχει δικαίωμα αναγωγής μόνο κατά των αναφερόμενων στο άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 προσώπων (οδηγού, αντισυμβαλλομένου και ασφαλισμένου).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελής και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ως άνω λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως πρόωρη, μη νόμιμη ή αόριστη.

IV. Όταν υπάρχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, ο πρώτος δύναται να μετακυλίσει στον δεύτερο τη ζημία του τρίτου, αφού ικανοποιηθεί ο τελευταίος. Δηλαδή έναντι του τρίτου δεν απαλλάσσεται ο ασφαλιστής και υπεισέρχεται στη θέση του ο ασφαλισμένος, ο οποίος κατά κανόνα ήδη ευθύνεται από την αδικοπραξία εις βάρος τρίτου.

Η μετακύλιση αυτή επιδιώκεται μέσω της αναγωγής. Η δυνατότητα αναγωγής, στις περιπτώσεις συνδρομής λόγου απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, θεμελιώνεται στην ίδια την ασφαλιστική σύμβαση, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976. Έτσι, όταν συντρέχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου (περ. 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ) ο πρώτος θα αναζητήσει τα πρόσωπα κατά των οποίων θα στρέψει την αναγωγή του, προκειμένου ν' αξιώσει από αυτά όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο.

Τα πρόσωπα αυτά θα αντληθούν από την παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν. 489/1976. Ως τοιαύτα πρόσωπα αναφέρονται από την τελευταία αυτή διάταξη ο οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος (λήπτης ασφαλίσεως) και ο ασφαλισμένος. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση ευθύνης του εποπτεύοντας τον ανήλικο απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων, ήτοι: 1) Ύπαρξη υποχρέωσης εποπτείας ανηλίκου, που πηγάζει από το νόμο ή σύμβαση.

Υπόχρεοι εποπτείας ανηλίκου από το νόμο είναι οι γονείς αυτού στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρο 1510, 1513, 1514, 1515 ΑΚ), οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον στην περίπτωση που ασκούν τη γονική μέριμνα από κοινού. 2) Υπαίτια παραμέληση της εποπτείας που έχει ανατεθεί στον εποπτεύοντα από το νόμο, η οποία τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον, 3) Παράνομη πρόκληση ζημίας από τον εποπτευόμενο σε τρίτο, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση μιας από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ αδικοπραξίες, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε πταίσμα του εποπτευομένου.

Και 4) ύπαρξη αιτιώδους συναφείας ανάμεσα στην παραμέληση της εποπτείας από τον εποπτεύοντα και στη ζημιογόνα συμπεριφορά του εποπτευομένου και στην εντεύθεν ζημία του τρίτου. Η συνάφεια αυτή τεκμαίρεται μαχητά σε περίπτωση, που ο εποπτευόμενος προκάλεσε παράνομα ζημία σε τρίτον. Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων σε βάρος του εποπτεύοντος γεννιέται ευθύνη αυτού για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ο εποπτευόμενος προξενεί σε τρίτο.

Εξάλλου με τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106 και 525 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της υποθέσεως, ύστερα από έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν η κυρία και η επικουρική βάση της αγωγής, απορρίπτει ολικά την αγωγή στην κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο και τις επικουρικώς σωρευόμενες βάσεις και αιτήσεις, έστω και αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει αυτές και σιωπηρώς τις απέρριψε.

Εάν δεν ενεργήσει έτσι, το Εφετείο αφήνει αδίκαστη αίτηση και δημιουργείται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προτείνεται στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, διότι η πλημμέλεια της απόφασης δεν υπήρξε κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 54/2005).

Όμως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι νόμιμο (ΑΠ 845/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στο Εφετείο αιτιάσεις από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πιο συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την παρεμπίπτουσα και με αριθμό καταθέσεως 14/8.1.2001 αγωγή της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Φ1, με την αιτιολογία ότι το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή σε περίπτωση εξαιρέσεώς του από την ασφαλιστική ευθύνη ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, (ιδιότητες που δεν είχε η ως άνω παρεμπιπτόντως εναγομένη) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη, καθώς και τη διάταξη των άρθρων 914 και 923 ΑΚ, αφού η ανωτέρω είναι υποχρεωμένη ν' αποζημιώσει τους κυρίως ενάγοντες, γιατί παραμέλησε την εποπτεία που είχε από το νόμο επί του ανηλίκου κατά το χρόνο του ατυχήματος και συνυπαιτίου γι' αυτό Χ2 (τρίτου αναιρεσιβλήτου).

Όμως, από την επισκόπηση της ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα το δικαίωμα αναγωγής της κατά της ως άνω αναιρεσίβλητης στήριξε αποκλειστικά και μόνο στην παράβαση όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως και, ως εκ τούτου, δικαίωμα αναγωγής είχε κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 μόνο κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού.

Αντίθετα, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν είχε καμιά από τις εν λόγω ιδιότητες. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη των ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή δεν υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η προαναφερθείσα πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, αποδίδει στο Εφετείο, την αιτίαση ότι μετά την παραδοχή της εφέσεώς της και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που δεν είχε ερευνήσει την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της, απέρριψε μεν την κύρια βάση της παρεμπίπτουσας αγωγής της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, παρέλειψε όμως να ερευνήσει τη σωρευθείσα επικουρική βάση της εν λόγω αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον αυτή (αναιρεσίβλητη), έχοντας υποχρέωση για αποζημίωση κατ' άρθρο 923 ΑΚ, θα καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας της.

Όμως, από την επισκόπηση της ως άνω παρεμπίπτουσας αγωγής, προκύπτει ότι η σωρευόμενη επικουρική βάση είναι εντελώς αόριστη, αφού η αναιρεσείουσα και παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά, που να θεμελιώνουν ευθύνη της ανωτέρω αναιρεσίβλητης κατ' άρθρο 923 ΑΚ. Κατά συνέπεια, εφόσον η προαναφερθείσα αίτηση της αναιρεσείουσας δεν υποβλήθηκε παραδεκτά, δεν ιδρύεται, στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν η ως άνω αιτίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού ο σχετικός αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή αόριστη.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προυπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 26/2004).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Το ... μοτοποδήλατο οδηγούμενο από τον τότε ανήλικο Χ3 (πρώτο εναγόμενο) εκινείτο στην επαρχιακή οδό ..., που ήταν διπλής κατευθύνσεως με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση στο μέσον του οδοστρώματος και κατά μήκος αυτού, έχοντας κατεύθυνση προς ....

Πίσω από το μοτοποδήλατο εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση μ' αυτό η ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον τότε ανήλικο Χ2 (τέταρτο εναγόμενο), στην οποία συνεπέβαινε και ο ανήλικος Θ1. Αμφότεροι οι οδηγοί των παραπάνω οχημάτων εστερούντο άδειας οδηγήσεως αυτών. Όταν το μοτοποδήλατο έφθασε στο σημείο όπου η επαρχιακή οδός ...

συμβάλλεται με ανώνυμη δημοτική οδό, ο οδηγός αυτού από αμέλεια, συνισταμένη στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, επιχείρησε στροφή αριστερά προκειμένου να εισέλθει στην ανώνυμη δημοτική οδό, χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατευθύνσεως (φλας) και επί πλέον επιχείρησε την εν λόγω στροφή τη στιγμή κατά την οποία ο οδηγός της ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας, που εκινείτο πίσω από το μοτοποδήλατό του, ετοιμάζονταν να τον προσπεράσει από τα αριστερά, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του προς .... Έτσι παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του μοτοποδηλάτου στο ύψος του πίσω τροχού, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί από τη θέση του ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας Θ1 ο οποίος κατά την πτώση του στο οδόστρωμα υπέστη βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του, στις ...

στο Νοσοκομείο Ηρακλείου Κρήτης, όπου νοσηλεύονταν. Με τις ως άνω ενέργειες και παραλείψεις του ο οδηγός του μοτοποδηλάτου παρέβη τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 21 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας(Ν. 2094/1992), που ίσχυε κατά τον χρόνο που έγινε το εν λόγω ατύχημα, σύμφωνα με τις οποίες ο οδηγός που προτίθεται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού που κινούνται πίσω του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν (παράγραφος 1) και ότι πριν από κάθε αλλαγή κατεύθυνσης ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης (παράγραφος 2).

Συνυπαίτιος όμως της εν λόγω σύγκρουσης και του συνεπεία αυτής θανάσιμου τραυματισμού του συνεπιβαίνοντος στην μοτοσικλέτα Θ1 υπήρξε και ο οδηγός της μοτοσικλέτας, καθόσον από αμέλεια συνισταμένη στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, ενώ επλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, ως είχε υποχρέωση να πράξει συμμορφούμενος με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αλλά κινούμενος με την υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε τα 80 χιλιόμετρα την ώρα και επί πλέον στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα και αριστερά της υπάρχουσας στο μέσο του οδοστρώματος και κατά μήκος αυτού διπλής διαχωριστικής γραμμής κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 8α του ιδίου Κώδικα, δεν μπόρεσε να διακόψει την πορεία του τη στιγμή κατά την οποία παρεμβάλλονταν σ' αυτή το μοτοποδήλατο, που εκτελούσε στροφή αριστερά και είχε προτεραιότητα διέλευσης από τον οδικό κόμβο, καθόσον η μοτοσικλέτα εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν... ...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίων αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, αφού αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν υπαιτιότητα για το ατύχημα του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα δίκυκλης μοτοσικλέτας.

Ειδικότερα, αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση ότι ο ανωτέρω οδηγός από αμέλειά του δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, παρότι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό Κόμβο, ότι εκινείτο με ανεπίτρεπτη για τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπερέβαινε τα 80 χ/μ και ότι επιχείρησε υπέρβαση προπορευομένου οχήματος εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παρά την ύπαρξη στο οδόστρωμα διπλής συνεχούς διαγράμμισης.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινισθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο του ατυχήματος όριο ταχύτητας, ούτε εάν το οδόστρωμα ήταν επικαλυμμένο με άσφαλτο ή εάν ήταν ολισθητό ή όχι, καθώς και αν κατά το χρόνο του ατυχήματος υπήρχε φως ημέρας ή επικρατούσε σκότος, αν υπήρχε ορατότητα ή όχι και αν τα οχήματα είχαν φώτα.

Εξάλλου, οι λοιπές αιτιάσεις που προσάπτονται στο Εφετείο αφορούν την οδηγητική συμπεριφορά του άλλου συνυπαιτίου οδηγού και ως, εκ τούτου, αλυσιτελώς προβάλλονται από την αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος κατά ένα μέρος ως αβάσιμος και κατά το άλλο μέρος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της 67/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει, λόγω της χωριστής νομικής εκπροσώπησής τους, για τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους (Χ1, Χ1Β και Χ2) σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ, για το έβδομο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ και για τους τέσσερις τελευταίους αναιρεσιβλήτους επίσης, σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ