Legislator Case Law & Legislation
1468/2007 AI generated

1468/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1468/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1468/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ......., η οποία αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο, που σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ελέγχεται για την έρευνα λόγω αναιρέσεως που στηρίζεται σ' αυτό, η κλήτευση της αναιρεσείουσας δεν έγινε κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής, αλλά εγκύρως, στη συνομολογούμενη απ' αυτήν ακριβή διεύθυνση των γραφείων της επί της οδού .......

Keywords

AI generated
publisher agreement employment relationship contract staff journalist access to files sponsorship contract independent gainful contractor
AI generated
2011/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 395/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2011 αίτησή της.
282/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
777/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
1097/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18/11/2005 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1542/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2082/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21/9/2009 αίτηση της, επί της οποίας εκδόθηκε η 810/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 20/9/2012 κλήση του.
844/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1468 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1468/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΙΑΣΠΙΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1 , 2) Ψ2 , 3) Ψ3 , 4) Ψ4 , 5) Ψ5 και 6) Ψ6 . Οι 1ος, 2ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νίκα. Οι 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ξενικάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5510/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 23-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ου, 5ης και 6ης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι αυτή παρά το νόμο και ιδίως τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις δικάστηκε ερήμην κατά την εφετειακή δίκη, δεδομένου ότι η κλήτευσή της κατά τη συζήτηση της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου στη δικάσιμο της 21-9-2004 έγινε ακύρως κατά τις οριζόμενες στα άρθρα 134 και 135 ΚΠολΔ για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής διατυπώσεις (επίδοση στον Εισαγγελέα και δημοσίευση σε δύο εφημερίδες), μολονότι αυτή είχε γνωστή έδρα στην Αθήνα, όπου και τα επί της οδού ......γραφεία της.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος κατ' εκτίμηση εμπίπτει στον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και στους αριθμούς 14 και 19 του ίδιου άρθρου που αναφέρονται στο αναιρετήριο, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και είναι εντεύθεν αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από την αναφερόμενη σ' αυτή και επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα ......

έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ......., η οποία αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο, που σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ελέγχεται για την έρευνα λόγω αναιρέσεως που στηρίζεται σ' αυτό, η κλήτευση της αναιρεσείουσας δεν έγινε κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής, αλλά εγκύρως, στη συνομολογούμενη απ' αυτήν ακριβή διεύθυνση των γραφείων της επί της οδού .......

της Αθήνας, με επίδοση αντιγράφου της εφέσεως, με κλήση για συζήτηση, στον ευρισκόμενο στα ως άνω γραφεία της αρμόδιο κατά το καταστατικό της για την παραλαβή τέτοιων δικογράφων υπάλληλό της ......

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη από 17-2-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, λόγω μη αναφοράς σ' αυτή των στοιχείων που συνθέτουν μεταβίβαση, κατά την έννοια των άρθρων 479 ΑΚ, 2 παρ. 1 και 4 παρ.1 του Π.Δ/τος 178/2002, της ασκουμένης από την αρχική εργοδότρια πρώτη των εναγομένων επιχειρήσεως στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα.

Όμως στην αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, περιέχονται όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, αφού αναφέρεται σ' αυτή ότι κατά το τέλος του έτους 2002 η πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρία "Ελληνική Τυπογραφία Γενικών Εκδοτικών και Εμπορικών Επιχειρήσεων", η οποία είχε προσλάβει, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εξωτερικούς συντάκτες, τους αναιρεσίβλητους και ως οργανωμένη επιχείρηση εκδόσεως εφημερίδων εξέδιδε έως τότε τις εφημερίδες "....." και "....." μεταβίβασε την επιχείρησή της αυτή, στο σύνολό της ως οικονομική μονάδα, στην αναιρεσείουσα, η οποία τη διαδέχθηκε έκτοτε στην οικονομική της δραστηριότητα με τη συνέχιση της εκδόσεως, με το ίδιο τεχνικό προσωπικό και τίτλους, των ως άνω ίδιων εφημερίδων, υποκατασταθείσα έτσι, ως διάδοχός της, στις υποχρεώσεις της.

Επομένως, ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου, ο οποίος είχε προβληθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας και που εμπίπτει στη ρύθμιση των αριθμών 8 και 14 (και όχι και των αριθμών 1 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ τίθεται γενικός κανόνας με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά εισάγεται και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτή και ειδικότερα αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί και μάλιστα νομίμως, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, ο λόγος ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων παθητικά ανομιμοποίητη, ότι η έφεση αυτών αναιρεσιβλήτων ήταν αόριστη και ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την πρωτοδίκως προβληθείσα εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας (εναγομένης) δεν υπάγονται σε καμία από τις παραπάνω εξαιρέσεις και έτσι έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, η αοριστία της εφέσεως και η παρά το νόμο απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, για να στηρίξουν παραδεκτά προβαλλόμενους λόγους από το άρθρο 559 αριθμ.1,8 και 14 ΚΠολΔ, πρέπει να έχουν προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνακόλουθα, πρόταση των ως άνω ισχυρισμών δεν υπάρχει όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δικάσθηκε ερήμην (ΑΠ 111/1999). Επομένως, οι δεύτερος, τέταρτος, κατά την τρίτη αιτίασή του, και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, που εμπίπτουν ο δεύτερος στους αριθμούς 8 και 14 και οι λοιποί στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και στους αριθμούς 10 και 19 του ίδιου άρθρου, των οποίων μόνον ενάριθμα γίνεται επίκληση, με τους οποίους η μη παραστάσα αλλά δικασθείσα ερήμην κατά τη δευτεροβάθμια δίκη αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για τη μη απόρριψη της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων λόγω αοριστίας της, για τη μη απόρριψη της αγωγής αυτών για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεώς της και για την παρά το νόμο απόρριψη της πρωτοδίκως προβληθείσα απ' αυτή ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής είναι απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα τους εν λόγω ισχυρισμούς της δεν τους προέβαλε στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, στην οποία δικάσθηκε ερήμην, ούτε επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τους δύο τελευταίους απ' αυτούς τους είχε προβάλει κατά την πρωτόδικη δίκη, κατά την οποία είχε παραστεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολομ. ΑΠ 30/1995). Εξάλλου, η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας κάποιας υποθέσεως που υπαγόταν μεν στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την προβλεπόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αριθμ.5 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ούτε, πολύ περισσότερο, τους προβλεπόμενους στους αριθμούς 14 και 19 του ίδιου άρθρου λόγους αναιρέσεως (Ολομ.

ΑΠ 402/1981). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά τις πρώτη και δεύτερη αιτιάσεις του, με τον οποίο, υπό την επίκληση των αριθμών 5, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, καίτοι η υπόθεση υπαγόταν στην υλική αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, και επίσης ότι εσφαλμένα εκδίκασε την υπόθεση κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώ έπρεπε κατά νόμο να τη δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του ΒΔ 16/18-7-1920 και στο άρθρο 3 παρ.2 του ΠΔ 572/1988, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν.3514/1928.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του από 17-7-2001 ισχύοντος Π.Δ. 178/2002 ορίζεται ότι "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος" και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδαφ.

β του ίδιου Π.Δ/τος ορίζεται ότι "υπό την επιφύλαξη του προηγουμένου εδαφίου και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιάς οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας".

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη από τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις, που γεννώνται από της μεταβιβάσεως και εντεύθεν.

Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν, από 1-11-1993 ο πρώτος, από 1-7-1993 ο δεύτερος, από 1-1-1990 ο τρίτος, από 11-9-1993 ο τέταρτος, από 17-5-1989 η πέμπτη και από 1-7-1992 η έκτη απ' αυτούς ως εξωτερικοί συντάκτες από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Τυπογραφία Γενικών Εκδοτικών και Εμπορικών Επιχειρήσεων", η οποία εξέδιδε τις εφημερίδες "......" και "......." και απασχολήθηκαν σ' αυτή μέχρι το τέλος του έτους 2002, χωρίς όμως η εν λόγω πρώτη εναγομένη να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές που εδικαιούντο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ, αλλά μικρότερα ποσά και επομένως τους οφείλει τη διαφορά.

Η εν λόγω πρώτη εναγόμενη, η οποία διατηρούσε οργανωμένη επιχείρηση εκδόσεως εφημερίδων εξέδιδε μέχρι το τέλος του έτους 2002 τις ανωτέρω δύο εφημερίδες, έχοντας αποκτήσει το δικαίωμα αυτό δυνάμει σχετικής συμφωνίας με τον αποκλειστικό δικαιούχο των τίτλων ...... Τις εφημερίδες αυτές εξέδιδε η πρώτη εναγόμενη μέχρι το τέλος του έτους 2002, οπότε έπαυσε να λειτουργεί.

Έκτοτε οι προαναφερόμενες εφημερίδες εκδίδονται από τη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΙΑΣΠΙΣ ΕΠΕ", στην οποία ο προαναφερόμενος αποκλειστικός δικαιούχος των τίτλων παραχώρησε το σχετικό δικαίωμα δυνάμει σχετικής συμβάσεως. Πρόκειται για τις ίδιες εφημερίδες που εκδίδονταν από παλαιά απ' την πρώτη εναγόμενη και συνεχίζουν να εκδίδονται από τη δεύτερη με τον ίδιο τίτλο και δεν αναιρείται τουτο από το γεγονός ότι, για λόγους σύγχυσης και αποφυγής των υποχρεώσεων των εναγομένων έναντι των εργαζομένων, κυκλοφόρησαν ορισμένα φύλλα των εφημερίδων αυτών με διπλή αρίθμηση, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται για διαφορετικές εφημερίδες.

Μάλιστα τα φύλλα των εν λόγω εφημερίδων συνεχίζουν να αριθμούνται σε συνέχεια των φύλλων που εκδίδονταν από την πρώτη εναγομένη. Επίσης, η δεύτερη εναγομένη χρησιμοποιεί το ίδιο τεχνικό προσωπικό, μειωμένο με βάση τις ανάγκες της, που απασχολούσε και η πρώτη. Σύμφωνα με αυτά, η δεύτερη εναγομένη συνεχίζει την ίδια επιχείρηση έκδοσης των ίδιων εφημερίδων, που ασκούσε μέχρι τότε η πρώτη εναγομένη, από την οποία αφαίρεσε το σχετικό δικαίωμα που μέχρι τότε της είχε παραχωρήσει ο αποκλειστικός δικαιούχος των τίτλων ......

και η οποία έπαυσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα από το τέλος του 2002. Και τούτο ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος οποιασδήποτε νομικής αιτίας για μεταβίβαση από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη, αφού για την ύπαρξη μεταβολής του προσώπου του εργοδότη αρκεί το πραγματικό γεγονός της συνέχισης της ίδια επιχείρησης, ως οικονομικής μονάδας, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, από το τέλος του Δεκεμβρίου του 2002 η δεύτερη εναγομένη έχει υπεισέλθει αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης, ευθυνόμενη εις ολόκληρο με αυτήν για τις μέχρι τη μεταβολή υποχρεώσεις της πρώτης και συγκεκριμένα για τις απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων κατά της πρώτης, αφού η διαδοχή έλαβε χώρα σε χρόνο που δεν είχε λάβει χώρα λύση των εργασιακών συμβάσεων εκ μέρους της πρώτης, με οποιοδήποτε τρόπο.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, η κατ' άρθρο 281 ΑΚ ένσταση που υποβλήθηκε με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό από την δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα) είναι ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε δόλια συμπεριφορά των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) με σκοπό να καταστήσουν αυτή υπόχρεη προς αποζημίωση.

Ακολούθως , έκρινε το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι, για διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών τους μέχρι και το Δεκέμβριο 2002, δικαιούται τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, τα οποία αναγνώρισε ότι τους οφείλονται εις ολόκληρον από τις εναγόμενες. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 479, 648, 653 και 655 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της μεταβιβάσεως της επίμαχης επιχειρήσεως και της επελθούσα στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας μεταβολής του εργοδότη των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, ως προς τις εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετες αιτιάσεις του, στη ρύθμιση των οποίων και μόνον εμπίπτει, όχι δε και εκείνων των αριθμών 8,9,10 και 1 του ίδιου άρθρου, των οποίων απλώς ενάριθμα γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα καθεμιάς ομάδας αναιρεσιβλήτων, που έχει χωριστή νομική υπεράσπιση, σύμφωνα με τα σχετικά νόμιμα αιτήματα που υποβάλλονται (άρθρα 106,76 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2005 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΙΑΣΠΙΣ ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της 5510/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει χωριστά για τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτη και έκτη απ' αυτούς, συνολικά και ενιαία, σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ και για την τρίτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, συνολικά και ενιαία, σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ