Supreme Court dismisses appeal on property ownership and res judicata grounds regarding co-ownership disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to recognize prior judgments and ignored evidence of the defendant's explicit objection to the plaintiff's possession. The court dismissed these claims because the prior judgments involved different legal proceedings and the appeal arguments were either factually inconsistent or too vague to be considered.
Legislator headnote
AI generatedArticles 878, 974, 980, 981, 982, 994, 1045 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Possession is lost when physical control ceases or the intent of a master ends; prior judgments do not constitute res judicata if the subject matter or court jurisdiction differs; appeals based on contradictory or undefined facts are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1468 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1468/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006 , με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1).......,2)....... και 3)......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων:1)...... ,2)....... και 3)......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1480/2001 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 18586/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1052/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-6-2004 αίτησή τους και τους από 3-11-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 5-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 21-6-2004 αιτήσεως και των, από 3-11-2005 προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Από τις διατάξεις των άρθρων 878,974, 980, 981, 982 994 και 1045 ΑΚ προκύπτουν τα ακόλουθα: Εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα, γίνεται κύριος τούτου, η δε αντίστοιχη κτήση αποκαλείται έκτακτη χρησικτησία. Εκείνος δε που απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω σε πράγμα (κατοχή) έχει τη νομή τούτου αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, τεκμαίρεται, όσο διατηρεί την κατοχή, ότι κατέχει στο όνομα του άλλου. Ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος, που κατέχει το κοινό ακίνητο, θεωρείται ότι το κατέχει και για τους άλλους συγκυρίους, εναντίον των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει έκτακτη χρησικτησία, αν δεν εκδηλώσει την απόφασή του να νέμεται εφεξής το ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, είτε ρητώς, είτε με πράξεις που φανερώνουν την απόφασή του αυτή και αν δεν λάβουν γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, οι άλλοι συγκύριοι (Ολ.ΑΠ 485/1982 ΝοΒ31.55).
Αφού τα στοιχεία, που συνιστούν την έννοια της νομής, είναι η φυσική εξουσία και η διάνοια κυρίου (άρθρ. 974 ΑΚ), η απώλεια εκείνης επέρχεται όταν είτε απολεσθεί, εκουσίως ή ακουσίως, αλλά, πάντως, οριστικώς, η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε παύσει η διάνοι κυρίου, είτε προφανώς, όταν εκλείψουν και τα δύο αυτά στοιχεία, στα δε άρθρα 981 και 982 ΑΚ, ως απώλεια νομής νοείται όχι η επερχομένη λόγω μεταβιβάσεως εκείνης σε άλλον, αλλά η οφειλομένη στην έκλειψη των ανωτέρω εννοιολογικών της στοιχείων.
Γενικότερα αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως, υπάρχει δε αντιποίηση όταν ο κάτοχος εξωτερικεύσει τη θέλησή του να έχει εφεξής το πράγμα όχι για το νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή για κάποιο τρίτο, η δε απώλεια της νομής δεν επέρχεται για το νομέα, πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή του βουλήσεως του αντιπροσώπου του.
Άσκηση της νομής, η οποία, κατά τα άρθρα 983, 1051, 1846 και 1872 παρ. 1 ΑΚ, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα και χωρίς αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δηλώσεως, όταν πρόκειται για έκτακτη χρησικτησία, επί ακινήτου, αποτελούν εμφανείς πράξεις επ' αυτού, που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο, οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον, κατά τη βούληση του νομέα, προορισμό του πράγματος.
Πράξεις δε νομής σε ακίνητο είναι κατ' αρχήν, μεταξύ άλλων, και η μόνιμη διαμονή του νομέα και της οικογενείας του στη, σ' αυτό (ακίνητο), οικία και οι επισκευές και επεκτάσεις αυτής με φροντίδες και έξοδα του νομέως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 10 παρ. 2, 4 και 6, 12 παρ. 1 περ. α', 2 περ.
α' και 6, 16 παρ. 1 και 6, 21 και 70 του από 15/28.7.1938 β.δ/τος «περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας», που έχουν εδώ εφαρμογή, λόγω του χρόνου, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η παραχώρηση του επιδίκου ακινήτου στο δικαιοπάροχο των διαδίκων (πριν το 1930), συνάγεται ότι μετά την παρέλευση έτους από την αποπληρωμή ολοκλήρου του τιμήματος ακινήτου, που διατέθηκε για αστική αποκατάσταση πρόσφυγος, ο υπερού η διάθεση, η οποία λαμβάνει χώρα και με προσωρινή παραχώρηση, σε περίπτωση δε θανάτου εκείνου, οι, κατά το κοινό δίκαιο, κληρονόμοι αυτού, αποκτούν πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας και πριν ακόμη από την έκδοση οριστικού παραχωρητηρίου και τη μεταγραφή αυτού.
Η οφειλή δε εκείνου, προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση ή των κληρονόμων του από το τίμημα του ακινήτου, που παραχωρήθηκε πριν από την 11-11-1944, λογίζεται, κατά πλάσμα του νόμου, εξοφληθείσα έκτοτε, δηλαδή από 11-11-1944, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 18/1944 και 1 παρ. 3 του α.ν. 1073/1946, κατά τις οποίες υποχρεώσεις κάθε φύσεως σε δραχμές, στηριζόμενες σε γενεσιουργό αιτία, υφισταμένη πριν από την ισχύ του πρώτου από τους νόμους αυτούς (18/1944) και παραμείνασες ανεξόφλητες, λογίζονται εξοφληθείσες από την άνω ημερομηνία (11-11-1944).
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι μετά την παρέλευση έτους από την αποπληρωμή του τιμήματος το Δημόσιο παύει να έχει, έκτοτε, οποιαδήποτε εξουσία και δικαίωμα επί του παραχωρηθέντος ακινήτου, είναι δε δυνατή η κτήση επ' αυτού κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τρίτο, που νεμήθηκε αυτό με τα προσόντα της χρησικτησίας αυτής.
Μετά τη συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι εκδόθηκε οριστικό παραχωρητήριο υπέρ του αρχικού δικαιούχου ή των κληρονόμων του . Τέλος, το άρθρο 559 ΚΠολΔ στον μεν αριθ.1 ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον δε αριθ.19 ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της τελευταία αυτής διατάξεως ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσο αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε πλην άλλων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: «Στον ......, πρόσφυγα, παραχωρήθηκε πριν από το 1930, για την αστική αυτού αποκατάσταση ακίνητο, ήτοι οικία, εμβαδού 63 τ.μ. με το οικόπεδό της, εμβαδού 295,35 τ.μ., κείμενο στο Δήμο .......
Ο ..... απεβίωσε στις 30-9-1934 και τον κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου η σύζυγός του Χ1 κατά το ½ ή 12/24 εξ αδιαιρέτου και οι αδελφοί του ......, ......., ...... και .... καθένας κατά τα 3/24 εξ αδιαιρέτου. Στην οικία συνέχισε να διαμένει η Χ1, η οποία το 1941 τέλεσε δεύτερο γάμο με τον Ψ1, με τον οποίο συνέχισε να διαμένει στην άνω οικία μέχρι το 1946, οπότε αναχώρησαν για την Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκαν.
Μετά τριετία επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν στο επίδικο ακίνητο επί μία περίπου διετία και στη συνέχεια αναχώρησαν και πάλι για Αθήνα για μόνιμη, πλέον, εγκατάσταση. Όμως η Χ1, πριν αναχωρήσει, παραχώρησε τη χρήση της οικίας σε κάποιο συγγενικό της πρόσωπο, το οποίο κατοικούσε σ' αυτή μέχρι το έτος 1954 ή 1955.
Μεταξύ των ετών 1958 και 1962 αποβίωσαν στην Αθήνα αντίστοιχα η Χ1 και ο Ψ1. Μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους ήταν ο γιος τους Ψ2, δικαιοπάροχος των εναγομένων- εφεσιβλήτων (και ήδη αναιρεσειουσών) ο οποίος είχε μεταναστεύσει στη Ν. Αμερική, από όπου επέστρεψε περί τα μέσα της 10ετίας του 1960. Στο μεταξύ γύρω από το έτος 1960 άρχισε να επισκέπτεται το επίδικο ακίνητο και να κάνει χρήση της προσφυγικής οικίας η Ψ3, θυγατέρα του ως άνω Φ2.
Η εν λόγω Ψ3 ήταν μητέρα των εναγόντων-εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων). Τελικά αυτή εγκαταστάθηκε εκεί με την οικογένειά της, έκανε μια μικροεπέκταση και ορισμένες επισκευές στην παλαιά οικία, για την εξυπηρέτηση των οικογενειακών αναγκών της, και άρχισε, έτσι, να νέμεται το επίδικο ως αποκλειστική νομέας του.
Η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε την αντίδραση των λοιπών αδελφών του αρχικού δικαιούχου Φ1, οι οποίοι το 1969 άσκησαν αγωγή (με αρ. 3856/22-12-1969 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) εναντίον του αδελφού τους και πατέρα της Ψ3 ...... και άρχισε έτσι δίκη, της οποίας όμως δεν υπήρξε συνέχεια. Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Ψ2, ο οποίος ήταν συγκληρονόμος επί του επιδίκου κατά τα 12/24 εξ αδιαιρέτου, όχι μόνο δεν γνώριζε ότι η ανωτέρω Ψ3 νέμεται το όλο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό της, αλλά δεν γνώριζε και την ύπαρξη του δικαιώματός του.
Στο μεταξύ το έτος 1966 εκδόθηκε υπέρ των προαναφερομένων τεσσάρων αδελφών του αρχικού δικαιούχου του επιδίκου Φ3, Φ2, Φ4 και Φ5 το 8028/6-5-1966 παραχωρητήριο της Νομαρχίας Θεσ/νίκης, με το οποίο παραχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο σ' αυτούς κατά ισομοιρία. Το παραχωρητήριο όμως αυτό, μετά από σύμφωνη γνώμη του Νομαρχιακού Συμβουλίου Στεγάσεως Θεσ/νίκης, που λήφθηκε κατά την 1458/31-8-1972 συνεδρίαση αυτού, ανακλήθηκε με την 15501/1972 απόφαση του Δ/ντή Κοινωνικών Υπηρεσιών και εκδόθηκε στη συνέχεια το 10838/16-1-1973 παραχωρητήριο της Νομαρχίας Θεσ/νίκης, που νόμιμα μεταγράφηκε.
Το παραχωρητήριο αυτό εκδόθηκε για το επίδικο στο όνομα α) του Ψ2 κατά τα 12/24 εξ αδιαιρέτου, β) της .....κατά τα 3/24 εξ αδιαιρέτου, γ) του Φ2 κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου, δ) του ...... και της ......, ως κληρονόμων του εν των μεταξύ έχοντος αποβιώσεις Φ5, καθέναν κατά το ½ των 3/24 εξ αδιαιρέτου και ε) των ....., Φ5 και ....... από 1/24 εξ αδιαιρέτου στον καθέναν.
Ο Ψ2, δικαιοπάροχος των εναγομένων, κατά το έτος 1970 περίπου πληροφορήθηκε ότι εδικαιούτο να καταστεί παραγώγως συγκύριος του ½ εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και ότι σ' αυτό ήταν εγκατεστημένη η δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψ3, η οποία όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει το δικαίωμά του. Γι' αυτό, μετά την έκδοση και μεταγραφή στις 8-3-1973 του προαναφερόμενου 10838/16-1-1973 παραχωρητηρίου, ο ίδιος (Ψ2), ασκώντας τα εξ αυτού του παραχωρητηρίου δικαιώματα συγκυριότητάς του επί του επιδίκου, άσκησε την από 16-1-1974 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης εναντίον της Ψ3, αξιώνοντας αποζημίωση χρήσης του επιδίκου από 1-2-1973 μέχρι 30-11-1973.
Τελικώς επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη 2709/1976 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, που δίκασε ως Εφετείο, και υποχρεώθηκε η Ψ3 να καταβάλει στον Ψ2 4.500 δρχ. Η Ψ3, κατά τη δίκη, που άνοιξε με την ως άνω αγωγή αποζημίωσης, πρόβαλε επισήμως τον ισχυρισμό της αποκλειστικής αυτής επί του επιδίκου και της από αυτήν κτήσης της κυριότητας του με έκτακτη χρησικτησία.
Το 1977 ο Ψ2 άσκησε και νέα αγωγή αποζημίωσης αποκλειστικής χρήσης του επιδίκου κατά της Ψ3 για το χρονικό διάστημα από 1-12-1973 μέχρι το Νοέμβριο του 1977, της οποίας όμως η συζήτηση ανεστάλη με την 941/78 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, και για την οποία συζήτηση δεν υπήρξε συνέχεια. Έτσι η Ψ3 συνέχισε να διαμένει στο επίδικο και να νέμεται τούτο αποκλειστικά για τον εαυτό της και αφού στο μεταξύ είχε καταβάλει στον Ψ2 το ανωτέρω ποσό των 4.500 δρχ.
κατά συμμόρφωση προς την ως άνω 2709/1976 απόφαση. Η Ψ3 αποβίωσε τον Ιανουάριο του 1999 και μέχρι το θάνατό της διέμενε στο επίδικο και έτσι συνεχώς νεμόταν αυτό αποκλειστικά για τον εαυτό της, γεγονός που ήταν γνωστό τόσο στον Ψ2, σύμφωνα με αυτά που πιο πάνω αναφέρονται, όσο και στους εναγόμενους, δικαιοδόχους τούτου μετά το θάνατό του που έλαβε χώρα το 1996.
Συνεπώς η Ψ3 απέκτησε επί του επιδίκου την κυριότητα των 12/24 (ή του ½) εξ αδιαιρέτου (ιδανικών ποσοστών προβαλλόμενων από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων Ψ2, ως ιδικών του) με έκτακτη χρησικτησία, διότι από 1-1-1974 τουλάχιστον, που έλαβε γνώση ο τελευταίος της αποκλειστικής νομής του επιδίκου από εκείνη, μέχρι το 1999, οπότε εκείνη απεβίωσε, είχαν παρέλθει 25 χρόνια.
Επικαλούνται οι εναγόμενοι ότι με την προαναφερόμενη 2709/1976 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία επιδικάστηκε στον δικαιοπάροχό τους Ψ2 το ποσό των 4.500 δρχ., για αποζημίωση χρήσης του μεριδίου του κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου το δικαίωμα της συγκυριότητας αυτού επί του επιδίκου.
Ανεξάρτητα ότι δεδικασμένο δεν δημιουργήθηκε, διότι το Ειρηνοδικείο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή (το Πολυμελές Πρωτοδικείο δίκασε κατ' έφεση), ήταν αναρμόδιο καθύλην ν' αποφασίσει για την κυριότητα του επιδίκου (άρθρο 331 ΚΠολΔ.), του οποίου η αξία τότε ξεπερνούσε τα 10.000.000 δρχ., σε κάθε περίπτωση και από το 1976 που δημοσιεύθηκε η απόφαση διέρρευσε χρόνος μεγαλύτερος της 20ετίας.
Την Ψ3 κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου τα τρία παιδιά της, δηλαδή οι τρεις ενάγοντες. Αυτοί αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την 453/5-4-2000 πράξη αποδοχής του συμ/φου Θεσ/νίκης Νικ. Αθαν. Νικολάκη, μετέγραψαν νόμιμα την πράξη αυτή (43/4403/29-5-20000 πισ/κό Υποθηκοφύλακα Καλαμαριάς) και έτσι έγιναν συγκύριοι του ½ ή των 12/24 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, του οποίου την κυριότητά τους αμφισβητούν οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι δική τους, γι' αυτό, κυριότητα, ως δικαιοδόχοι του προαναφερόμενου Ψ2.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή αναγνώρισης της κυριότητας των εναγόντων του ½ (ή των 12/24 ή των 24/48 εξ αδιαιρέτου) επί του επιδίκου (κατά 8/48 εξ αδιαιρέτου για τον κάθε ενάγοντα).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφής, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, γι' αυτό και οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19, λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και τρίτος και πρόσθετοι πρώτος μέρος πρώτο, τμήματα πρώτο και δεύτερο, και μέρος δεύτερο, τμήμα δεύτερο και τρίτο, και δεύτερος μέρος πρώτο τμήμα τρίτο και τέταρτο και μέρος δεύτερο τμήμα δεύτερο, τρίτο και πέμπτο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΄Όπως προκύπτει δε από την αγωγη, σ' αυτήν εκτείθενται όλοι οι περιεχόμενοι στις προεκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου ουσιώδης για την έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήξεως, υπόψη αυτών των ισχυρισμών περί την μη πρότασή τους με την αγωγή και γι' αυτό περί του αντιθέτου και από τον αρ.8 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (πρόσθετος δεύτερος, μέρος πρώτο, τμήμα πρώτο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως και τον πρώτο των προσθέτων, μέρος δεύτερο, τμήμα πρώτο, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτές με επίκληση έγγραφα και ειδικότερα τις με αριθ. 922/1974 2040/1974, 709/1975, 2709/1976 και 1008/1980 δικαστικές αποφάσεις, τις υπ' αριθ. 3856/1969, 3780/1977 και 1008/1980 αγωγές και τα 8028/1966 και 10838/1973 παραχωρητήρια.
Από την, στην αναιρεσιβαλλομένη, απόφαση, όμως, βεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη «τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι και ειδικότερα….τα έγγραφα και τα τεκμήρια, που συνάγονται από αυτά» και το όλο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, στο οποίο μάλιστα αναφέρονται ρητώς ορισμένα από τα προαναφερόμενα έγγραφα (3856/1969 αγωγή, τα παραχωρητήρια και η 2709/1976 απόφαση), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα υπό συζήτηση έγγραφα.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο εκείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα και ότι η αντίστοιχη ύπαρξη ή μη της καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου αφορά την εν λόγω αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι εκείνη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται στον από το άρθρο 559 αριθ.16 (και όχι και 8 περ.β, που αναφέρουν αυτοί) δεύτερο πρόσθετο λόγο, μέρος δεύτερο, τμήματα πρώτο και τέταρτο, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου προβληθείσα από αυτούς, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις προμνημονευόμενες αποφάσεις, εκ των οποίων η δεύτερη εκδόθηκε από Πολυμελές Πρωτοδικείο, ήτοι δικαστήριο που έχει τη γενική καθ' ύλη αρμοδιότητα.
Ενόψει όμως του ότι οι αποφάσεις αυτές, κατά τις μη αμφισβητούμενες από τις αναιρεσείουσες παραδοχές του Εφετείου, που προεκτέθηκαν, εκδόθηκαν επί της από 16-1-1974 αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών κατά της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, για αποζημίωση χρήσεως του επιδίκου, η οποία αγωγή απευθυνόταν στο Ειρηνοδικείο, το οποίο, λόγω ποσού, ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της αντίστοιχης διεκδικητικής αγωγής και συνεπώς δεν παράγουν δεδικασμένο ως προς την συγκυριότητα του τότε ενάγοντος επί του επιδίκου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV.- Με τον πρόσθετο δεύτερο, μέρος δεύτερο, τμήμα έκτο, λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 8 περ.β, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει, κατ' ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα που του προτάθηκε με τις προτάσεις των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων και που συνίστατο στον πραγματικό ισχυρισμό ότι ο δικαιοπάροχος αυτών Ψ2 με την 1008/1980 αγωγή κατά της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ψ3 και των λοιπών συγκυρίων του επίδικου ακινήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζήτησε τη δικαστική διανομή του επιδίκου και έτσι εκδήλωσε την άμεση και λυσιτελή αντίδρασή του κατά της δήθεν νομέα του επιδίκου Ψ3, ήτοι την εναντίωσή του ως αληθούς νομέα, συνάμα δε το ίδιο Εφετείο απέκρουσε τον ως άνω ισχυρισμό με αιτιολογίες που στοιχειοθετούν ευθεία παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 982 ΑΚ και που είναι αντιφατικές μεταξύ τους και ανεπαρκείς καθεμία τους και έτσι, με εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων διατάξεων, στερούν την αναιρεσιβαλλομένη από νόμιμη βάση.
Ενόψει προεχόντως και ότι οι ως άνω προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες είναι αντιφατικές μεταξύ τους (μη λήψη υπόψη και λήψη υπόψη και απόκρουση), είναι ο λόγος αυτός απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο δε πρόσθετος δεύτερος, μέρος πρώτο, τμήμα δεύτερο, λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 8 περ.β και άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ουσιώδη πράγματα, προταθέντα, κατά παράβαση του νόμου, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν καθορίζονται σ' αυτόν ποια ήταν τα πράγματα, ποιος τα πρότεινε και πως τα πρότεινε (βλ.
άρθρ. 118 αρ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-6-2004 αίτηση των ...... , ....... και ..... για αναίρεση της 1052/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ